Σαν σήμερα 440.000 ‘Ελληνες έβαζαν στη Βουλή τη Χρυσή Αυγή

Σήμερα στην Ευρώπη η Ακροδεξιά καλπάζει πάνω στα απόνερα της πανδημίας κι ενός ακόμα πολέμου υπενθυμίζοντας ότι τίποτα δεν τελείωσε.

 

Οι πρόσφατες προεδρικές εκλογές στη Γαλλία μπορεί να ήταν ένα rematch μεταξύ Macron και Le Pen με το ίδιο ακριβώς τελικό αποτέλεσμα που είχαν και οι προηγούμενες προεδρικές εκλογές, αλλά η πραγματική είδηση είναι ότι το κλασικό, κλασικότατο για την περίπτωση της Γαλλίας, δίπολο μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς έχει πάψει να υφίσταται, τουλάχιστον σε επίπεδο πολιτικών σχηματισμών. Ο χίψτερ κεντρώος συνασπισμός του Macron με ασαφή λίμπεραλ όρια ως προς τα οικονομικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά αναμετρήθηκε για ακόμα μια φορά με τον εξίσου χίψτερ και αρκετά mild λαϊκίστικο ακροδεξιό λόγο της Le Pen. 

Η κανονικοποίηση της ακροδεξιάς, έστω και αυτή της Le Pen, ως βασικού πυλώνα του πολιτικού συστήματος ως μόνιμη διεκδικήτρια στον Β’ γύρο κρύβει την πραγματική είδηση που δεν είναι άλλη από το ισοπεδωτικό γκρέμισμα των Ρεπουμπλικάνων και των Σοσιαλιστών. Το γκρέμισμα αυτό ήταν αυτό που έδωσε το απαραίτητο πολιτικό οξυγόνο στον λόγο της Le Pen για να γίνει mainstream. Δεν ξύπνησαν μια μέρα ξαφνικά οι Γάλλοι ακροδεξιοί, του δεσμούς με του πολιτικού συστήματος με τις κοινωνικές μάζες τις έκοψε από μόνη της η πολιτική ελίτ. Κι επειδή στην πολιτική όπως και στη φύση, τα κενά αναπληρώνονται αμέσως, είναι αρκετά διδακτική η εμπειρία της ανόδου της ακροδεξιάς όπου κι αν αυτή συνέβη. 

Αν τα μαθήματα από αυτά τα ξεσπάσματα δεν παρθούν, τότε προχωράμε στην επόμενη φάση της περεταίρω ριζοσπαστικοποίησης της ακροδεξιάς. Τότε είναι που ο λαϊκιστικός mild ακροδεξιός λόγος μετατρέπεται σε ριζοσπαστική νεοναζί ρητορεία. Θυμίζει μια δική μας ιστορία αυτή η μεταστροφή, συνέβη ξαφνικά (;) πριν από δέκα χρόνια και τα μαθήματα από εκείνη τη βραδιά, είναι ένα μάθημα που οφείλει να παρακολουθήσει όλος ο δυτικός κόσμος μπροστά στον κίνδυνο της γενίκευσης του φαινομένου.

 

 

Την τελευταία δεκαετία η ακροδεξιά, με την Ελλάδα να είναι το πιο γκροτέσκο παράδειγμα, η άνοδος της ακροδεξιάς βασίστηκε πάνω σε δύο κομβικής ζητήματα. Από τη μία ήταν η αποτυχημένη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης που δημιούργησε ο εμφύλιος στη Συρία. Η κλασικής κοπής μισαλλοδοξία και ο φόβος για το άγνωστο βρήκε γόνιμο έδαφος πάνω στα αποκαΐδια της ευρωπαϊκής ανικανότητας να παρέχει βιώσιμες λύσεις στους πρόσφυγες. Η ολέθρια διαχείριση δεν έκανε μόνο τον βίο αβίωτο στους «φιλοξενούμενους» στις δομές, αλλά έφερε και τις τοπικές κοινωνίες όπου αυτές δημιουργήθηκαν πρόχειρα, στα όρια τους. Είναι εύκολο να χαϊδέψεις αυτιά τάζοντας μαγικές λύσεις και ακόμα πιο εύκολο να τις πουλήσεις σε απεγνωσμένους κατοίκους. Όσο μεγαλύτερη είναι η απόγνωση, τόσο μεγαλύτερη και η αποκτήνωση που κάνει πιο εύληπτες τις ανεδαφικές και απάνθρωπες λύσεις που προτείνονται. Σαν συγκοινωνούντα δοχεία το ίδιο ακριβώς κάνουν και οι ιεροκήρυκες της ισλαμικής τρομοκρατίας από την άλλη πλευρά δημιουργώντας ένα εκρηκτικό μείγμα ιδεών.

 

 

Το άλλο ζήτημα είναι η οικονομική κρίση και με την ιστορία να επαναλαμβάνεται ως φάρσα στην ελικοειδή πορεία της είδαμε σε ένα κάκιστο remake, ευτυχώς για όλους μας, της μεσοπολεμικής ανόδου του φασισμού. Ενός φασισμού που έμοιαζε με μοναδική διέξοδο από τη δίνη στην οποία είχε περιέλθει η Ευρώπη μετά την τοξική διάδοση των επιπτώσεων του Κραχ του ‘29. Η έως ένα βαθμό αντιμετώπιση της κρίσης, έβαλε ένα φρένο στην περαιτέρω ανάπτυξη του φαινομένου, όμως ο σπόρος του κακού έχει δει μπει στη γη. 

 

 

Με τη φόρα που είχε το κύμα της ακροδεξιάς έψαχνε τον επόμενο βράχο από τον οποίο θα γατζωθεί για να πάει στο επόμενο επίπεδο. Καθώς όλοι παρατηρούσαμε να «καίει» τα τελευταία της καύσιμα πάνω στην ξενοφοβία και την οικονομική κρίση, ξαφνικά εμφανίστηκε η πανδημία και της έδωσε κάτι παραπάνω από το φιλί της ζωής.

Μια κρίση δημόσιας υγείας, στον πυρήνα της, δεν διαφέρει σημαντικά από μια οποιαδήποτε άλλη κρίση. Η διατάραξη της καθημερινής μας βολής, η καταπόντιση του βιοτικού επιπέδου, ο κίνδυνος της ζωής κλπ είναι κοινά χαρακτηριστικά για κάθε μορφή κρίσης. Αν συνυπολογίσουμε ότι μια οικονομική κρίση μπορεί κάλλιστα να είναι παραπροϊόν κάποιας άλλης κρίσης, βρίσκουμε εύκολα ένα πεδίο δόξης λαμπρό για το άνθος του κακού. 

Αλλάζοντας λίγο το φρεσεολόγιο σε σχέση με την προσφυγική και οικονομική κρίση, η ακροδεξιά υποσχέθηκε να λύσει το ζήτημα της πανδημίας όπως και τις προηγούμενες φορές. Άρνηση της πραγματικότητας, αναζήτηση εξιλαστήριων θυμάτων και επίθεση στα μοναδικά μέτρα που θα μπορούσαν να ανασχέσουν την κρίση. 

 

 

Τα εμβόλια, τα επιστημονικά δεδομένα και μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης έγιναν από όπλα αντιμετώπισης της πανδημίας σε σημεία αντιπολίτευσης. Ο κοινωνικός αυτοματισμός οδήγησε στη δαιμονοποίηση συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων ανάλογα με το ακροατήριο κάθε φορά. Από τους νέους και τους γέρους, μέχρι τους ασθενείς και τους συνήθεις υπόπτους Ρομά και μετανάστες. Η αποδόμηση των ειδικών και των γιατρών έγινε λαϊκή απογευματινή παράσταση στα social media και το μόνο που μένει η συγκομιδή του καρπού. 

Μπορεί για την ώρα αυτό να μην είναι τόσο ορατό στην Ελλάδα, αλλά ένα πέπλο σκοταδισμού πλησιάζει την Ευρώπη. Είχαμε την τύχη (;) η ΧΑ να είναι περισσότερο εγκληματική οργάνωση και λιγότερο πολιτικό κόμμα και να μην βρωμίζει σήμερα με την παρουσία της τα έδρανα του κοινοβουλίου. Όμως το δηλητήριο που έχυσε στην ελληνική κοινωνία είναι ακόμα ανάμεσά μας. Είναι πολύ πιθανό, αν δεν λειτουργήσουν αυτή τη φορά τα δημοκρατικά αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας, δούμε μια αντίστοιχη ακροδεξιά εκτίναξη με αφορμή την πανδημία. Έχουμε την εμπειρία και τον χρόνο μπροστά μας να μην βρεθούμε στην ίδια δυσαρεστη θέση.  



5 SHARES