«Ας κάτσουμε δύο λεπτά εδώ στα βράχια...»

Ένα διήγημα του Ratpack για τις χρόνιες φιλίες που δοκιμάζονται στα δύσκολα.

Γράφει ο Κώστας Χρήστου


Θα ήταν άδικο να πει κανείς ότι ο Χάουαρντ και ο Τσέστερ ήταν απλά φίλοι. Μεγάλωσαν μαζί, έκαναν παρέα από παιδιά μαζί, βρήκαν τα πρώτα τους κορίτσια μαζί και γενικότερα, σχεδίαζαν πάντα πως θα γίνει να περάσουν την ζωή τους μαζί τιμώντας την άνευ όρων φιλία τους. Από πιτσιρικάδες, ήταν ζωηροί, ατίθασοι και κάνοντας σκανδαλιές. Το ξέρουν οι φίλοι τους, το θυμούνται οι ντόπιοι του Χίλσμπορο όπου οι δύο άντρες μεγάλωσαν, οι γονείς τους που τους μάζευαν από το γραφείο του σερίφη και φυσικά οι δύο συμμαθήτριες και φίλες όπου κατέληξαν να γίνουν γυναίκες τους. Όμως η Άννι και η Σάρα αγάπησαν τα αγόρια για αυτόν εδώ τον λόγο. Γιατί θαύμαζαν την αγάπη που είχαν ο ένας με τον άλλο. Τόσο τις Κυριακές στην εκκλησία όσο και συγκεντρώσεις για κουν-καν, η Άννι δεν παρέλειπε να θυμίζει πόσο καλός οικογενειάρχης ήταν ο αιδεσιμότατος Τσέστερ, την ίδια στιγμή που η Σάρα, πλέον δασκάλα σε δημοτικό σχολείο του Χίλσμπορο, δεχόταν συγχαρητήρια και εκπτώσεις σε καταστήματα εξαιτίας της πετυχημένης ραδιοφωνικής εκπομπής που είχε ο άντρας της. Τόσο η μία οικογένεια όσο και η άλλη, είχαν μία αξιοζήλευτα ειρηνική και χαρούμενη ζωή.

Ωστόσο ο αιδεσιμότατος Τσέστερ Μπάνον είχε να δει τον Χάουαρντ Γκρέιβι περίπου ενάμιση χρόνο. Ο Τσέστερ ξεκίνησε μία περιοδεία στις νότιες πολιτείες των ΗΠΑ, όπου περνώντας από εκκλησίες μεγάλων αστικών κέντρων έκανε ομιλίες και μάζευε χρήματα με τελικό σκοπό να τα δωρίσει στον Εθνικό Οργανισμό Υγείας για τα ανήλικα παιδιά που πάσχουν από λευχαιμία. Αυτή του η απόφαση τον απομάκρυνε από την γενέτειρα του, αλλά αποφάσισε να δει την περιοδεία σαν ένα μεγάλο ταξίδι. Με την Άννι ξεκίνησαν από το Χίλσμπορο, κατέβηκαν στη Νεβάδα και την Καλιφόρνια και μετέπειτα στην Αριζόνα, όπου διέσχισαν τη νοητή γραμμή των νοτίων Πολιτειών με τελευταίο προορισμό την Δυτική Βιρτζίνια. Ο Τσέστερ αλληλογραφούσε με τον Χάουαρντ και μιλούσαν καμιά φορά στο τηλέφωνο, αλλά η απόσταση δεν κατάφερε να χωρίσει το ενδιαφέρον που είχε ο ένας φίλος για τον άλλο. Μέσα σε αυτόν τον ενάμιση χρόνο, ο Χάουαρντ δέχτηκε ένα πολύ καλό συμβόλαιο για ένα νέο πρόγραμμα στην τηλεόραση που τριπλασίασε τα κέρδη του. Με την Σάρα αποφάσισαν να πουλήσουν το σπίτι τους στο Χίλσμπορο και να μετακομίσουν στα δυτικά του Όρεγκον, λίγο έξω από το Κάνον Μπιτς. Η Σάρα άλλωστε λάτρευε την θάλασσα και με τις γνωριμίες που είχε κάνει ο Χάουαρντ και μερικά τηλέφωνα, δεν δυσκολεύτηκε να βρει δουλειά σε σχολείο της περιοχής. 

