Πώς το Batman Begins έσωσε την φήμη του Σκοτεινού Ιππότη

Κανείς δεν είχε φανταστεί το μέγεθος της αποτυχίας του Batman & Robin. Κανείς όμως δεν περίμενε και τον Christopher Nolan.

Από τον Κώστα Χρήστου

Τον Ιούνιο του 1997, έκανε πρεμιέρα το Batman & Robin στο Los Angeles, όπου στους ομώνυμους ρόλους, ο κόσμος θα έβλεπε επιτέλους αν ο George Clooney και ο Chris O’Donnell μπορούσαν να πάνε το franchise ένα βήμα παραπέρα. Παραδόξως η προηγούμενη ταινία με τον Val Kilmer θεωρήθηκε εισπρακτική επιτυχία και η Warner Bros δεν άργησε να δώσει το πράσινο φως για την συγκεκριμένη ταινία με τον Joel Schumacher να σκηνοθετεί. Οι φήμες λένε πως κατά την διάρκεια των γυρισμάτων, ο παραγωγός Mitchell Dauterive που βρισκόταν στο πλατό, γύρισε και δήλωσε στον Schumacher: «Αυτή την ταινία ο κόσμος δεν θα την ξεχάσει ποτέ».

Και έτσι έγινε. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, κανένας σκηνοθέτης δεν ήθελε να αναλάβει μία νέα Batman ταινία. Ο ίδιος ο George Clooney που ζητάει μέχρι και σήμερα συγνώμες για αυτή την ταινία, έκανε ένα σχόλιο μετά την προβολή της ότι «ενδεχομένως να σκοτώσαμε το franchise». Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, ο Batman που ξεκίνησε με την σκοτεινή καθοδήγηση του Tim Burton, έφτασε να γίνει κιτς και βλαχομπαρόκ. Ναι, αυτοί είναι όροι. Σε τέτοιο βαθμό που μέχρι και σήμερα, συντελεστές, σκηνοθέτες και λοιποί κριτικοί, συνεχίζουν να γελάνε με το οτιδήποτε έχει να κάνει με αυτή την ταινία.


Η αρχή της εξιλέωσης

Το Batman Begins του Christopher Nolan έπρεπε να τα βάλει με τις ρετσινιές που έμειναν από το Batman & Robin. Και αυτό γιατί η πρώτη αντίδραση των κριτικών τύπου Roger Ebert, ήταν «όχι άλλη μια ταινία Batman». Φυσικά αυτή η αντίδραση δεν ήταν κάτι το άδικο, αλλά βοήθησε το γεγονός πως ο Nolan αποκάλυψε νωρίς πως θέλει να οδηγήσει τον Bruce Wayne πίσω στις σκιές. Στο φυσικό περιβάλλον που γεννήθηκε, κάρπισε και ωρίμασε ο ήρωας. Άλλωστε εκείνη η εποχή του σινεμά, δεν ήταν βγαλμένη για ήρωες. Πέρα από τον Spider-Man του Tobey Maguire και της πρώτης ταινίας του, είχαν κάνει ήδη την πρεμιέρα τους οι X-Men που δεν άφησαν και την καλύτερη εντύπωση πέρα από τον Hugh Jackman.

Όμως ο Nolan αποφάσισε να γεννήσει το νέο Batman ως τίποτε παραπάνω από μία φυσική εξέλιξη της προσωπικότητας του Bruce Wayne. Για να μπορέσεις να μπεις στον κόσμο του Batman πρέπει να αφεθείς μέσα στο σκοτεινό παρελθόν του ανθρώπου πίσω από τη μάσκα. Να αντιληφθείς το πως εκπαιδεύτηκε, το πως απέκτησε τα μέσα για να γίνει εκδικητής και πως όλος αυτός ο εξοπλισμός θα μπορούσε να πλησιάζει την πραγματικότητα – αν βάλεις στο μυαλό σου δηλαδή ότι η DARPA θα μπορούσε να χρηματοδοτείται από τον Wayne. Γι’ αυτό και η στολή αποτελείται από κομμάτια που θα μπορούσε να φοράει ένας πλήρως εξοπλισμένος στρατιώτης του μέλλοντος, παρά ένα καλοντυμένο παγώνι που βγάζει τα batarangs από τις τσέπες. Όλες αυτές οι λεπτομέρειες, έπαιξαν ρόλο γιατί θύμισαν στον κόσμο ποιος ήταν ο Batman και γιατί τον αγάπησαν από την πρώτη στιγμή.


Το κομμάτι της Λεγεώνας των Σκιών ήταν σημαντικό όχι μόνο για το στόρι, αλλά επειδή έδωσε αξία στις αρχές που ακολουθεί ο Batman. Στις ninjutsu επιρροές του δηλαδή, τον θεατρινισμό και την χρήση της νύχτας ως συμμάχου. Ο Batman άλλωστε κατά κύριο λόγο, δεν ήταν από τους ήρωες που του άρεσε να φαίνεται όπως o Superman. Και χρειαζόσουν μία εξίσου αινιγματική φυσιογνωμία. Όπως ο Christian Bale.

