Βιβλίο-κανίβαλος: Το χάρτινο σήμαντρο που σου υπενθυμίζει μια ασίγαστη πείνα

Όπου σταθείς κι όπου βρεθείς λίγες λέξεις και κάμποσο χαρτί θα είναι πάντα ένα θρεπτικό έδεσμα.

Από όσα σφάγια του προσφέρονταν, το προσφιλέστερο του ήταν το τίμιο όνομα ενός εχθρού*

Ποιο ήταν το όνομα σου; Ποιος ήταν ο μεγαλύτερος εχθρός σου αν όχι ο ίδιος σου ο μελιχρός εαυτός; Από εκείνη τη σκέψη ξεκίνησες για να πας να φέρεις σε πέρας τις δουλειές της ημέρας σου.

Τα περίοπτα τσιμέντα εκπέμπουν τις συχνότητες τους μέσα στη λάβρα του καλοκαιριού, χαλάνε το δέρμα σου, το ξεραίνουν και δεν υπάρχει τίποτα που να μπορείς να κάνεις, πώς τάχα μου να επέμβεις σε τούτο το θαύμα; Πώς να διορθώσεις το θερινό σφάλμα αυτό;

Βάζεις τον παλαιό ανεμιστήρα σε συντεταγμένες ακρίβειας χιλιοστού (να ‘ναι καλά το Ελληνικό Πυροβολικό και η άψογη θητεία σου σαν εστιάτορας) έτσι ώστε να δημιουργείται εκείνο το πορώδες ποταμάκι από γλυκερό αέρα, ας είναι κι ανακατεμένο με ιδρώτα, τσιγαρίλα και κλεισούρα.

 

 

Όλα τούτα τα ωραία κάπως σε μετατρέπουν ξανά σ’ ένα σκώληκα ύπουλο και φτερωτό, πλάσμα που του αρέσει να τρυπά το χαρτί όπου κι αν σταθεί με το ράμφος του.

Να προχθές ήσουν σε μία ουρά, μία από τις πολλές επί των Αθηνών, και ήθελες να γυρίσεις το παλιό σου modem για να μην σε χρεώσουν. Η ουρά έφτανε μέχρι το φανάρι της Πανεπιστημίου δίπλα απ’ το μετρό. Κάνεις έτσι μία και βγάζεις εκ του σάκου σου την «Αρχιτεκτονική της Σκόρπιας ζωής» του Ν.Γ. Πεντζίκη. Κάτι δεν σου αρέσει σ’ αυτό το βιβλίο αλλά και κάτι άλλο σου αρέσει πολύ. Έτσι συνεχίζεις και το διαβάζεις όπου κι είσαι, υπενθυμίζοντας σου πως η ζωή έχει τα πάνω της έχει και τα κάτω της, όπως τη λογοτεχνία ακριβώς.

 

kanibal2 1

 

Γιατί όμως κουβαλάς μαζί σου βιβλία; Μα γιατί άλλο; Δεν υπάρχει χρόνος και το κάθε λεπτό είναι ένα σωστό λεπτό για λίγο διάβασμα, διάβασμα που έχεις στοιβάξει στη πλάτη σου από πολύ παλιά, σαν βαρέα ένσημα. Βιβλία σε περιμένουν σε λίστες να τα διαβάσεις, έστω να τους ρίξεις μία ματιά, βιβλία αγορασμένα χρόνια πριν που κάθονται στη βιβλιοθήκη σου ανέγγιχτα ακόμη, περιμένοντας κι αυτά στην δική τους ουρά.

Είσαι στο σούπερ μάρκετ, μία άλλη μέρα, σε μία άλλη ουρά, βγάζεις κάτι άλλο από το ταλαιπωρημένο σακίδιο σου, το καλάθι στα πόδια σου γεμάτο με βασικά ψώνια, η καρδιά σου αγαλλιάζει που δεν είσαι σαν τους άλλους που κοιτάνε το κενό, τι να κοιτάνε άραγε;

Ανοίγεις την «Ποιητική του Χώρου» του Bachelard κι όλα έρχονται μονομιάς εκεί που πρέπει να είναι. Δεν σε νοιάζει ούτε το κλιματιστικό που μάλλον θα σου φτιάξει ένα ωραιότατο λουμπάγκο όταν πας σπίτι μιας και είσαι φουλ ιδρωμένος, ούτε και το ατέρμονο μουρμουρητό των scanner του ταμείου.

