«Δεν θέλω να μου ζητάς το Instagram μου»

Μία γυναίκα τονίζει την αξία του πατροπαράδοτου φλερτ. 

Όσοι από εμάς είχαμε την τύχη να υπάρξουμε παιδιά ή και έφηβοι στην προ-ιντερνετική εποχή, πιθανότατα θυμόμαστε ακόμη τις προειδοποιήσεις των γονιών μας για την επέλαση αυτού του επικίνδυνου κατασκευάσματος που ονομάζουμε «διαδίκτυο». Συγκεκριμένα, ομολογώ πως η προπαγάνδα των δικών μου ενάντια στο νέο αυτό μέσο, έπιασε «τόπο» ακριβώς γιατί έγινε τόσο μεθοδευμένα που στην πραγματικότητα ρίζωσε στο μυαλό μου. Με άλλα λόγια, μπορεί να ήμουν από τις τυχερές που είχαν τη γονική συναίνεση να περνάνε μερόνυχτα κουβεντιάζοντας στο myspace και κάνοντας «nudge» στο msn, αλλά το επόμενο πρωί πάντα κάποιος φρόντιζε να μου υπενθυμίζει πως «η πραγματικότητα είναι κάπου εκεί έξω». Αυτό αναπόφευκτα με κράτησε και με κρατάει σε επαγρύπνηση, ώστε να μην πάψω ποτέ να έχω δεύτερες σκέψεις για τις παροχές του, πόσω μάλλον για τους ανθρώπους που κρύβονται πίσω από όλα αυτά τα nicknames, τα avatar και τις εντυπωσιακές φωτογραφίες προφίλ.

Όλα τα παραπάνω, είναι μόνο μερικοί από τους λόγους που ένιωσα να τριγκεράρομαι, όταν εκείνος ο 30plus τύπος με τον οποίο φλέρταρα ένα βράδυ στην Αντίπαρο, πλησίασε με το πέρας της βραδιάς να μου ζητήσει τον λογαριασμό μου στο Instagram. Αρχικά φίλε 30plus, δεν έχω λογαριασμό στο Instagram και επιπλέον, δεν νομίζεις ότι γνωριζόμαστε ελάχιστα για να ζητάς εν μία νυκτί πρόσβαση σε όλες εκείνες τις πληροφορίες που παρέχει σε κάποιον ένα προφίλ στα social media;

Αυτό που με παραξένεψε αρχικά, είναι το γεγονός πως όταν πήγα να συναντήσω την υπόλοιπη παρέα και τους διηγήθηκα τι είχε προηγηθεί, μία από τις φίλες μου, μου είπε χαρακτηριστικά πως αν έβγαινα πιο συχνά από το σπίτι και είχα ανοίξει λογαριασμό στο Instagram, θα γνώριζα πως ο κόσμος έχει σταματήσει να ανταλλάσσει αριθμούς ήδη από το 2012. Το ακόμη πιο αξιοπερίεργο όμως, είναι πως την ίδια στιγμή που υποτίθεται είμαστε «δουλεμένοι» και υποψιασμένοι χρήστες του διαδικτύου, οι περισσότεροι όπως φαίνεται επιλέγουμε σχεδόν συνειδητά να παρέχουμε πολύ προσωπικές πληροφορίες σε άγνωστους, παρά έναν «κούφιο» δεκαψήφιο αριθμό.

Υποθέτω πως σε έναν σύγχρονο κόσμο στον οποίο χτίζονται ολόκληρες αυτοκρατορίες μέσα από ένα προφίλ και αρκεί ένα story για να γκρεμιστούν καριέρες, σε κάποιους μπορεί να φαίνεται old fashioned ή ετερόχρονο να ζητήσουν τον αριθμό του άλλου. Ωστόσο, ακόμη και αν ανήκεις στην παραπάνω κατηγορία, παρακάτω έχω μαζέψει τρεις καλούς λόγους που θα σε πείσουν πως το πατροπαράδοτο τηλέφωνο που τόσο σνομπάρεις, ήταν, είναι και θα είναι το καταλληλότερο μέσο για να προχωρήσεις στο πρώτο βήμα.

