«Επιχείρηση: Βαλκυρία»: H μέρα που φοβήθηκε ο Χίτλερ

Όταν ο von Stauffenberg και οι συνωμότες προσπάθησαν να δολοφονήσουν την κεφαλή του ναζισμού.

Επιμέλεια: Χρήστος Κάβουρας

Όπως έχει πει και ο Πλούταρχος «την προδοσία πολλοί αγάπησαν, τον προδότη ουδείς». Πολλά χρόνια αργότερα ο συγγραφέας του «Κώδικα Ντα Βίντσι» Dan Brown μέσω του αντι-ήρωα, Sir Leigh Teabing πήγε κόντρα στο παραπάνω ρητό, διαβεβαιώνοντάς μας πως «στην ιστορία προδότες και δολοφόνοι, γίνονται ήρωες».

Χρόνια πριν, στην εποχή της ναζιστικής Γερμανίας, ένας μονόφθαλμος και μονόχειρ αξιωματικός του γερμανικού στρατού με όνομα που γεμίζει το στόμα σου, ο Claus von Stauffenberg, επέλεγε να πάει κόντρα στο γερμανικό έθνος και την εξουσία προκειμένου να σώσει τη συνείδησή του. Μια κίνηση που σε εκείνη την περίοδο θεωρήθηκε προδοσία, στην γενικότερη ιστορία αποτυπώθηκε ως πράξη ανδρείας και ηρωισμού απέναντι στην ανυποληψία και τις ακραίες τακτικές της πολιτικής του Αδόλφου Χίτλερ.

Κάθε 21η ημέρα του Ιούλη, η Deutschland θυμάται τους συνωμότες που εκτελέστηκαν εξαιτίας του στρατιωτικού πραξικοπήματος που προηγήθηκε μία μέρα πριν (20/7/1944) και είχε ως σκοπό την ανατροπή του χιτλερικού καθεστώτος και την ανάληψη της εξουσίας. Αυτή που έμεινε γνωστή ως «Επιχείρηση Βαλκυρία».


Στο μυαλό όλων η Γερμανία επί εποχής Χίτλερ, έχει την εικόνα μιας χώρας γεμάτη από απόλυτους ανθρώπους και φανατισμένο κοινό, ενός κοινού «προσκολλημένου» στις αρχές και τις επεκτατικές διαθέσεις του ηγέτη της, ωστόσο μέσα στην όλη αγριότητα και την ακροδεξιά πολιτική της, πέρα από εχθρούς σε όλο τον κόσμο είχε προκαλέσει και τη δυσαρέσκεια πολλών εσωτερικών συμμάχων.

Ορισμένοι στρατιωτικοί ανάμεσα στους οποίους ο υποστράτηγος Henning von Tresckow και ο συνταγματάρχης Claus von Stauffenberg παρατηρώντας τις θηριωδίες απέναντι στους Εβραίους αλλά και την στρατηγική πολιτική, αντιλαμβανόμενοι ότι ο πόλεμος δεν θα έχει θετική κατάληξη για τη Γερμανία αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν ένα σχέδιο εγκεκριμένο από τον ίδιο τον Χίτλερ, το οποίο απέβλεπε στη συνέχιση της άσκησης της εξουσίας από το ναζιστικό καθεστώς στην περίπτωση εξέγερσης των εκατομμυρίων αιχμαλώτων ή ξένων εργατών, που εργάζονταν στα κατεχόμενα εδάφη της Γερμανίας. Μόνο που εκείνοι είχαν διαφοροποιήσει τον στόχο του σχεδίου. Και ο στόχος περιελάβανε πέραν της ανατροπής του σκηνικού και το κεφάλι του ίδιου του Χίτλερ, προκειμένου να σωθεί θεωρητικά το ηθικό της κύρος της χώρας και να σταματήσει ο πόλεμος που κόστιζε καθημερινά εκατομμύρια ζωές.

«Θα καταγραφούμε στη γερμανική ιστορία ως προδότες. Αν διστάσουμε όμως, θα προδώσουμε την ίδια τη συνείδησή μας», είναι τα διάσημα λόγια του von Stauffenberg, του ανθρώπου που πήρε πάνω του το βάρος του τελικού χτυπήματος και της χαριστικής βολής απέναντι στον Χίτλερ. Λέγεται πάντως ότι αυτό που προκάλεσε την «έκρηξη» του αριστοκρατικής καταγωγής συνταγματάρχη απέναντι στον Φίρερ, ήταν η δολοφονία όλων των αλόγων του βασιλικού ιππικού από το στρατό των SS.



Σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο, έπρεπε οι συνωμότες να προχωρήσουν σε κατάληψη των υπουργικών κτιρίων στο Βερολίνο και πολλών άλλων καίριων «χτυπημάτων» -όπως κατάληψη ραδιοφωνικών σταθμών- αλλά βασικό συστατικό ήταν η δολοφονία των μεγάλων κεφαλών του καθεστώτος, Heinrich Himmler, Hermann Göring και προφανώς του ίδιου του Χίτλερ.

Μετά από δύο απόπειρες που ματαιώθηκαν λόγω της απουσίας των περισσότερων εκ των στόχων, η τελική απόπειρα δολοφονίας θα πραγματοποιούταν στις 20 Ιουλίου του 1944, στο καταφύγιο του Χίτλερ, Wolfsschanze, της σημερινής Πολωνίας. Θύτης θα ήταν ο Claus von Stauffenberg o οποίος ως επιτελικός αξιωματικός είχε άμεση πρόσβαση στον Χίτλερ και τοποθετώντας εκρηκτικά μέσα σε ένα χαρτοφύλακα θα επιχειρούσε να ανατινάξει την αίθουσα.

Ο von Stauffenberg τοποθέτησε την βόμβα και αποχώρησε από την αίθουσα, ωστόσο μόνο 4 από τους 24 παρευρισκόμενους αξιωματικούς τραυματίστηκαν θανάσιμα. Ανάμεσα στα θύματα δεν βρίσκεται αυτό του Χίτλερ, που προστατευόμενος από ένα βαρύ τραπέζι και το σώμα του στρατιώτη που στεκόταν δίπλα του, βγαίνει με μερικές πληγές και μια ρήξη τυμπάνου από τα ερείπια της αίθουσας. Η άμεση απουσία του von Stauffenberg από το χώρο προκαλεί υποψίες και ο επικεφαλής την Υπηρεσία του, Friedrich Fromm διεξάγει άμεση έρευνα και συλλαμβάνει όποιον συνωμότη βρίσκει μπροστά του. 

Μέσα σε αυτούς και ο ίδιος ο Claus von Stauffenberg.

Τα νέα της μη εξόντωσης του Χίτλερ απεδείχθησαν καταδικαστικά για την Επιχείρηση καθώς αρκετοί συνωμότες δίστασαν να εκτελέσουν τις διαταγές τους με αποτέλεσμα να μην πραγματοποιηθεί καμία κίνηση για την κατάληψη της εξουσίας. Η Gestapo από την άλλη ενήργησε άμεσα συλλαμβάνοντας 7000 άτομα με την κατηγορία της προδοσίας, εκτελώντας συνολικά 4.980 εξ αυτών, ακόμα και παραμονές πτώσης του καθεστώτος το 1945.

Μέχρι σήμερα πολλά έχουν ακουστεί για την αποτυχία της εκτέλεσης του Χίτλερ από τον von Stauffenberg. Ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι είχε τοποθετήσει σε λάθος σημείο τη βόμβα καθώς το δρύινο τραπέζι του καταφυγίου αποτέλεσε σημαντικό εμπόδιο στην εξάπλωση του κύματος της βόμβας. Μετά την απόπειρα δολοφονίας του Φίρερ, ο νεαρός συνταγματάρχης μετέβη στο Βερολίνο προκειμένου να ηγηθεί του πραξικοπήματος, ωστόσο για κακή του τύχη ο ανώτερός του, Friedrich Fromm τον είχε προλάβει και μέσα σε μια μέρα διέταξε την άμεση εκτέλεσή του.  

Η βιασύνη του δεν είχε να κάνει με την επίδειξη δύναμης της Gestapo, αλλά προκειμένου ο Fromm να καλύψει τα ίχνη του καθώς γνώριζε για την συνομωσία αλλά την κάλυπτε δίχως να έχει ενεργό ρόλο. Στις 21 Ιουλίου του 1944, κάτω από τα φώτα φανών αυτοκινήτου οι συνωμότες von Stauffenberg, στραγητός Olbricht, υπολοχαγός Werner von Haeften και συνταγματάρχης von Quirnheim αποτελούν τα πρώτα θύματα της αποτυχημένης επιχείρησης. Ο von Stauffenberg μάλιστα συνέχισε να έχει την «τιμητική» του και μετά το τέλος του, καθώς το όνομά του απαγορεύτηκε από το Ράιχ –τα παιδιά του αναγκάστηκαν να αλλάξουν επώνυμο- ενώ την επόμενη της εκτέλεσής του οι SS αφαίρεσαν όλα του τα μετάλλια και παράσημα, αποτέφρωσαν το πτώμα του και σκόρπισαν τις στάχτες.

Στο σημείο εκτέλεσής τους υπάρχει ένα μικρό μνημείο προς τη μνήμη του. Μπορεί να μην πέτυχε η Επιχείρηση, αλλά είχε αποδειχτεί ότι η Ναζιστική Γερμανία είχε πολλούς λόγους να ανησυχεί για την ίδια της την επιβίωση.