Όταν το σπίτι σου γίνεται ένα ανοίκειο μουσείο για εκατοντάδες άχρηστα πράγματα

 

Στο γυρισμό για το σπίτι σε πιάνει μία ξώφαλτση μελαγχολία – σαν θανατηφόρα εξωτική αρρώστια της ζέστης -  διότι θυμάσαι για τρία δευτερόλεπτα ποιος πραγματικά είσαι. Η ζάλη σε αρπάζει από το σβέρκο, κάνεις άλλη μια έτσι και βλέπεις ένα ωραιότατο πεζουλάκι στην Καλλιδρομίου, δίπλα από το laundromat, και κάθεσαι κάτω να συνέλθεις.

Η ζέστη μεταλλάσσει τα κύτταρα σου με γοργούς ρυθμούς. Μεταμορφώνεσαι σε κάτι άλλο ξανά. Ανοίγεις ένα άλλο μικρό βιβλιαράκι, θαμμένο κάτω απ’ το σημειωματάριο και μία συσκευασία με παξιμάδι χαρουπιού, το λένε οι «Τελευταίες Ημέρες του Ιμμάνουελ Καντ» και η καταπίεση που αισθάνεσαι για τον ίδιο σου τον εαυτό αλαφραίνει μονομιάς. Οι σελίδες του Ντε Κουίνσυ παίρνουν το βάρος σου, το κουβαλάνε για σένα, έστω και για λίγο, έστω και μέχρι το κατώφλι του δικού σου σπιτιού.

Παυσίπονα από χαρτί. Παυσίπονα από στίγματα μαύρα, παυσίπονα…

Πώς το πλοίο της γραμμής είναι το καθαρτήριο ενός αμετανόητου νησιώτη

 

Τα βιβλία είναι επιβίωση (κατά καιρούς και αντιβίωση). Εκείνα τα μαύρα στίγματα πάνω στο παχύ χαρτί είναι μία βασική σου ανάγκη. Χωρίς τις λέξεις και τις σελίδες δεν υπάρχει γυρισμός.

Να ‘μαι λοιπόν, σε ένα φανταστικό νησί να βρίσκω τον εαυτό μου, κανίβαλο των λέξεων, να καταβροχθίζω σελίδες, ζεστές, κρύες, παλιές, φρέσκιες, σκέτες, με φιοριτούρες, με σάλτσες ή χωρίς. Τα τρώω όλα, τα καταπίνω κι αισθάνομαι καλύτερα, η ζάλη φεύγει, δεν νιώθω πλέον άλλες ενοχές που είμαι εγώ.

 

 

Σηκώνομαι απ’ το ξένο κατώφλι και συνεχίζω το δρόμο μου μέσα στη κίτρινη λάβρα του δρόμου. Τα ταξί κορνάρουν, οι άνθρωποι λιποθυμάνε, τα βαριά καράβια στο λιμάνι ακόμη επιπλέουν αλλά δεν είναι σίγουρο αν αυτό είναι νερό.

Κοιτάω μπροστά μου και διακρίνω ένα θολό φάσμα από θερμοκρασία. Βάζω το χέρι μέσα στο σάκο μου και πιάνω μία λεπτή ράχη βιβλίου. Παίρνω πάλι κουράγιο και συνεχίζω προς το σπίτι μου.

Το φανταστικό μου νησί με τους κανίβαλους με καλεί, όπως οι μοναχοί ακούνε το σήμαντρο στο μοναστήρι για να θυμηθούν τον σκοπό τους και τα χρέη τους απέναντι σ’ αυτό που πιστεύουν και δίνουν τον εαυτό τους.

Τα βιβλία που κουβαλάμε και διαβάζουμε αναμεσίς ελασσόνων πράξεων της καθημερινής μας ζωής είναι παρηγορικά και σήμαντρα απείρου κάλους που μας θυμίζουν πως ίσως δεν είναι ακόμη η μέρα που θα πρέπει να αυτομολήσουμε προς το τίποτα, όχι διότι ο κόσμος ή ο εαυτός μας δεν είναι σαθρός αλλά διότι αξίζει να διαβάσουμε ακόμη μία καλογραμμένη συστάδα στιγμάτων που θα μας δώσει λίγη ακόμη πνοή.

*Λίχτενμπεργκ, Επιλογή από τα Sudelbücher, εκδ. Στιγμή