To House of Gucci ήρθε για να απενοχοποιήσει τη σαπουνόπερα

Πώς μια μέτρια ταινία μπορεί να γίνει μια ευχάριστη κινηματογραφική εμπειρία

Τα τέλη της δεκαετίας του ‘70 ήταν μια ταραχώδης περίοδος για την Ιταλία. Αυτό που ξεκίνησε σαν ένα ελπιδοφόρο πάρτι στους δρόμους του Παρισιού 10 χρόνια νωρίτερα και απλώθηκε σαν ντόμινο από το Σικάγο μέχρι την Αθήνα, στην Ιταλία βυθίστηκε μέσα σε έναν αέναο κύκλο βίας και διαφθοράς. Η ιταλική δημοκρατία ανακάλυπτε τα σαθρά της πολιτικά θεμέλια και η τρομοκρατία θέριζε εκατοντάδες αθώες ζωές με αποκορύφωμα το Μακελειό της Μπολόνια εκείνο το μαύρο καλοκαίρι του 1980. 

Μέσα σε αυτό το χάος μια φιλόδοξη νέα γυναίκα βρήκε το πρόσφορο έδαφος για τη δική της, ανελέητη κοινωνική ανέλιξη. Αλλά πώς συνδέεται ακριβώς ο κοινωνικός ιστός μιας χώρας που κρέμεται από μία κλωστή με μια ιστορία ίντργκας, οικογενειακού δράματος, προδοσίας και δολοπλοκίας; Άθελά του ο Ridley Scott κατάφερε να αποδώσει αυτό το χάος και τη διαφθορά, ακόμα και στη σκηνοθεσία.

 

 

Κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς ήθελε να αποδείξει ο 83χρονος σκηνοθέτης, που όχι μόνο δεν λέει να πάρει σύνταξη, αλλά έβγαλε 2 ταινίες στις αίθουσες μέσα σε λιγότερο από 2 μήνες. Πήρε μια χρονική περίοδο 20 ετών και μας έδωσε κλεφτές ματιές σε αυτή χωρίς να τις συνδέσει κάπως. Είναι μια ταινία στην οποία τα περισσότερα υπονοούνται, αλλά χωρίς να απαιτούν από τον θεατή να κάτσει να τα σκεφτεί. 

Όλη η δράση είναι ντυμένη με μια απλοϊκή πλοκή χωρίς καμία εμβάθυνση. Από το πώς η καπάτσα Patrizia Reggiani «τύλιξε» τον αφελή κληρονόμο Maurizio μέχρι το πώς οργάνωσε τη δολοφονία του. Ναι, το συνολικό αποτέλεσμα θυμίζει πάρα πολύ σαπουνόπερα και τις αστείες δολοπλοκίες της οικογένειας Δράκου, αλλά με μια κρίσιμη λεπτομέρεια, όλα αυτά έγιναν στην πραγματικότητα. 

 

 

Όπως και στο Succession, που είναι το νέο Mad Men, που ήταν το νέο Sopranos, το House of Gucci προσφέρει μια ευδαιμονική ανακούφιση στο μικροαστικό φιλοθεάμον κοινό. Την ανακούφιση ότι όταν ξεκατινιάζονται οι πλούσιοι, ειδικά οι old money, δεν έχουν καμία απολύτως διαφορά από δύο αδέρφια που έρχονται στα μαχαίρια για εκείνο το εξοχικό, πρώην αυθαίρετο, στον Ωρωπό. Κατά κάποιο τρόπο αυτή η τσαπατσουλίστικη προσέγγιση από τον Ridley Scott ίσως ήταν και ηθελημένη για να προσθέσει πόντους στο όλο γκροτέσκο του πράγματος. 

