Υπάρχει λόγος που καμία χώρα δεν θέλει να αναλάβει τη διοργάνωση και αυτό είναι η σχεδόν βέβαιη χρεοκοπία της.

Αναμφίβολα οι Ολυμπιακοί Αγώνες δεν είναι ένα συνηθισμένο τουρνουά αλλά ένα κομμάτι της ζωής μας παγκοσμίως. Μιλάμε για έναν θεσμό αρχαίο, μια διοργάνωση που έχει τη δύναμη να σταματάει πολέμους, να φέρνει λαούς κοντά και τα πλήθη να ζητωκραυγάζουν μαζί σε ένα Στάδιο γεμάτο ενθουσιασμό και εύθυμο κλίμα όπου και μόνο η συμμετοχή ισορροπεί με επιτυχία και τιμή. Τουλάχιστον έτσι μάθαμε από την ιστορία του σχολείου.

 

 

Βέβαια τότε είχαμε την εντύπωση ότι ένα τόσο μεγαλοπρεπές τουρνουά μόνο θετική απήχηση μπορεί να έχει για αυτόν που το αναλαμβάνει, για αυτό και μας το παρουσίαζαν ως ένα σημαντικό ιδεώδες, σαν κάτι μοναδικό, μεγάλο, αληθινό (όπως έλεγε και η πινακίδα της αντίστροφης μέτρησης για τους Ολύμπιακούς Αγώνες του 2004 στην Αθήνα), αμελώντας να μας μιλήσουν για κάτι βασικό, το οποίο ποτέ δεν βάλαμε στο ζύγι αλλά είναι ίσως το βασικότερο από όλα. Διότι μπορεί η ανάληψη μιας τόσο μεγάλης διοργάνωσης να αποτελεί πόλο έλξης, διαφήμισης και αιτία βελτίωσης εγκαταστάσεων ή καταστάσεων του τόπου, ταυτόχρονα όμως ο προϋπολογισμός και το χτίσιμο των Σταδίων και υποδομών είναι αιματηρά δαπανηρός, ενώ παράλληλα δεν πρέπει να ξεχνάμε το γεγονός ότι δύσκολα βγαίνει κέρδος για τη χώρα που την αναλαμβάνει αλλά και τις δυσκολίες στην αξιοποίηση των Ολυμπιακών Ακινήτων ύστερα από τη διεξαγωγή των αγώνων.

Στην Ελλάδα έχουμε ρίξει άπειρο κράξιμο στο κράτος βλέποντας τα Ολυμπιακά Ακίνητα από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 στην Αθήνα να μετατρέπονται σε «γλάστρες» και «φαράσια» για τη σκόνη που μαζεύουν, ωστόσο το ίδιο συμβαίνει και στις περισσότερες χώρες που ανάλαβαν την ευθύνη διεξαγωγής των Σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων.

Όλοι θυμόμαστε πώς κατέληξε το «διαμάντι» του Beach Volley (στο παρακάτω άλμπουμ οι φωτογραφίες):

 

 

Η ξεχωριστή περίπτωση της Αθήνας

Αναμφίβολα για ένα κράτος πολύπαθο όπως το ελληνικό, όπου λίγα χρόνια πριν τους πρώτους Σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896 βρισκόταν επί 400 χρόνια κάτω από τον τουρκικό ζυγό, η ανάληψη μιας τέτοιας διοργάνωσης θα λέγαμε ότι μόνο σαν φως μπορούσε να μετατραπεί για κατοίκους της χώρας. Σήμερα σκεπτόμενοι εκείνη τη διοργάνωση μας έρχονται στα μυαλό η μεγάλη επιστροφή τους στη ζωή από την εποχή που ο Μέγας Θεοδόσιος διέταξε τη λήξη τους, αλλά και το επίτευγμα του χρυσού ολυμπιονίκη, Σπύρου Λούη στον μαραθώνιο.

