«Γιατί δεν γυρίζω μόνιμα στην Θεσσαλονίκη μου»

Ένας Θεσσαλονικιός, κάτοικος Αθηνών γράφει για τα 15 χρόνια μακριά από τη «φτωχομάνα» και την παρέα με τους «χαμουτζήδες».

Επιμέλεια: Χρήστος Παναγόπουλος


Είναι πολύ δύσκολο -ενίοτε- να εγκαταλείπεις την πόλη που γεννήθηκες. Ιδιαίτερα εάν με αυτή έχεις συνδέσει στο μυαλό σου παιδικές αναμνήσεις, φοιτηταριό, φίλους, εικόνες, γεύσεις και μυρωδιές. Πώς είναι, όμως, το να λείπεις για χρόνια από τη γενέτειρά σου; Και πόσο αλήθεια ή ψέμα είναι πως, εάν είχες μείνει ή επέστρεφες εκεί, τα πράγματα θα ήταν πολύ καλύτερα για σένα;

Με λένε Χρήστο, γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη, είμαι σχεδόν 41 ετών και ζω τα τελευταία 15 χρόνια στην Αθήνα. Πίσω στο -όχι και τόσο μακρινό ελπίζω- 2007, ζούσα σε μια πόλη που γενικώς τα παιδιά της τα «ποτίζει» με ένα τεράστιο οξύμωρο: Όσο δείχνει να τα «αγκαλιάζει», άλλο τόσο φροντίζει να τα απωθεί. Και επειδή ίσως σηκώνεις ήδη το φρύδι καχύποπτα, θα σου εξηγήσω τι εννοώ. Τι σκέφτεσαι δηλαδή , Θεσσαλονικιός πράμα, όταν επιστρέφεις, έστω για λίγο, στην πόλη σου;

Μα, πρωτίστως, τι άλλο παρά την οικογένεια, τους φίλους, τις τεράστιες (μέχρι σκασμού) μερίδες φαγητού, τα σουβλάκια (όχι καλαμάκια καρντάση, με αυτά ρούφα τον καφέ σου), τα σουτζουκάκια στη λαδόκολλα με κρεμμύδι και μπούκοβο έντασης όσο η λάβα ενός ηφαιστείου. Πράγματα που μυρίζουν και δηλώνουν Θεσσαλονίκη από χιλιόμετρα. Βάλε στην εξίσωση τον γύρο σε σάντουιτς με «αλοιφές» και «κασέρια» (με μουστάρδα, και τζατζίκι ικανό να ξεπαστρέψει μια μεραρχία λόγω της έντασης του σκόρδου), τις μπουγάτσες με τυρί ή με κιμά και τα γλυκά που σε στέλνουν στο πιτς-φυτίλι (σ.σ. αθηναϊστί στο άψε-σβήσε) για γλυκαιμικό τεστ. Και δεν παραβλέπω τα ψαροταβερνάκια στην Παλιά Σαλαμίνα, τη Νέα Κρήνη και τη Νέα Μηχανιώνα.

Η Θεσσαλονίκη είναι τα μέρη που περπατάς, τα μουσεία της, τα Κάστρα και η Άνω Πόλη, οι βόλτες από το Λιμάνι έως την Αριστοτέλους – με τη δροσιά της να σε παρασέρνει, όταν φυσάει Βαρδάρης και με τη «θερμαϊκίλα» να σου παίρνει τα ρουθούνια, όταν φυσάει Όστρια και σηκώνει τα ρεμέτζα όρθια δίπλα από το «Βέλος». Κι από εκεί στον Λευκό Πύργο και μέχρι το Μέγαρο Μουσικής (όχι αυτό κάτω από το αυλάκι), όπου μέχρι να φτάσεις, έχεις συναντήσει τουλάχιστον έξι καντίνες με «βρώμικα» (σ.σ. είναι πεντακάθαρα και νόστιμα παρεμπιπτόντως) και λουκουμάδες.

