Ο Έλληνας πατέρας είναι ο μεγάλος ήρωας της παραλίας

Ομπρέλες, ψυγεία, κουβαδάκια, ψάθες. Ένας πατέρας και αναγνώστης, μας γράφει για την πιο αγαπημένη του Οδύσσεια.

Πρέπει να περάσει ένας σημαντικός χρόνος στη ζωή σου για να αντιληφθείς πως έχεις ζήσει όλα όσα ήθελες και στη συνέχεια να αφοσιωθείς στα παιδιά και την οικογένειά σου. Αν δεν σε έχει κατακλύσει αυτό το συναίσθημα, μην κάνεις ακόμα παιδιά. Δεν είναι η ώρα σου. Σημαίνει πως θέλεις ακόμη χρόνο για τον εαυτό σου πριν περάσεις στο παρασύνθημα του γάμου και των παιδιών. Εγώ προσωπικά, προέρχομαι από διαλυμένη οικογένεια. Ήθελα λοιπόν πάντα να διορθώσω αυτή την ατυχία στη ζωή μου. Ήθελα πάντα γυναίκα και παιδιά. Στα 29 ήμουν ήδη πατέρας. Στα 35 μου, είμαι ένας ευτυχισμένος σύζυγος και πατέρας 3 παιδιών. Και είμαι το νέο πορτ-μπαγκάζ της οικογένειας.

 

 

Δεν το λέω με παράπονο. Κάθε άλλο. Μπορώ να πω υπεύθυνα ότι δεν υπάρχει τίποτα που δεν θα έκανα για την οικογένειά μου. Αυτό όμως το καλοκαιρινό κουβάλημα στην παραλία, είναι πράγματι το κάτι άλλο. To ξέρεις όταν πηγαίνεις με τα παιδιά, το ξέρεις όταν πηγαίνεις με φίλους που έχουν παιδιά. Είμαι λοιπόν ο περίφημος Έλληνας πατέρας ο κουβαλητής. Αυτός που περνάει με το καπελάκι και τις καρέκλες παραμάσχαλα,  με την ομπρέλα στον ώμο και όπως τον κοιτάζεις λες «πω ρε τον άνθρωπο θα έχει γίνει χώμα». Είμαι πράγματι χώμα. Οδηγούσα από την άλλη άκρη της Αττικής για να φτάσω στο Σούνιο να βρουν καλή παραλία τα παιδιά. Να είναι μεγάλη και να μπορούν να τρέξουν. Έχω βάλει και πράγματα του κολλητού μου στο πορτ-μπαγκάζ γιατί δεν χωράνε όλα στο Smart του. Στη διαδρομή έχω κατέβει μαζί με τα παιδιά να διαλέξουν τι θα φάνε στο φούρνο και πρέπει να κουβαλήσω και τους καφέδες. Η γυναίκα μου; Όχι να κάτσει στο αμάξι. Δουλεύει από το πρωί ως το βράδυ κυριολεκτικά και θέλω να ηρεμήσει το Σουκου. Θέλω να κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου να μην ασχοληθεί με τίποτα παραπάνω από όσο πρέπει. Έτσι την τιμάς την γυναίκα σου. Αγαπώντας την με πράξεις.

Πρόσφατα ανακάλυψα ότι είναι πιο έξυπνο να κρεμάσω τις σακούλες στις δύο άκρες της ομπρέλας βάζοντας την στη πλάτη μου παρά να πηγαινοέρχομαι στο αυτοκίνητο. Μετά έχουμε τον παιδικό εξοπλισμό. Κουβαδάκια. Φτυράκια. Τσουγκράνες. Φορτηγά. Τα παιδιά θέλουν να κάνουν όλα τα έργα που δεν πρόλαβε να κάνει το ΠΑΣΟΚ το ορθόδοξο στην παραλία. Μιλάμε για χτίσιμο. Χαμό. Κάστρα παντού. Να τα παίρνει μετά το κύμα να κλαίει ο πιο μικρός. «Έλα αγοράκι μου θα το ξανακάνουμε καλύτερο». Και μετά να τρέχουν. Να τα κυνηγάει η μάνα τους με το αντηλιακό. Να ξέρετε πως η φράση «Μπαμπά πιάσε με» είναι η ωραιότερη φράση που μπορεί να ακούσει ένας πατέρας. Εκτιμήστε τη γιατί δεν διαρκεί πολύ. Πιστεύω ότι στο επόμενο λεπτό θα ανοιγοκλείσω τα μάτια μου και τα παιδιά μου θα έχουν γίνει 15 και δεν θα θέλουν καμία σχέση πια μαζί μου.

 

 

Το ωραιότερο κουβάλημα είναι το ψυγειάκι. Εκεί η πρώτη μπίρα κάτω από την ομπρέλα, είναι του μπαμπά και της μαμάς. Ξεκάθαρα. Είναι η πρώτη μπίρα που κατεβαίνει σαν νερό γιατί βράζεις από τον ιδρώτα και έχεις ακόμη λίγο χρόνο μέχρι να δεις τα πιτσιρίκια να θέλουν να πάνε στα βαθιά. Πετάγεσαι εκεί. Μιτς Μπιουκάναν από Baywatch που τρέχω με την κοιλούμπα. Μόνο η γυναίκα μου χαμογελάει, όλοι οι άλλοι λέτε «μα καλά, που πάει αυτός ο χοντρός;». Ναι αλλά εγώ τα ‘χω κάνει πάνω μου από τον φόβο και έχω τρέξει στα παιδιά γιατί σήκωσε κύμα. Νόμος: Πατέρας που τρέχει στην παραλία, ή έχει ξεχάσει καμιά μπίρα στο αμάξι ή είδε τα παιδιά να κάνουν κάτι που δεν έπρεπε. Κάποια στιγμή θα γίνει αλλαγή βάρδιας, θα πέσω να κοιμηθώ κάτω από την ομπρέλα. Κάτι μου λέει εκεί ο κολλητός, «ναι, ναι, έτσι είναι» θα λέω εγώ και θα ψοφήσω. Μετά μπλουμ μέσα. Να φύγει η ζέστη και ο ιδρώτας. Και όταν έρθει η ώρα για μάζεμα, κάνουμε πρόσκληση αγνοουμένων. Πέδιλα, μάσκες, ψάθες, σαγιονάρες. Βρίσκεις μία εδώ, μία παραπέρα. Μπορεί να έρθει κανένας Χριστιανός να σου πει «μας το πέταξε ο γιος σας αυτό, γέλασε και έφυγε». Στις συγνώμες εγώ, σκύβω το κεφάλι, «παιδιά είναι, καταλαβαίνετε χίλια συγνώμη», γελάνε και αυτοί. Μάλλον έχουν παιδιά και ξέρουν.

Τα στοιβάζω όλα και όλους στο αμάξι και σκέφτομαι άλλες βουτιές τώρα, αυτές που θέλω να κάνω στη χωριάτικη και τις πατάτες. Κοιτάζω από τον καθρέφτη του αυτοκινήτου. Τα έχει πάρει και τα τρία ο ύπνος στην αγκαλιά της μάνας τους. Χαλάλι το κουβάλημα. Η ζέστη, η μέση μου, χαλάλι όλα.

Αυτός είναι ο κόσμος μου. Που με τόση αγάπη έπλασα.



©2016-2024 Ratpack.gr - All rights reserved