To “Bones and All” προσπαθεί να δείξει cool και αυτό δεν είναι καθόλου cool

O Luca Guadagnino είχε στα χέρια του μια ευκαιρία για μια διαφορετική coming of age, αλλά η διαφορετικότητα επισκίασε την προσπάθεια.

Η Maren, την οποία υποδύεται η Taylor Russell ζει το δράμα της εφηβείας της, όπως όλες οι συνομήλικές της ανάμεσε σε μυστικά, ψέματα στους γονείς και μια ανυπομονησία για την πολυπόθητη ενηλικίωση. Η διαφορά με τη Maren είναι ότι δεν λέει ψέματα στον πατέρα της, αλλα μαζί με αυτόν στις φίλες της και σε ολόκληρη την κοινωνία. Η Maren είναι κανίβαλος, όχι από επιλογή, αλλά κάτι μέσα της, ένα ένστικτο ή ένας δαίμονας, να ξεσκίζει με τα δόντια της ζωντανή ανθρώπινη σάρκα. Κάπου εκεί ξεκινάει ένα διαφορετικό ταξίδι ενηλικίωσης, πολλά υποσχόμενο για το κοινό.

Η προσέγγιση του κανιβαλισμού από τον Guadagnino έχει αρκετή συμπάθεια και ενσυναίσθηση, δεν είναι μια ταινία με άψυχα και άβουλα ζόμπι, δεν υπάρχει καν το στοιχείο του evilness που βλέπουμε σε μια ταινία με βαμπίρ και δαίμονες. Δεν υπάρχει το ζήτημα μιας εσωτερικής μάχης μεταξύ καλού κακού, αλλά μοιάζει πολύ με το πέρασμα από τη δαιμονοποίηση μια ψυχικής νόσου όπως αυτή χάνει σταδιακά το στίγμα της και γίνεται τρόπος ζωής για τον πάσχοντα. Η Maren προσπαθεί να μάθει πώς είναι να συζεί με τον κανιβαλισμό στο κοινωνικό περιθώριο χτίζοντας τον δικό της μικρόκοσμο τριγύρω της. 

Ένας μικρόκοσμος με δύο αντιδιαμετρικά στοιχεία, από τη μία είναι ο Mark Rylance στον ρόλο του Sully, από την άλλη ο συνήθης ύποπτος σε αυτό το είδος ταινιών, Timothée Chalamet στον ρόλο του Lee. 

 

 

Οι τρεις αυτοί μικρόκοσμοι εφάπτονται, αλληλοεπικαλύπτονται και τελικά χωρίζουν. Ο μικρόκοσμος του Sully είναι αυτός του παλιακού περιθωρίου, αυτός που στον βωμό της αυτοσυντήρησης έχει αποκοπεί εντελώς από την κοινωνία, είναι ένας μοναχικός κανίβαλος χωρίς καμία διάδραση με την κοινωνία, ένας ερημίτης μιας φοβικής εποχής, ούτε με άλλους κανίβαλους δεν έχει επαφές. Μέχρι τη στιγμή που καταλαβαίνει ότι ο γερνάει, ο χρόνος περνάει και η μοναξιά είναι ανυπόφορη σε αυτή την ηλικία.

Από την άλλη είναι ο μικρόκοσμος του Lee, αυτή η νέα ματιά που θέλει να γκρεμίσει τα όρια μεταξύ περιθωρίου και καλής κοινωνίας και αρπάξει το κομμάτι ζωής που της αξίζει στο προσκήνιο, ακόμα κι αν είναι κανίβαλοι.

Ο κανιβαλισμός σαν αλληγορία για όλα όσα μπορούν να στριμώξουν κάποιον στις παρυφές της κοινωνίας, είναι μια ιδιοφυής ιδέα. Είναι ακριβώς αυτό το κράμα μαύρου χιούμορ και παράνοιας που χρειάζεται να περιγράψει τη γενεσιουργό αιτία για κάθε μία περίπτωση ανθρώπου που δεν διάλεξε να ζήσει μια τέτοια ζωή, αλλά αναγκάστηκε να τη ζήσει. Το λάθος του Guadagnino ήταν ότι ενώ είχε μια καλή ιδέα στα χέρια του, την πότισε λίγο παραπάνω από όσο έπρεπε με αποτέλεσμα να την πνίξει.

Για παράδειγμα η μουσική, Joy Division και New Order δίνουν έναν καταπληκτικό βιντεοκλιπίστικο αέρα, αλλά είναι λίγο πιο παπακαλιατικό από όσο χρειάζεται. Η οργισμένη εφηβεία με τις μουσικάρες είναι ένα πισωγύρισμα που προκαλεί τον εύκολο συναισθηματικό εκβιασμό του High Fidelity. 

 

 

Στην ίδια αισθητική λούπα (ή μήπως λούμπα) πέφτει και το roadtrip ανάμεσα σε diners, παρατημένες ΒΙΠΕ, ένα pick up truck και ένα fair, όπως λένε την εμποροπανήγυρη στην απέναντι όχθη του Ατλαντικού. Προσπαθώντας να κάνει tick σε όλα τα κουτάκια μιας γλυκερής coming of age ταινίας όπου οι πρωταγωνιστές προσπαθούν να μάθουν τον εαυτό τους, τελικά η ταινία προσπαθεί να ενηλικιωθεί και η ίδια, αλλά δεν τα καταφέρνει. Είναι σαν να προσπαθεί να γίνει ταινία του Paul Thomas Anderson, αλλά της περιορίζει τους ορίζοντες η επαρχιώτικη καταγωγή της. 

Σαν να κατανοεί και η ίδια τους περιορισμούς βάζοντας τον κανιβαλισμό σε πρώτο πρόσωπο για να τον κάνει πιο σοκαριστικό από όσο ήδη είναι. Κυριολεκτικά σε πρώτο πρόσωπο μέσα από την POV γωνία που θύμισε TikTok βίντεο. Αυτή η ματιά θα μπουρούσε να είναι όντως ενδιαφέρουσα, αλλά επειδή ακριβώς το έκανε τόσο στυλιζαρισμένα και διατηρώντας την όλη παραδοσιακή αισθητική του είδους, τελικά γίνεται ο θείος που κάθεται με τη νεολαία. Το asset που λέγεται Timothée Chalamet και μπαίνει παντού σε αυτές τις ταινίες σαν απαραίτητο υλικό, όπως όταν έβαζαν παντού παστινάκι στο Master Chef, τελικά καταφέρνει να αφαιρεί από την ταινία αντί να της προσθέτει γιατί επιβάλλεται σε αυτή, περίπου όπως η κρέμα γάλακτος σε κάτι αλα κρεμ για να ολοκληρώσουμε με τις γαστρονομικές μεταφορές.

Χωρίς να είναι κακό το “Bones and All” τελικά αφήνει στον θεατή την αίσθηση του ανεκπλήρωτου και μιας μεγάλης χαμένης ευκαιρίας που θα μπορούσε να είναι κάτι πολύ καλύτερο. Ίσως είναι και η ώρα για τον Chalamet να σταματήσει να υποδύεται τον 17χρονο. Αυτή η μισοτελειωμένη ταινία, ας είναι το καμπανάκι κινδύνου ότι ήρθε επιτέλους η ώρα να προχωρήσει.