Όμως αυτή η Θεσσαλονίκη δεν «αγκαλιάζει» τα παιδιά της, αλλά τους εφήμερους επισκέπτες της. Κι ακόμα κι αν οι τελευταίοι επιμένουν να της προσδίδουν τον κλισεδιάρικο χαρακτηρισμό «ερωτική πόλη» ή «χαλ(λ)αρή πόλη», τότε σίγουρα δεν γνωρίζουν πως η δεύτερη σε πληθυσμό ελληνική πόλη απωθεί, στην πραγματικότητα, τα παιδιά της. Κακοπληρωμένες δουλειές, μισθοί πολύ πιο κάτω από τους αντίστοιχους της Αθήνας, ανεργία στο φουλ. Η Θεσσαλονίκη του 2007, ως προς αυτή τουλάχιστον την οπτική, δεν έχει αλλάξει και πολύ με αυτό που υπάρχει εν έτει 2022.

Σε ρωτούν οι φίλοι: «Θα γύριζες;» κι ενώ η πρώτη απάντηση που σου έρχεται στο μυαλό, είναι «με χίλια!», τότε κοντοστέκεσαι και διστάζεις. «Να γυρίσω, αλλά με τι δουλειά, ρε καρντάση;». Εκεί, μοιραία, σταματάς την κουβέντα. Όχι ότι δεν αγαπάς τη Θεσσαλονίκη, αλλά έχεις μια ζωή 504 χιλιόμετρα νότια, τη δουλειά και τη φαμελιά σου. Και όχι, δεν έχει να κάνει διόλου με το ότι ζεις στο δικό σου «confort zone» και δεν θες πια να το εγκαταλείψεις.

Το 2007 δεν υπήρχε σχεδόν ούτε ένα Σαββατοκύριακο που να μην ανέβαινα επάνω. Ίσως γιατί τίποτε δεν έμοιαζε να με συνδέει ή να με κρατά στην Αθήνα. Μια καλή συνάδελφος, λάτρης της φωτογραφίας, ανέβαζε επί χρόνια στιγμιότυπα στο Facebook από το κέντρο της Αθήνας, πάντοτε χρησιμοποιώντας το ίδιο hashtag: #βρωμόπολη_σ’αγαπώ. Στην αρχή γελούσα και το κορόιδευα. Όμως, από ένα σημείο και μετά, άρχισα να το καταλαβαίνω. Ήταν κι εκείνη από άλλη πόλη, αλλά ζούσε κι εργαζόταν στην Αθήνα.

Το 2022 ανεβαίνω στη Θεσσαλονίκη, αλλά πλέον η σκέψη μου σε πολλά μένει πίσω στην Αθήνα. Και μη βιαστείς να συμπεράνεις πως πλέον νιώθω το ίδιο τουρίστας ή επισκέπτης κι όχι παιδί της Θεσσαλονίκης. Δεν χρειάζεται να μένω στη Θεσσαλονίκη, γιατί απλά δεν είναι αυτό πια που με απασχολεί. Την κουβαλώ πάντοτε μέσα μου, στο μυαλό, την καρδιά και την ψυχή κι εκείνη θα βρίσκεται πάντα εκεί και θα με περιμένει, για να ανεβάζω τις ίδιες φωτό στο Instagram και να μου σχολιάζει από κάτω ο «χαμουτζής» συνάδελφος: «Πάλι επάνω στην #skg είσαι ρε; Δεν κουράστηκες να βγάζεις φωτό από την παραλία; Πφφφ, σε βαρέθηκα!».

Όχι, δεν κουράστηκα, γιατί πάντα νιώθω την ίδια χαρά, όταν πηγαίνω επάνω κι ακριβώς την ίδια λύπη, όταν επιστρέφω. Μόνο που πλέον αυτή η λύπη δεν διαρκεί πολύ, γιατί σκέφτομαι πως στην πρώτη ευκαιρία θα ξανανέβω. Αυτή είναι η ζωή.

ΥΓ.: Αν ποτέ κατέβεις στο Μετρό (της Αθήνας ρε καρντάση, όχι το επάνω, έχουμε μέλλον ακόμα) και δεις έναν τύπο να μην τρέχει σαν μαϊμούνι όπως οι άλλοι γύρω σου και κοιτάζει τις ώρες των αναχωρήσεων κουνώντας το κεφάλι του (στο στιλ «πού τρέχουν όλοι αυτοί;»), μην το ψάχνεις… Σαλονικιός είναι 100%.