 

Γιατί σαμποτάρει τους stalker

Που πάει να πει πως μέσω του Facebook ή του Instagram μπορούμε να μάθουμε πολλά πράγματα για τους άλλους (ή και τίποτα, αν σκεφτείς πως όλοι λίγο πολύ παρουσιάζουμε αυτό που ιδανικά θα θέλαμε να είμαστε ή αυτό που θα θέλαμε να νομίζουν οι άλλοι), να βγάλουμε βεβιασμένα πρόχειρα συμπεράσματα για τον άλλον, να αποφανθούμε με ένα βιαστικό scroll πόσο συμβατοί είμαστε με το προφίλ το οποίο «κατασκοπεύουμε», χωρίς στην πραγματικότητα να μπούμε στον κόπο να επικοινωνήσουμε ουσιαστικά και να γνωρίσουμε τον άνθρωπο πίσω από αυτό, χωρίς να αφιερώσουμε καν τον ελάχιστο χρόνο. Όχι δεν φταίμε εμείς για αυτό, αλλά η ψευδαίσθηση που μας δημιουργούν τα SoMe πως γνωρίζουμε αυτούς με τους οποίους αλληλοεπιδρούμε. Για παράδειγμα, αν εγώ είχα όντως Instagram, το είχα δώσει στον 30plus τύπο και από ευγένεια τον έκανα follow back βλέποντας τα post του να περιορίζονται σε μία στενή κλίμακα μεταξύ Peugeot- Ολυμπιακού-Αργυρού, είναι δεδομένο πως όσο διατεθειμένη κι αν ήμουν εξαρχής να τον γνωρίσω, θα ήμουν εξαιρετικά προκατειλημμένη πριν καν βγούμε το πρώτο μας ραντεβού. Άμεσα, αυτό σημαίνει πως ο τύπος θα έπρεπε να καταβάλλει πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια για να με γοητεύσει ή χειρότερα, θα είχε «χάσει» το παιχνίδι ήδη από τα αποδυτήρια. Ανταλλάσσοντας όμως τηλέφωνα, μέχρι να βρεις το θάρρος να ζητήσεις και εντέλει να πας με τιμή και δόξα στο πρώτο ραντεβού, όλες οι πιθανότητες είναι ανοιχτές!  

 

 

Γιατί προετοιμάζει το έδαφος

Έχοντας πρόσβαση στο προφίλ του άλλου, ας είμαστε ειλικρινείς, είναι αναπόφευκτο πως θα μπεις στον πειρασμό και τελικά θα τον stalkάρεις. Συλλέγοντας πληροφορίες και δημιουργώντας ένα «παζλ» από όλες αυτές, έχεις τη δυνατότητα να σκιαγραφήσεις στο περίπου ένα γενικό προφίλ και να πας «διαβασμένος». Γνωρίζοντας τι μουσική ακούει, ποιες ταινίες του αρέσουν, πού κάνει διακοπές τα τρία τελευταία καλοκαίρια, μπορείς να παίξεις «μπάλα» πολύ πιο στοχευμένα. Ποιο το νόημα όμως; Tα πρώτα ραντεβού και κατ’ επέκταση το φλερτ, δεν είναι δοκιμαστικό στο GNTM, ούτε Πανελλήνιες. Όταν ένας από τους δύο έχει κρυμμένα σκονάκια στα μανίκια του, όλος ο αυθορμητισμός που απαιτεί μία τέτοια περίσταση για να γίνει η φάση κινηματογραφική και να δέσει το «γλυκό», πάει απευθείας… περίπατο. Δεν θα ήταν πολύ προτιμότερο να ανακαλύψεις μέσω του άλλου όλα εκείνα που θες να μάθεις για αυτόν; Να τον αφήσεις να σε εκπλήξει με το γεγονός ότι το 2009 είχατε βρεθεί και οι δύο μπροστά στο κάγκελο στην ίδια συναυλία; Να μην χρειαστεί να σκεφτείς ή να υποδυθείς την έκφραση του προσώπου σου όταν θα σε «σοκάρει» που προτιμάει τα «σκαθάρια» από τους Rolling Stones; Όταν η επικοινωνία που δημιουργείς γίνεται μέσω τηλεφώνου, ο άλλος μέχρι να του αφιερώσεις χρόνο θα παραμένει… κίντερ-έκπληξη, ένας γοητευτικός γρίφος στα μάτια σου και εσύ θα χρειαστεί να αυτοσχεδιάζεις με «σύμμαχο» τον καλύτερο εαυτό σου, προσπαθώντας να τον εντυπωσιάσεις. Με άλλα λόγια, είναι βέβαιο ότι το πράγμα θα έχει σαφώς πολύ περισσότερο ζουμί και ενδιαφέρον.