Υπάρχει ακόμη το ντιμπέιτ για το αν ο Christian Bale ήταν ο καλύτερος Batman που πέρασε ποτέ. Η προσωπική μου εκτίμηση, είναι πως ήταν ο ιδανικός για μία ταινία του Nolan. Αφέθηκε και ακολούθησε το πλάνο πιστά. Έγινε ένας βράχος σε σωματοδομή όπως ακριβώς απαιτείται για να μπορέσεις να τα βάζεις με δέκα ανθρώπους ταυτόχρονα και κράτησε την σοβαρότητα του Michael Keaton. Ο Bruce Wayne άλλωστε είναι στ’ αλήθεια η μάσκα του Batman και όχι το αντίθετο. Αλλά για να φανεί αυτό, έπρεπε αναγκαστικά να υπάρξει μία δραματοποίηση του ήρωα και αυτή τη φορά να ακολουθήσει τα σωστά χνάρια. Ο Bruce Wayne είναι ουσιαστικά ένας άρρωστος άνθρωπος που βρίσκει έκφραση και κάνει ψυχοθεραπεία, φέρνοντας δικαιοσύνη μέσα από τον δικό του μοναδικό τρόπο. Γι’ αυτό και ίσως να μην είναι ο καλύτερος Batman, αλλά ο Bale ήταν με διαφορά ο καλύτερος Bruce Wayne. Και αυτό ήταν το πραγματικά δύσκολο. Δόθηκε χώρος στο να μπορέσει ο κόσμος να δει με άλλο μάτι και άλλους εμβληματικούς χαρακτήρες από το παρελθόν, όπως τον Gordon και τον Alfred, που μέχρι τότε είχαν μόνο υποστηρικτικό ρόλο.

Όμως η σκηνοθετική ιδιοφυία του Christopher Nolan επεκτάθηκε και αλλού. Ουσιαστικά, έβγαλε τον κόσμο από το στούντιο. Από εποχής Tim Burton, η Gotham ήταν κατασκευασμένη μέσα στα στούντιο της Warner Brothers σε σημείο που χρησιμοποιούταν πάνω από τα 2/4 του χώρου – η Michelle Pfeiffer στο Batman Returns, είχε αναφέρει πως χανόταν μεταξύ των πλατό. Ο Nolan δεν ζήτησε δεύτερο συνεργείο ώστε να μείνει ο ίδιος κολλημένος στη ροή της ιστορίας και ξεκίνησε να δίνει βάση στη φωτογραφία που τη θεώρησε απαραίτητη για μία ταινία σαν τον Batman. Πέρα από τα γυρίσματα στην Ισλανδία για το κομμάτι των γυρισμάτων με την Λεγεώνα των Σκιών, ήθελε να δείξει πως η Gotham θα μπορούσε να είναι μια πραγματική πόλη. Έτσι έγιναν γυρίσματα στη Νέα Υόρκη, το Λος Άντζελες και το Σαν Φρανσίσκο, όπου χρησιμοποιήθηκαν πλάνα για αυτό το λόγο ακριβώς. Για να είναι οικεία στο κοινό. Στο τέλος, μπορούσες πράγματι να φανταστείς ότι ο Σκοτεινός Ιππότης θα μπορούσε να πετάει πάνω από τις στέγες.  

To κληροδότημα

Αυτό που αφήνει πίσω του ο Nolan, μετά από εισπρακτικές επιτυχίες και κορυφαίες ερμηνείες μέσα από ένα πραγματικά διαλεχτό καστ, είναι η βαθύτερη έννοια του reboot. Ο Nolan το ξεκίνησε, ενδεχομένως και άθελά του, δείχνοντας πως όταν έχεις να προσφέρεις πράγματα σε μία ιστορία, δεν παίζει κανένα ρόλο το πόσοι την έχουν διηγηθεί προηγουμένως. Έκτοτε πολλοί ακολούθησαν το παράδειγμά του, αλλά το Batman Begins δεν θα παραμένει απλά μία από τις επιδραστικότερες ταινίες των 00s. Θα είναι το Σκοτεινό παράδειγμα, πως με όραμα και καλό σενάριο, μπορείς να σώσεις ένα franchise ακόμη και όταν έχει πιάσει πάτο.

Το γεγονός ότι η τελευταία ταινία Batman μπόρεσε και γνώρισε εξαρχής την αποδοχή του κόσμου -παρότι υπήρχαν ερωτηματικά για την επιλογή του Robert Pattinson- οφείλεται στο ότι ο Christopher Nolan κατάφερε να ξεπλύνει την ντροπή που άφησαν πίσω τους τα 90s, με εξαίρεση τις ταινίες του Tim Burton και τον μεγάλο Michael Keaton.