Τα μαγαζιά της γειτονιάς που μας σώζουν καθημερινά την ζωή

Ένας συντάκτης γράφει για το πως ο κορονοϊός τον έκαναν να εκτιμήσει τα μαγαζιά της γειτονιάς του περισσότερο από ποτέ.

Ξυπνάς το πρωί και ο λαιμός είναι ξερός, δεν έχεις και πολύ κέφι, πρέπει όμως να βγεις σήμερα, δεν γίνεται αλλιώς, δεν έχεις μπάτλερ να πάει να σου ψωνίσει, ποτέ δεν είχες, μαζεύεις τα κόκαλα σου από το στρώμα και στέκεις στα πόδια σου μέσα στο κρύο δωμάτιο.

Καλημέρα κορονοϊέ. Άλλη μία μέρα καραντίνας. Ο κορονοϊός κάνει πάρτι έξω κι εσύ μέσα, ταμπούρωμα.

Πρέπει όμως να βγεις, τα αποθέματα τελειώνουν, κάτι πρέπει να βάλεις στο στόμα, δεν υπάρχει τίποτα στο ψυγείο. Όλη μέρα μέσα τα έφαγες όλα από χτες.

Τώρα με την καραντίνα τρως πιο πολύ απ’ ότι πριν. Αν ένα πράγμα θα σου κάνει ο κορονοϊός, αν τελικά δεν σε ρίξει στο κρεβάτι, είναι να σε κάνει χοντρό.

 

Πλένεις δόντι, χτενίζεις θάμνο, βάζεις ρούχα και βγαίνεις. Το φως είναι έντονο και σε ξυπνάει αναγκαστικά. Ναι, μέγα λάθος, δεν ήπιες καφέ, αλλά τι να πιείς, δεν έχεις ούτε καφέ.

Προορισμός: Σούπερ μάρκετ στην Τοσίτσα, πέντε λεπτά δρόμος από το σπίτι μου. Επειδή έχω να βγω δύο ή τρεις μέρες μου φαίνεται σαν ολόκληρο ταξίδι.

Οι δρόμοι είναι εντελώς άδειοι, ένας άνεμος γριπιάρης και μυτερός φυσάει και μπαίνει από τα μανίκια σου, ένα τεράστιο χωριό τα Εξάρχεια (τώρα συνειδητοποιώ πώς κανείς ντόπιος κάτοικος δεν έχει αμάξι και πώς είναι τελικά ένα « εξωτικό νησί» για προαστιακούς παραθεριστές αυτή η γειτονιά), δεν κυκλοφορεί άνθρωπος, το μόνο ζωντανό πλάσμα που είδα ήταν μία γάτα που έκανε μπάνιο ευτυχισμένη στον ήλιο.

Πρώτη στάση στο φαρμακείο για καραμέλες, ντεπόν, αντισηπτικά, χαρτομάντιλα, βιταμίνες, σαπούνια, σαμπουάν, οδοντικό νήμα, ασπιρίνες, χάπια στομάχι, χάπια ζαλάδα, χάπια εντερικοί σπασμοί, ψευδάργυρο, προφυλακτικά, αφρόλουτρα, οινόπνευμα, μπεταντίν, χλωρίνη (όχι αυτό είναι από άλλη λίστα), σπασουάρ (τι γυρεύει εδώ;) μαντηλάκια, λακ (μου θυμίζει τη γιαγιά μου γι' αυτό, αρωματίζω το σπίτι), οδοντόκρεμα, οδοντόβουρτσα καινούρια σκληρή (δεν έχει πήρα μέτρια), βιξ, θερμόμετρο, έμπλαστρα, κρέμα χεριών (το αντισηπτικό σου ξεραίνει τα χέρια), βαλεριάνες, μαύρες μεγάλες σκουπιδοσακούλες και μονωτική ταινία (πως βρέθηκαν εδώ αυτά, άλλη λίστα), σχοινί, σκαμπό, σαπούνι, σαπούνι, σαπούνι, πολύ σαπούνι (λάθος λίστες κοιτάω) κι ότι άλλο βρω που κάνει καλό στον κορονοϊό και στις συνέπειες του.

 

Με βλέπουν οι υπάλληλοι με μαύρη καμπαρντίνα, παντόφλες, παντελόνι κοτλέ γεροντίστικο, μαλλί αφάνα, αξύριστος, μαύροι κύκλοι, ταλαιπωρία, κορονοϊός, κορονοϊός, συναγερμός, συναγερμός.

Η γυναίκα πίσω από το ταμείο με κοιτάει με γουρλωμένα μάτια, αρχίζω και βήχω από αμηχανία κι αυτή νομίζει μάλλον πως είμαι άρρωστος, βγάζει βιαστικά μάσκα από ένα συρτάρι και την κουμπώνει και κατά λάθος ξεμαλλιάζεται και ρίχνει όλα τα πράγματα της από τον πάγκο που κάθεται.

Προσπαθώ να μη γελάσω, συμπάσχω, βάζω τον εαυτό μου στη θέση της, σαπίλα μαύρη, να είσαι εκεί όλη μέρα και να εξυπηρετείς ένα σκασμό κόσμο γεμάτο μικρόβια και παράνοιες.

Πάω να βοηθήσω αλλά εκείνη πηδάει τρία μέτρα σαν κουνέλι. Το αφήνω και γυρνάω στη θέση μου.

Βάζει γάντια. Μάλλον την έπιασα απροετοίμαστη, είμαι ο πρώτος πρωινός πελάτης. Μοιάζω όντως με άρρωστο (κοιτάω καθρέπτη). Λες να είμαι; Ψυχοσωματικά σκάνε από παντού, νιώθω άρρωστος τώρα.

Της λέω τι θέλω (με κοιτάει περίεργα αλλά καταλαβαίνει). Μου λέει αν αισθάνομαι άρρωστος να πάρω το γιατρό μου τηλέφωνο. Της λέω δεν έχω γιατρό. Μου λέει πάρε στον ΕΟΔΥ. Καλά θα πάρω λέω. Δίνω κάρτα και ανακουφίζεται κάπως. Σκάει και δεύτερος μασκοφόρος από μέσα, αυτή τη φορά άντρας. Με κοιτάει, με σκανάρει. Χαμογελάω κάπως άβολα.

ηανσ11

Τους θαυμάζω. Δεν λέω κάτι όμως. Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να το κάνω αυτό που κάνουν. Υποθέτω κι εγώ θα το έκανα αν ήταν η δουλειά μου. Δύσκολη φάση. Αισθάνομαι τυχερός που έχω τη δυνατότητα να δουλεύω από το σπίτι αντί να πηγαίνω στο γραφείο.

Σκέψου πόσους εξυπηρετούν κάθε μέρα, ειδικά τώρα με τον ιό που όλοι έχουν τρελαθεί. Λογικό, Λογικό.

Παίρνω τη σακουλάρα με τα φάρμακα, βγαίνω έξω και τους νιώθω πίσω μου να αναπνέουν ξανά. Αυτοί και οι γιατροί σκέφτηκα, ήρωες. Πρέπει κάποιος να τους δώσει ένα μετάλλιο ή τουλάχιστον κανά έξτρα επίδομα. Δεν ξέρω. Πιθανότατα δεν το κάνουν γιατί το θέλουν αλλά γιατί υποχρεώνονται. Δεν έχει σημασία όμως. Είναι εκεί για όλους μας.

Κουμπώνω δύο ντεπόν για να πάρω δύναμη, οι δρόμοι είναι σαν να έπεσε βόμβα. Ψυχή ζώσα.

Οι δρόμοι είναι όμορφοι τώρα. Δεν κυκλοφορεί κανένα αυτοκίνητο. Οι δρόμοι είναι μεγάλοι αλλά πώς να το καταλάβεις όταν όλοι παρκάρουν δεξιά κι αριστερά. Οι δρόμοι της Αθήνας και των Εξαρχείων είναι ΜΕΓΑΛΟΙ αλλά αυτό δεν το παρατηρεί κανείς κάθε μέρα. Η πόλη είναι όμορφη χωρίς τους ανθρώπους. Τίποτα δεν έχει αλλάξει μόνο που λείπουν τα ουρλιαχτά.

Τα πουλάκια κελαηδάνε κανονικότατα κι εγώ πάω καρφί με παντόφλα σούπερ μάρκετ στη Σουλτάνη. Ψυχή ζώσα YES. Τέλεια.

1σθπ

Κάγκελα απέξω, σούπερ μάρκετ στα Εξάρχεια, στην είσοδο δελτία εισόδου τσαλακωμένα, πιάνω καλάθι με γάντι, στh γωνία μασκοφόρος υπάλληλος κάτι σκανάρει, μερικοί πελάτες που φαίνονται υγιείς, κανείς δεν βήχει, ωραία, προχωράμε, μικρά βήματα και σίγουρα, έτοιμος για σάλτο αν κάποιος φτερνιστεί, κοιτάω φάτσες, μερικοί ηλικιωμένοι ράμπο, γενναίοι, ένα δύο φοιτητές κι αυτοί με παντόφλα και μαλλί τσαλακωμένο, ένας κουστουμάτος με μάσκα, επαγγελματίας, σωστός, προχωράω, βγάζω λίστα και κάνω γρήγορα, δεν γλύφω επιφάνειες, δεν βάζω χέρια στόμα κτλπ, αναπνέω πολύ λίγο σίγουρα, πάμε.

Μερικά πραγματάκια, δεν παίρνω κωλόχαρτο, ούτε μακαρόνια, έτσι να τη βγάλω σήμερα, αύριο κι έχει ο θεός, φτάνω ταμείο κι εκεί στέκει η ΗΡΩΙΔΑ, το είδωλο μας, αυτή που όλοι θα έπρεπε να προσκυνάμε σαν να ήταν η Σωτηρία μας: η υπάλληλος στο ταμείο, μασκοφόρα, λάμπει μέσα στην αναγκαστική της δόξα, ακούραστη και σαν μητέρα μας εξυπηρετεί όλους, μας λέει να μπούμε πίσω από την κόκκινη γραμμή, να μην μιλάμε ο ένας στον άλλο πολύ, πέντε μέτρα απόσταση, ένας ένας παρακαλώ, με φωνή γλυκιά σαν καλοκαιρινή αύρα Αυγουστιάτικου απογεύματος, στέκει μόνη της ενάντια στα τέρατα της ανάγκης, όλους εμάς που δεν έχουμε στον ήλιο μοίρα και θέλουμε να δαγκώσουμε ένα αυγουλάκι κι ένα ζεστό ψωμάκι.

Σκάει και βοηθητικός υπάλληλος, κι αυτός με μάσκα, μας οργανώνει, δίνει οδηγίες, αν μπορείτε με κάρτα οι τράπεζες είναι κλειστές και δεν έχουμε ψιλά, παρακαλώ, κάνει ταυτόχρονα και παραλαβή ο θεός.

Αυτές τις δύσκολες ώρες αυτοί κινούν τον ΤΡΟΧΟ. Αυτοί είναι οι σωτήρες μας. Γιατροί, νοσοκόμοι, υπάλληλοι σούπερ μάρκετ, σεκιούριτι, φουρνάρισες και φουρνάριδες, φαρμακοποιοί: ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΤΕ!

Πληρώνω με κάρτα, φορτώνω στη πλάτη τις σακούλες και βγαίνω για την μεγάλη επιστροφή από τους άδειους δρόμους στο σπίτι μου. Πίσω στην καραντίνα, πίσω στη σπηλιά.

  



57 SHARES