Euroleague Final: Το σασπένς που αγαπήσαμε

Μπορεί να μην ήταν ο καλύτερος τελικός που έχουμε δει, το πάθος και η αγωνία του έδωσαν αξία στο βράδυ της Κυριακής μας.

Μπορεί ο κόσμος να έχει απηυδύσει πλέον με τα τερτίπια του Jordi Bertomeu, την κακή διαχείριση των ομάδων (ειδικά των ελληνικών) από την κεντρική διαχείριση και την κλειστή λίγκα που έχει αρχίσει να κουράζει το κοινό, η Euroleague διαθέτει ακόμα ένα μεγάλο ατού που μπορεί έστω για ένα τριήμερο να σε κάνει ξεχάσεις τη μίρλα και τα προβλήματά της. Το Final Four.

Μετά από δύο σχεδόν χρόνια, καθίσαμε αναπαυτικά στον καναπέ μας, αφήσαμε για λίγο στην άκρη τα ΝΒΑ Playoffs –τα οποία μας κρατάνε εξαιρετική συντροφιά για τον πρώτο γύρο- και απολαύσαμε δύο hot ημιτελικούς και έναν τελικό «φωτιά».

 

 

Μία Κυριακή βράδυ όπως παλιά

Είτε ήσουν με φίλους (και μάσκες), είτε με το κορίτσι αγκαλιά, το βράδυ της Κυριακής ήταν από τις 21:30 και έπειτα αφιερωμένο στο μπάσκετ και τη συγκίνηση που μόνο το Euroleague Final Four μπορεί να σου προσφέρει. Ακόμα και αν δεν υπήρχε άμεσο ενδιαφέρον λόγω απουσίας των ελληνικών ομάδων, Μπαρτσελόνα και Εφές έδωσαν το δικό τους άρωμα στη βραδιά, ίσως εντονότερο και από τον τελικό του Champions League το Σαββατόβραδο μεταξύ Τσέλσι και Μάντσεστερ Σίτι.

Δεν λέω ότι ήταν κάποιος τελικός ποιότητας όπως εκείνος της Αθήνας του 2007, ή με σασπένς όπως του 2009 στο Βερολίνο και του 2012 στην Κωνσταντινούπολη, ωστόσο περιείχε δύο συστατικά-μαγνήτες, φτιαγμένους για να μην ξεκολλάει το μάτι από την οθόνη. Πάθος και ένταση. Κάθε φάση και «ξύλο», κάθε διεκδίκηση και εμμονή για τη νίκη. Επαναλαμβάνω δεν είναι ότι έβλεπες τις φάσεις που θα σου έμεναν ανεξίτηλες στο μυαλό, αλλά αυτή η θέληση στα μάτια των παικτών, το σφρίγος στην άμυνα και η φάπα που έπεφτε «σύννεφο» δεν σου επέτρεπαν να ξεκολλήσεις.

 

 

Ήθελες να είσαι εκεί, να παρακολουθείς την κάθε λεπτομέρεια, καθώς ο ρυθμός της αναμέτρησης και η προσωπικότητα παικτών της Μπάρτσα δεν σε έπειθαν ότι θα έχαναν με κατεβασμένα τα χέρια, ακόμα και όταν οι αντίπαλοι ξέφυγαν στο σκορ λίγο πριν το φινάλε.

Οι «πυραυλοκίνητοι» Larkin και Micic ουσιαστικά έφεραν την Εφές εκεί όπου έπρεπε να είναι από πέρσι, αλλά για να το καταφέρουν ανέβασαν παραπάνω παλμούς από όσο περίμεναν, προσφέροντάς μας μια παράσταση με τρομερό σασπένς, όπου μόνο ένα άθλημα σαν το μπάσκετ μπορεί να προσφέρει.

 

 

Καλό και πιο προσιτό στο μάτι το ΝΒΑ, αλλά σαν το σασπένς ενός τελικού της Euroleague, σε ένα 40λεπτο-πυρκαγιά όπου κρίνεται μια ολόκληρη χρονιά, ούτε μια σειρά αγώνων στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού δεν μπορεί να συγκριθεί. Του χρόνου πάλι.