Ωστόσο για να πραγματοποιηθεί κάτι τέτοιο σε μια εποχή μάλιστα που η οικονομική κατάσταση της χώρας βρισκόταν στα τάρταρα, καθώς μόλις 3 χρόνια (1893) είχαν περάσει από το ιστορικό «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του Χαρίλαου Τρικούπη, χρειάστηκε ο κόσμος να «λυγίσει» από τους φόρους για να πραγματοποιηθεί το έργο, ενώ αν δεν ερχόταν η δωρεά του Γεώργιου Αβέρωφ τα κουκιά δεν θα έβγαιναν. Λένε ότι η αρχή είναι το ήμισυ του παντός και οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1896 αποτέλεσαν σημαντικότατο βήμα που η διοργάνωση συνεχίστηκαν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η Ελλάδα ήταν καλύτερα ύστερα από τη λήξη τους.

 

 

Όταν όμως το 1997 η Ελλάδα κέρδιζε τη Ρώμη με 66-41 σε ψήφους για την ανάληψη των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 κανείς δεν ήξερε ότι η ζωή μας θα έμπαινε σε οικονομικό λούκι από εκείνο το σημείο και έπειτα. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τη φρενίτιδα που επικρατούσε το διάστημα 2001-04, όταν βλέπαμε τον καιρό να πλησιάζει για την έναρξη των αγώνων δίχως να βλέπουμε καμία πρόοδο στα έργα και τις υποδομές της χώρας, ενώ το άγχος για ένα διεθνές ρεζίλι σε περίπτωση που δεν προλάβουμε να παραδώσουμε στην ώρα του έργο συνεχώς αιωρείτο στις κουβέντες του κόσμου. Τελικώς η Ολυμπιάδα του 2004 απεδείχθη από τις πλέον επιτυχημένες των τελευταίων χρόνων, ωστόσο πίσω από τη χαρά και τη λάμψη του έργου, κανείς δεν γνώριζε πως τα επόμενα χρόνια θα ήταν βουτηγμένα σε οικονομικό μαρτύριο.

Για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 σπαταλήθηκαν γύρω στα 13 δισεκατομμύρια ευρώ, με το χρέος της χώρας να εκτοξεύεται σε τρομακτικά επίπεδα από τους δανεισμούς, ενώ η χρηματοοικονομική κρίση του 2007 ήταν αυτό που έσβησε κάθε περιφάνεια από τα πρόσωπα των Ελλήνων. Όσα έσοδα και να ήρθαν το καλοκαίρι του 2004 δεν ήταν αρκετά για να σώσουν τη χώρα από την κρίση, ενώ ακόμα και σήμερα οι παρατημένες εγκαταστάσεις δημιουργούν εικόνες θλίψης σε κάθε σκέψη του πώς θα μπορούσαν να έχουν εξελιχθεί θετικά ορισμένα πράγματα.

 

 

Με την πρόσφατη ανάθεσή τους στο Μπρισμπέιν της Αυστραλίας, οι Ολυμπιακοί Αγώνες έχουν βρει «σπίτι» μέχρι και το 2032 (το 2024 στο Παρίσι, το 2028 στο Λος Άντζελες) ωστόσο με την κακή φήμη η οποία τους συνοδεύει, κυρίως για τα απομεινάρια που αφήνουν πίσω τους, είναι αρκετά πιθανό να αντιμετωπίσουν θέμα διεξαγωγής στο μέλλον.

Ποια χώρα (ή πόλη) θα θέλει άλλωστε να αναλάβει μια Ολυμπιάδα, αν γνωρίζει πως μετά πρέπει να υποστεί μια οικονομική καταστροφή. Διότι εκτός από την «διπλή» Αθήνα το έχουν βιώσει για τα καλά στο πετσί τους και άλλες πόλεις από το 1896, όταν και οι Ολυμπιακοί Αγώνες επέστρεψαν στο παγκόσμιο καλεντάρι.

Δείτε τις πόλεις στο παρακάτω βίντεο του λογαριασμού WatchMojo.com: