Είχαμε και στο χωριό μας «Black Mirror: Bandersnatch»;

Ο Ντίνος Ρητινιώτης προσπαθεί να χωνέψει την πρώτη διαδραστική ταινία της ζωής του, αλλά και τις γκρίνιες που άκουσε δεξιά κι αριστερά για το εγχείρημα. 

Αν κάποιος κάπου στο μακρινό 1999 μου έλεγε ότι μετά από μια εικοσαετία θα είμαι σε θέση να βλέπω ταινία στην τηλεόραση και να ορίζω τη συνέχεια της ιστορίας με το τηλεκοντρόλ μου, θα προσπαθούσα να φανώ όσο το δυνατόν πιο διακριτικός γίνεται απέναντί του. Ούτε συζήτηση για το κακό που μπορεί να σου προξενήσουν τα ναρκωτικά, ούτε τίποτα. Θα γυρνούσα διπλωματικά την κουβέντα αλλού, σε πράγματα που κινούνται στη σφαίρα του εφικτού. Στις προοπτικές που μπορεί να έχει, ας πούμε, μια επένδυση σε ένα γερό χαρτί στο χρηματιστήριο. 

Στο σήμερα και στην πραγματικότητα του 2019, ο ουτοπιστής θα ένιωθε δικαιωμένος όση ώρα εγώ θα προσπαθούσα μάταια να μπαλανσάρω τις χαμένες μου αποταμιεύσεις από την μεγάλη απάτη.

Το μέλλον, λοιπόν, είναι εδώ και μας το προσφέρει απλόχερα εδώ και μερικές μέρες το Netflix μέσα από το «Black Mirror: Bandersnatch», την πρώτη διαδραστική ταινία για ενήλικες, η οποία αναμένεται να αλλάξει όλα όσα ο τομέας της τηλεοπτικής ψυχαγωγίας θεωρούσε θέσφατα.

 

Περί τίνος πρόκειται;

Σε αναμονή των νέων για την 5η σεζόν του Black Mirror και των νέων επεισοδίων που θα σκαρφιζόταν ο πειραγμένος εγκέφαλος του δημιουργού της, Charlie Brooker, βρεθήκαμε αιφνιδιασμένοι όταν μερικές ανάσες πριν φύγει το 2018 βγήκε το τρέιλερ (βλ. παρακάτω βίντεο) και την αμέσως επόμενη μέρα κυκλοφόρησε στη διάσημη πλατφόρμα -όχι κάποιο από τα πρώτα επεισόδια της 5ης σεζον όπως ατυχώς μαντέψαμε μετά από την πολυσυζητημένη διαρροή στο Twitter, αλλά- μία αυτοτελής ταινία, στην οποία ο θεατής έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει την εξέλιξη της ιστορίας, καθοδηγώντας σαν μαριονέτα τον κεντρικό πρωταγωνιστή. Αυτό που άκουσες διάβασες.

 

 

Κι έτσι ξαφνικά, που θα έλεγε και μια ψυχή, οι όροι του παιχνιδιού άλλαξαν. Παρά το γεγονός ότι οι choose-your-own-adventure επιλογές υπήρχαν ήδη σε βιβλία και σε video games, η μεταφορά του εγχειρήματος στην τηλεόραση φάνταζε ένα σενάριο τραβηγμένο από τα μαλλιά. Έλα όμως που καλώς μας ήλθε το 2019 με τα καλούδια του...

 

Και πάει κάπως έτσι

Με μια τζούρα υπερβολής (αραιωμένο το κεφάλι γαρ), ήταν τα δικά μου τα μαλλιά τα οποία τράβαγα χθες το βράδυ, όταν δυο λεπτά περίπου μετά την έναρξη του «Black Mirror: Bandersnatch» και συγκεκριμένα στην σκηνή όπου ο πατέρας του πρωταγωνιστή τον ρωτούσε ποιο από τα δύο δημητριακά προτιμά, έβλεπα χαμηλά στην οθόνη της τηλεόρασής μου να βγαίνει μια μπάρα με δύο επιλογές: το τάδε ή το δείνα δημητριακό;

 

49408013 326109424902835 485961457754701824 n

*αυτό είναι από μεταγενέστερο δίλημμα, ολίγον τι πιο βαρύνουσας σημασίας, αλλά στο δίνω για να έχεις μια εικόνα. 

 

Επέλεξα με το τηλεκοντρόλ το τάδε, ο πρωταγωνιστής άκουσε την εντολή μου, το στόρι συνεχίστηκε, χαμογελούσα σαν χαζούλης μπροστά στο Καινούργιο και περίμενα με ανυπομονησία το επόμενο δίλημμα. Αυτό και μόνο το γεγονός, το ότι δηλαδή δεν περίμενα ως είθισται στωικά να δω τι έχει να μου σερβίρει στο πιάτο ο σεναριογράφος και ο σκηνοθέτης, αλλά ήμουν εγώ εκείνος ο οποίος ορίζει (εδώ μπαίνει ερωτηματικό και θα σου εξηγήσω στην συνέχεια) την εξέλιξη του στόρι, είναι μια εμπειρία που ενδεχομένως σε μερικά χρόνια να αποτελεί τον κανόνα. Σε μερικά χρόνια. Σήμερα, είναι κάτι το καινοτόμο, ένα ξεχωριστό βίωμα, μία επαναστατική αφήγηση. Κι ας διαβάζω δεξιά κι αριστερά διάφορους που προφανώς έχουν χωνέψει κάμποσες ντουζίνες από διαδραστικές ταινίες να καυτηριάζουν τη χαλαρότητα ή την αφέλεια του σεναρίου.

 

Μιλώντας για σενάριο...

Η ταινία έχει ως κεντρικό πρωταγωνιστή έναν πιτσιρικά προγραμματιστή, τον Stephan (ο Fionn Whitehead της «Δουνκέρκης»). Μένει με τον πατέρα του και έχει βάλει ως σκοπό της ζωής του να μετατρέψει σε ηλεκτρονικό παιχνίδι το ομώνυμο βιβλίο που είχε στην κατοχή της η μητέρα του την οποία έχασε όταν ήταν πιτσιρίκι. Στρέφεται, που λέτε, προς μια μεγάλη εταιρεία παραγωγής video games η οποία του προσφέρει την ευκαιρία να γίνει ο φτασμένος developer που ονειρευόταν. Ο Stephan στην προσπάθειά του να προλάβει deadlines και να υποτάξει προσωπικούς δαίμονες, ζητάει κάθε λίγο και λιγάκι τη βοήθειά σου κι εσύ καλείσαι μέσα σε 10 δευτερόλεπτα να αποφασίσεις για το πώς θα συνεχιστεί η ιστορία. 

Κι εδώ έρχονται οι πρώτες ενστάσεις: ενώ αρχικά σου δίνεται η ψευδαίσθηση πως οι επιλογές σου είναι σημαντικές και οδηγούν σε ένα και μοναδικό τέλος, ανακαλύπτεις σιγά σιγά πως η ίδια η ταινία σε επιστρέφει σε προηγούμενα μονοπάτια και σε διαφορετικές υπο-εξελίξεις της ιστορίας (αξίζει να σημειώσουμε κάπου εδώ πως το Bandersnatch περιλαμβάνει 250 σκηνές για να καλύψει κάθε πιθανή έκβαση του σεναρίου). Πράγμα που σημαίνει ότι η ταινία μπορεί να διαρκέσει -ανάλογα με τις επιλογές που θα κάνεις- από 40 λεπτά έως και ένα ολόκληρο τριωράκι, ΧΩΡΙΣ να διαθέτεις τη συνηθισμένη δυνατότητα που προσφέρει το Netflix, αυτήν της μετακύλισης της χρονικής μπάρας. Το λες και ασύμφορο binge-watching, δεδομένου ότι όλα εκείνα που θα μασουλούσες σε μίας νορμάλ έκτασης ταινία, πολλαπλασιάζονται επικίνδυνα κι αυτό καλό είναι να μη γίνονται. 

 

 

 

Με αυτά και με εκείνα, όρεξη να 'χεις και μπορείς να φας αρκετές ώρες για να ανακαλύψεις κάθε πιθανή έκβαση, αλλάζοντας κάθε φορά τις απαντήσεις που δίνεις. Για να καταλάβεις το χαοτικό του όλου πράγματος, ο σκηνοθέτης του David Slade, μιλώντας στο THR είπε πως υπάρχουν τα λεγόμενα «golden eggs» τα οποία είναι τόσο σπάνια που ο κόσμος μπορεί να μη τα βρει ποτέ. Ο ίδιος συμπλήρωσε: «Ειλικρινά σας μιλώ ότι γυρίσαμε μια σκηνή που ακόμη δεν μπορέσαμε να βρούμε». Ψυχραιμία και καλά κουράγια, αλλά να ξέρεις πως υπάρχει κι ένας δεδομένος μπούσουλας: οι βασικές καταλήξεις του σεναρίου είναι 5.

 

Να το δεις

Αφενός μεν γιατί θα ζήσεις κάτι πρωτόγνωρο, αφετέρου διότι θα πρέπει να κάνεις την προθέρμανση σου για όλα εκείνα που θα ζεις ως αυτονόητα σε μερικά χρόνια από τώρα κάθε φορά που θα αφήνεις τις ίντσες της τηλεόρασής σου να σε ψυχαγωγήσουν. Με τις όποιες του ατέλειες και ρηχότητες, το Black Mirror: Bandersnatch, ανοίγει το δρόμο σε παρόμοια εγχειρήματα που είναι βέβαιο ότι θα επιχειρήσουν να καλύψουν τα όποια κενά άφησε πίσω του ο Brooker και να καταστήσουν τον θεατή πραγματικό συμμέτοχο. 

Μέχρι τότε, καλό είναι να μη γκρινιάζουμε για την κληρονομιά που μας άφησε το Black Mirror: Bandersnatch, το οποίο δίνοντάς μας την ψευδαίσθηση ότι είμαστε κομιστές της ελεύθερης βούλησης και στο καπάκι αυτο-ακυρώνοντάς την, δεν έκανε τίποτε άλλο από το να μας προσφέρει με τον καλύτερο τρόπο μια γεύση από ένα μέλλον που το γευόμαστε ήδη εδώ και αρκετές δεκαετίες. 



52 SHARES