Last but not least: Γιατί θέλει κότσια

Μέσα σε μία καθημερινότητα που όλοι έχουμε ανοιχτά «παράθυρα» και τσατάρουμε ανελέητα με τους πάντες, το τηλέφωνο και δη το ακουστικό, έχει καταλήξει να θεωρείται κάποιου είδους τοτέμ. Μπορεί στα SoMe να μιλάς με εκατό άτομα ταυτόχρονα, το ακουστικό όμως θα το σηκώσεις (καλώντας ή απαντώντας) για τη μάνα, τον πατέρα, κολλητό, για όλους εκείνους που πραγματικά σε νοιάζει και σε «καίει» να επικοινωνήσεις μαζί τους. Καλώς ή κακώς, όλοι στον ίδιο κόσμο ζούμε και γνωρίζουμε πόσο εύκολο και «ανώδυνο» είναι να «κρυφτείς» πίσω από την οθόνη του κινητού σου και να πληκτρολογήσεις μία εξυπνάδα ή και περισσότερες. Το τηλέφωνο όμως, θέλει άλλη κράση και το κυριότερο, θέλει κότσια. Ας θυμηθούμε λίγο τις εκκωφαντικές ταχυπαλμίες, τα γόνατά μας που λύνονταν, την ανάσα μας που κοβόταν, τις λέξεις που είχαμε προβάρει και τελικά ξεχάσαμε στο άκουσμα του πρώτου αναπάντητου «τουτ» καλώντας το εκάστοτε crush. Αυτή η βασανιστικά μαγική φρενίτιδα όσο πάει και εκλείπει, ενώ τη θέση της παίρνει αυτό το μίζερο και δειλό ερώτημα: «Λες να μου στείλει» ή «Λες να της στείλω» το οποίο είναι χρονοβόρο και άσκοπο.

 

 

Ακόμη και ένα SMS είναι προτιμότερο, ακριβώς γιατί μεταφράζεται σε ουσιαστικό ενδιαφέρον, δηλαδή «Δεν έτυχε να “βολτάρω” στο Instagram και να μην έχω τι να κάνω οπότε σου έστειλα». Επιπλέον, στο ακουστικό κρίνεται πόσα απίδια πιάνει ο σάκος, σε αντίθεση με την οθόνη που τείνει να μας «μεγεθύνει» και να μας κάνει όλους καζανόβες και ξερόλες από το πουθενά. Θα ξεχάσω εγώ τον μπουζουκόβιο φίλο μου που έγραφε στο τσατ αναλύσεις επί αναλύσεων για τον Ρέντσο Πιάνο σε εκείνη την τριτοετή αρχιτεκτόνισσα, ενώ στη δίπλα ακριβώς καρτέλα το Google search είχε πάρει φωτιά;



©2016-2024 Ratpack.gr - All rights reserved