Εκτός από τα κρούσματα, ξέφυγαν και τα νεύρα μας

Κορωνοϊό δεν θέτε. Τουρισμό δεν θέτε. Τι θέτε τέλος πάντων;

Το ξέραμε ότι εφόσον ανοίγουμε τα σύνορα στους τουρίστες, θα ανοίγαμε και την πόρτα στην εξάπλωση του κορωνοϊού. Ήταν φως - φανάρι, δεν χρειαζόταν να είσαι Τσιόδρας για να το καταλάβεις: κόσμος από διάφορες χώρες του κόσμου θα έρχονταν στην Ελλάδα και θα κουβαλούσαν μαζί τους - πέρα από την ανεμελιά των διακοπών στη χώρα μας - και τη χαλαρότητα με την οποία οι ίδιοι ή/και οι χώρες τους αντιμετώπισαν την πανδημία. Οπότε; Οπότε ο αριθμός των κρουσμάτων εκτοξεύτηκε, νέα μέτρα πάρθηκαν και εφαρμόστηκαν, σε διάφορα μέρη εφαρμόστηκε ένα μίνι - lockdown και περιμένουμε το τέλος της τουριστικής σεζόν για να κάνουμε ταμείο.

 

Από την άλλη και τι κάναμε; Να μην ανοίγαμε τις πόρτες μας στους τουρίστες; Ήδη από την καραντίνα της άνοιξης, η οικονομία γονάτισε. Και μόνο η σκέψη ότι το «βαρύ χαρτί» της ελληνικής οικονομίας, ο τουρισμός, θα έμενε φέτος μέσα στην «τράπουλα», προκάλεσε πανικό. Πώς θα τη βγάλουμε το χειμώνα, αν δεν έχουμε δουλέψει το καλοκαίρι; Τι θα απογίνουν οι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, που κάθε καλοκαίρι δουλεύουν σεζόν σε παραθεριστικά θέρετρα και νησιά; Πώς θα πορευτεί η οικονομία από το φθινόπωρο, αν όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν βάλουν ευρώ στην τσέπη τους έστω τον Ιούλιο και τον Αύγουστο; Δεν εισπράττεις, άρα δεν έχεις να ξοδέψεις, απλή αριθμητική.

Και φτάσαμε τώρα, μέσα Αυγούστου, να γκρινιάζουμε και να αναθεματίζουμε προς πάσα κατεύθυνση: προς την Πολιτεία και τους γιατρούς. Τον Μητσοτάκη και τον Χαρδαλιά. Τον Τσιόδρα και τον Κικίλια. Τους τουρίστες και τους «απερίσκεπτους νέους». Τους πλοιοκτήτες και τους ξενοδόχους, τους εστιάτορες και τους ιδιοκτήτες μπαρς και κλαμπς - όλους ανεξαιρέτως. Διότι δεν πήραν τα σωστά μέτρα οι μεν, διότι ξεσάλωσαν στα μπιτσόμπαρα και τα κλαμπς οι δε, διότι στο βωμό του χρήματος κάναμε εκπτώσεις στην υγεία και την ασφάλεια, διότι σε αρκετά δρομολόγια πλοίων ήταν ο ένας πάνω στον άλλον και πολλά ακόμα και τελικά διότι και τα σύνορα ανοίξαμε και σε κίνδυνο θέσαμε τη δημόσια υγεία στην Ελλάδα και δεν ήρθαν αρκετά χρήματα από τον τουρισμό.  

nint

Ψυχραιμία πάνω απ' όλα! Αυτό χρειάζεται αυτή τη στιγμή και θα τα καταφέρουμε και πάλι, όπως τα καταφέραμε και τον Μάρτιο και τον Απρίλιο και τον Μάιο. Με τις παραλείψεις και τις αστοχίες από πλευράς Κυβέρνησης, με τις χαζομάρες μας και τις επιπολαιότητές μας, με τους «ψεκασμένους» μας και τους συνωμοσιολόγους μας πάντα στις επάλξεις της γραφικότητας και της ανοησίας. Με τους «χιουμορίστες» και τους «δηλαδή δεν κολλάει 11.59 και κολλάει 00.01;» Με όλους αυτούς και όλα αυτά τριγύρω μας, με πειθαρχία και αλληλεγγύη, με προσοχή και ακολουθώντας τις οδηγίες των ειδικών, θα τα ρίξουμε πάλι τα κρούσματα εκεί που τα είχαμε φέρει τον Ιούνιο και θα πάμε παρακάτω. Αρκεί να μην υστεριάζουμε και να μην φωνασκούμε κάθε τρεις και λίγο, διότι ο «κακός Χαρδαλιάς» δεν μας αφήνει να πίνουμε ποτάρες μέχρι το ξημέρωμα ή ο «κακός Τσιόδρας» μας υποχρεώνει να φοράμε μάσκα μέσα στη ζέστη και βγάζουμε τη μπέμπελη.

Το γνωρίζαμε εδώ και μήνες ότι δεν ξεμπερδέψαμε με τον ιό επειδή κερδίσαμε μια «μάχη». Ότι καραδοκεί, ότι θα επανέλθει, ότι αναμένεται κι άλλο κύμα. Μάθαμε δυστυχώς το καλοκαίρι ότι τελικά δεν «ψοφάει» με την πολλή ζέστη - η εκτόξευση των κρουσμάτων, έγινε την ίδια περίοδο όπου εκτοξεύτηκε η θερμοκρασία. Με ανησυχία βλέπουμε ολοένα και νεότερους ανθρώπους να νοσούν και όχι μόνο τους παππούδες και τις γιαγιάδες. Και με σύνεση και υπευθυνότητα, δεν θα επιτρέψουμε στη χώρα μας να βιώσει τη φρίκη που βίωσε πριν μερικούς μήνες η Ιταλία και η Ισπανία.

Και όχι, δεν φταίνε για όλα οι νέοι. Δεν θα ποινικοποιήσουμε ούτε τους 20χρονους, ούτε τους 25χρονους, ούτε τη  διάθεσή τους να περάσουν καλά, να φλερτάρουν, να χορέψουν και να διασκεδάσουν. «Παιδιά» είναι, οφείλουμε να τα ενημερώσουμε και όχι να τα «μαλώσουμε». Να τους μιλήσουμε ήρεμα και όχι να τους δίνουμε διαταγές. Να τα κατανοήσουμε και όχι να τα βρίζουμε. Διότι κι εμείς - όσοι είμαστε μεγαλύτεροι - βρεθήκαμε κάποτε σε εκείνη την ηλικία και κάναμε ένα σωρό βλακείες, βάλαμε τον εαυτό μας (και άλλους) σε κίνδυνο, παρτάραμε σαν να μην υπάρχει αύριο, μεθύσαμε, μαστουρώσαμε, οδηγήσαμε ενώ δεν έπρεπε, κάναμε σεξ χωρίς προφυλάξεις, βουτήξαμε από ψηλά ανάμεσα σε βράχια και γενικά μετανιώσαμε πολύ αργότερα για αρκετά από τα πράγματα που κάναμε τότε.

Αλλά είχαμε την τύχη, μέσα σε όλα αυτά που υπήρχαν τριγύρω μας και όλους τους κινδύνους που καραδοκούσαν, να μην κρέμεται πάνω από τα κεφάλια μας η απειλή ενός τόσο επικίνδυνου ιού. Ούτε το «σιχτίρισμα» και το ανάθεμα από τους «μεγάλους», λες και δεν υπήρξαν ποτέ «παιδιά», λες και δεν έκαναν καμία βλακεία ή τρέλα ή απερισκεψία στη ζωή τους.