Το άλλο μεγάλο κατόρθωμα του Scott ήταν ότι κατάφερε να συγκεντρώσει ένα τέτοιο cast. Από τη Lady Gaga, μέχρι τον Al Pacino και από τον Jared Leto, μέχρι τον Jeremy Irons, δεν ήταν μόνο μεγάλα ονόματα, αλλά έδωσαν το 100%. Μπορεί να γοητεύτηκαν από το ότι θα χρησιμοποιούσαν ως σκηνικό τη Villa Balbiano στην όχθη της λίμνης Como, μπορεί απλά να ένιωσαν την ίντριγκα της συμμετοχής σε μια αυθεντική ιταλική οικογενειακή τραγωδία, αυτό που μετράει όμως είναι ότι πείστηκαν και συμμετείχαν σε αυτή τη «σαπουνόπερα».

 

 

Ακόμα και η φρικτή, επιτηδευμένη ιταλική προφορά των Pacino και Gaga, η οποία μπορεί να προκαλέσει ρήξη τυμπάνου στα αυτιά οποιουδήποτε απογόνου του Δάντη Αλιγκιέρι και θυμίζει περισσότερο New Jersey παρά Τοσκάνη, είναι μέρος του σχεδιασμού για μια ιταλοαμερικάνικη σαπουνόπερα. Αν πρέπει να ξεχωρίσουμε μια ερμηνεία, αυτή δεν είναι ούτε του Al Pacino, ο οποίος έχει ακόμα άπειρο κεφάλαιο για ξόδεμα καλής υποκριτικής ακόμα κι αν είναι εμφανής η βαρεμάρα του, ούτε της Gaga που απέδειξε την αξία της στο A Star Is Born επισκιάζοντας τον Bradley Cooper. Μιλάμε προφανώς για τον Jared Leto.

O Leto έχει συγκεντρώσει την οργή κοινού και κριτικών ουκ ολίγες φορές, τις περισσότερες φορές δικαιολογημένα, αλλά ως Paolo Gucci δίνει ρέστα. Σε μία πρόζα που θυμίζει κάτι μεταξύ αυτοσχεδιασμού και Fredo Corleone, δίνει το κάτι παραπάνω σε μια λίγο πολύ αναμενόμενη πλοκή, μιας και η ιστορία του Maurizio Gucci δεν είναι ακριβώς άγνωστη. 

 

 

Αισθητικά η ταινία αποζημιώνει το μάτι του θεατή, ακόμα κι αν αυτός δεν είναι ακριβώς αυτό που θα λέγαμε fashionista. Τα 80s άλλωστε, παρέχουν aesthetics αβίαστα, σε απίστευτο όγκο και ανεξάντλητα. Η προσδοκία για μια βιντεοκλιπίστικη προσέγγιση που καλλιεργήθηκε από τα trailer, δεν επιβεβαιώθηκε, αν και η μουσική της εποχής είχε τις δικές τις σποραδικές πρωταγωνιστικές στιγμές. 

Τελικά σε ποιους απευθύνεται το House of Gucci; Απευθύνεται σε όλους, είναι η εύκολη και σύντομη απάντηση. Δεν θα σου αλλάξει τη ζωή, δεν θα σου αφήσει κάποια διδακτική εμπειρία. Δεν φιλοδοξεί να γίνει μια νερωμένη εκδοχή του La Grande Bellezza, και ευτυχώς δηλαδή, ωστόσο καταφέρνει για 2 ώρες και 30κάτι λεπτά να προσφέρει ένα ευχάριστο θέαμα σε ένα ευρύτατο κοινό που ελάχιστες ταινίες μπορούν να ξεχειλώσουν τόσο πολύ τα όρια του κοινού στο οποίο απευθύνονται. 

Το House of Gucci αδιαφορεί για τα αστεράκια των σινεκριτικών, μπορεί να πάρει από μισό, μέχρι 4,5. Αδιαφορεί με τον ίδιο τρόπο που αδιαφορεί και μια σαπουνόπερα που δεν θα γίνει ποτέ το νέο Sopranos.  

  



2 SHARES