ΙΝΤΙΜΕ ΝΕWS | ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΖΑΜΑΡΟΣ Ο «εμφύλιος» του Σεπτεμβρίου
Τον μήνα που έρχεται, θα μετρήσουμε πολλά περισσότερα πράγματα από κρούσματα και διασωληνωμένους. Θα μετρήσουμε τις αντοχές και την ψυχραιμία μας.
Ετοιμαστείτε, διότι μόλις εγκαταλείψουν την όμορφη Ελλάδα μας οι τουρίστες και γυρίσει και ο τελευταίος μεγάλος όγκος των ανθρώπων που πήγαν διακοπές, εκεί περίπου στα τέλη του Αυγούστου, θα αρχίσουμε πάλι να ασχολούμαστε με νούμερα: πόσοι κουβάλησαν τον ιό στα σπίτια τους, πόσο ανέβηκαν τα κρούσματα, οι διασωληνωμένοι, οι θάνατοι, πόσο πιέζεται το σύστημα υγείας και τι μέτρα θα παρθούν. Το ξέρουμε, το έχουμε ξαναπεράσει, το περιμένουμε. Ίσως αυτή τη φορά να μην είναι καθολικό λοκντάουν και απαγόρευση κυκλοφορίας, αλλά θα ζοριστούμε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. 
 
 
 
 
Και φυσικά θα γίνει η συζήτηση για την ατομική ευθύνη και την ευθύνη των κυβερνώντων και ποιος την έχει πιο μεγάλη την ευθύνη και θα αρχίσουμε πάλι να τρωγόμαστε. Όλοι μας την έχουμε την ευθύνη που μας αναλογεί και όλων το κεφάλι θα μπει βαθιά μέσα στο λάκο, οπότε το να πετάμε το μπαλάκι ο ένας στον άλλον δεν ωφελεί. Διότι μπορεί εσύ να πρόσεχες στις διακοπές, αλλά το παιδί σου να μην πρόσεχε. Μπορεί ο δίπλα να απέφευγε το συνωστισμό, αλλά η κοπέλα του να χόρευε όλο το βράδυ σε ένα μαγαζί που ήταν τίγκα στον κόσμο. Να φόραγες εσύ τη μάσκα σου αλλά όχι οι γονείς σου – στο ίδιο σπίτι ή στην ίδια «κοινωνική φούσκα» θα καταλήξετε όλοι, οπότε δεν έχει και μεγάλο νόημα ποιις έφταιξε περισσότερο ή λιγότερο: η ζημιά θα έχει γίνει. 
 
Στην πρώτη γραμμή της συζήτησης, θα βρεθούν μοιραία αυτοί που δεν εμβολιάστηκαν. Διότι φοβούνται ένα εμβόλιο που δεν έχει δοκιμαστεί επαρκώς, διότι είναι αρνητές του ιού, διότι είναι του αντι-εμβολιαστικού κινήματος, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι αυτοί οι συνάνθρωποί μας, που μπορεί να είναι φίλοι μας, συγγενείς μας, συνάδελφοί μας και γείτονές μας κινδυνεύουν περισσότερο να κολλήσουν. Κάποιοι μπορεί να βρεθούν στη ΜΕΘ και μερικοί να χάσουν τη ζωή τους. Και όσο κι αν διαφωνούμε με τη στάση τους, κανείς δεν έχει δικαίωμα να ρίχνει κατάρες, να ειρωνεύεται ή να λέει «καλά να πάθει» σε έναν άνθρωπο που αρρώστησε ή παλεύει για να σώσει τη ζωή του. Όπως από την άλλη και αυτός που έπαθε ένα έμφραγμα ή ένα τροχαίο ή πρέπει να κάνει μια επείγουσα επέμβαση, έχει το δικαίωμα να βρει ένα χειρουργείο και ένα κρεβάτι εντατικής και όχι να χαροπαλεύει σε ένα ράντζο στον διάδρομο κάποιου νοσοκομείου, επειδή όλες οι ΜΕΘ είναι κατειλημμένες από ανεμβολίαστους συνανθρώπους μας που κόλλησαν κορωνοϊό. 
 
 

 
 
«Μύλος» η κατάσταση. Και θα γίνει χειρότερη μόλις ξεκινήσουν οι διαχωρισμοί ανάμεσα σε εμβολιασμένους και ανεμβολίαστους. «Εσύ μπαίνεις στο εστιατόριο, εσύ όχι». «Εσύ έχεις δικαίωμα να πας στο θέατρο ή τον κινηματογράφο, εσύ όχι». Στο καφέ, στο γήπεδο, οπουδήποτε. Διότι θα γίνει αυτό το πράγμα, είτε αρέσει σε κάποιους, είτε όχι. Και άμα σφίξουν τα γάλατα και αποφασιστεί κάποιου είδους απαγόρευση κυκλοφορίας, αυτοί που θα επιτρέπεται να κυκλοφορούν έξω, έστω και με περιορισμούς, θα είναι λογικά όσοι έχουν εμβολιαστεί και δεν διατρέχουν μεγάλο κίνδυνο να κολλήσουν οι ίδιοι ή να κολλήσουν κάποιον άλλον που επίσης έχει εμβολιαστεί.  Ο Σεπτέμβριος, για μια ακόμα φορά, θα τεστάρει τις αντοχές της κοινωνίας μας, τις αντοχές μας, τις σχέσεις και την υπομονή μας. Θα μας φέρει αντιμέτωπους τον έναν απέναντι στον άλλον, τον εμβολιασμένο απέναντι στον ανεμβολίαστο, όπου ο πρώτος θα μπορεί να κάνει πράγματα που ο δεύτερος δεν θα μπορεί. Πράγματα που κάποιοι τα λένε «προνόμια», αλλά στην πραγματικότητα είναι απλά μια επιστροφή στην κανονική ζωή: δεν είναι «προνόμιο» να μπορείς να πας σινεμά ή γήπεδο ή να φας σε ένα εστιατόριο, είναι ένα κομμάτι της ζωής που είχαμε και των πραγμάτων που κάναμε πριν μπει στη ζωή μας ο κορωνοϊός. 
 
 
 
Το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται η κοινωνία μας, η χώρα αυτή που έχει δοκιμαστεί σκληρά τα τελευταία χρόνια, άλλοτε λόγω μνημονίων και άλλοτε λόγω πανδημίας, είναι ένας «εμφύλιος». Είναι να χωριστεί στα δυο και να τσακώνεται πάνω από ένα τραπέζι εστιατορίου ή έξω από τη θύρα ενός γηπέδου, στο γκισέ ενός θεάτρου ή ενός κινηματογράφου. Είναι να πλακωνόμαστε (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) γιατί κάναμε ή δεν κάναμε το εμβόλιο, για το ποιος διατρέχει μεγαλύτερο κίνδυνο και αν μας έβαλαν τσιπάκι στο μπράτσο ή όχι. Διότι απ’ αυτόν το «λάκο», ίσως να κάνουμε πολύ καιρό για να βγάλουμε το κεφάλι μας έξω. 


118 SHARES