Όμως αυτό το Σάββατο ήταν πολύ σπουδαίο για τις δύο οικογένειες. Ήταν το Σάββατο της επανένωσης, της μεγάλης στιγμής που περίμεναν οι δύο άντρες εδώ και ενάμιση χρόνο. Ο Τσέστερ βρισκόταν ήδη στο δρόμο με την Άννι, με τελικό προορισμό το ολοκαίνουργιο σπίτι του Χάουαρντ Γκρέιβι στο Κάνον Μπιτς. Είχαν πάρει τον βόρειο δρόμο στην διχάλα του Μπανκς και θα περνούσαν μέσα από τις δασικές πόλεις του Τίμπερ και του Έλσι. Ο δρόμος προχωρούσε παράλληλα με τον ποταμό Νέχαλεμ, ένα από τα ομορφότερα πράγματα που μπορούσε να δει κανείς στο Όρεγκον, με το Κλάτσοπ Στέιτ Φόρεστ να αποτελεί για αιώνες ένα πράσινο καταφύγιο για την άγρια πανίδα της περιοχής. Σταμάτησαν σε ένα πρατήριο για να βάλουν βενζίνη και πήραν και δύο americano και ντόνατ κανέλας από το καφέ που βρισκόταν δίπλα. Ο Τσέστερ συνήθισε να έρχεται σε αυτά τα μέρη με τον πατέρα του όταν ήταν μικρός. Πήγαιναν για κυνήγι, αλλά ο πατέρας του δεν σκότωνε ποτέ κανένα ζώο. «Η στιγμή αυτή, όπου τα βλέμματα του ζώου και το δικό σου ενδεχομένως να διασταυρωθούν, είναι πολύ πιο σημαντική από το ίδιο το θήραμα. Είναι η στιγμή που κάτι πιο έξυπνο και ανώτερο σαν ύπαρξη, εσύ, κάνεις την επιλογή να χαρίσεις την ζωή σε κάτι πιο αδύναμο από σένα». Μεγαλωμένος με την αρετή της μεγαλοψυχίας και της νηφαλιότητας, ο Τσέστερ θα μπορούσε να πει κανείς ότι μεγάλωσε όμορφα. Από τα 14 του χρόνια και μετά, δεν ξανάφαγε ποτέ κρέας. Όχι επειδή δεν του άρεσε η γεύση αλλά συνήθιζε να λέει στην Άννι πως προτιμά να φροντίζει τα ζώα. Με τα λεφτά που έδιναν οι ενορίτες, κατάφερε να φτιάξει λίγο έξω από το Χίλσμπορο ένα καταφύγιο για τραυματισμένα ζώα. Αλεπούδες, λαγοί, αγελάδες και άλογα, σκυλιά και γάτες. Ο Τσέστερ και η Άννι μοιραζόντουσαν την κοινή τους αγάπη για τα ζώα, την φροντίδα που οφείλει να παρέχει το εξυπνότερο ζώο του ζωικού βασιλείου, ο άνθρωπος, και παρότρυναν και τους ενορίτες και φίλους να ακολουθούν την ίδια οδό. Ήταν ωστόσο περίεργο κάθε φορά που εκείνος έτρωγε ψάρι και λαχανικά, να βλέπει τον Χάουαρντ να τσακίζει γιγαντιαίες μπριζόλες μπροστά του. Ο Τσέστερ γελούσε γιατί κάθε γεύμα που έκαναν οι δύο φίλοι μαζί -σε κάθε γεύμα όμως- ο Χάουαρντ έβγαζε απολαυστικά γαστριμαργικούς ήχους ικανοποίησης για κάθε μπουκιά, ώστε να πείσει τον φίλο του για την υπεροχή μίας καλής μπριζόλας. Και εδώ που τα λέμε, ακόμη και ο ίδιος ο Τσέστερ ήξερε πως δεν έχει άδικο. 

Όμως όπως έφευγαν με την Άννι για να συνεχίσουν τον δρόμο τους, ο Τσέστερ ευχαριστούσε Τον Θεό για την αλήθεια που ήδη γνώριζε. Ότι μεγάλωσε σε ένα ειρηνικό σπίτι. Ότι έμαθε να εκτιμά την φύση και τα αγαθά της. Ότι μεγάλωσε ενδεχομένως σε μία μικρή κουκίδα στο χάρτη, αλλά μέσα σε αυτή γνώρισε την γυναίκα του και τον καλύτερο του φίλο. Ξαφνικά θυμήθηκε μία ομιλία που είχε δώσει στο ποίμνιο μετά την λειτουργία της Κυριακής. «Αν κοντοστεκόμασταν μία φορά για να σκεφτούμε όλα όσα έχουμε και να ευχαριστήσουμε Τον Θεό που μας έχει δώσει, θα σκοτώναμε ένα μικρό μέρος από τον φθόνο που ζει μέσα μας. Αν τον κάναμε κάθε μέρα για λίγα λεπτά, θα τον είχαμε σκοτώσει τελείως. Θυμηθείτε τα λόγια Του Κυρίου. ‘‘Να είστε τέλειοι όπως είναι και Ο Πατέρας σας στους Ουρανούς’’». Με όλα αυτά στο μυαλό, συνέχισε την διαδρομή από το Τίμπερ μέχρι το Έλσι, συνεχίζοντας στον Σάνσετ Χάιγουεϊ που οδηγούσε στην υπέροχη Δύση του Κάνον Μπιτς. Σε ένα ταξίδι χωρίς αναπάντεχα σκηνικά, χωρίς λάστιχα να σκάσουν και χωρίς αρκούδες ή άγρια ελάφια να πεταχτούν στον δρόμο -το τελευταίο ήταν σύνηθες- ο Τσέστερ και η Σάρα έφτασαν έξω από το Κάνον Μπιτς ψάχνοντας για το σπίτι του Χάουαρντ. Η Σάρα είχε τις οδηγίες για το πως θα φτάσουν, την οδό και έψαχνε και την χαρακτηριστική κόκκινη σκεπή που ο Χάουαρντ είχε κρεμάσει την ίδια ακριβώς πινακίδα που είχε και ο ραδιοφωνικός σταθμός. Έτσι δεν υπήρχε καμία αμφιβολία πως ο Χάουαρντ Γκρέιβι της Τέιλαμπ Στριτ, ήταν ο ίδιος με τον διάσημο Χάουαρντ Γκρέιβι του ραδιοφωνικού σταθμού. Ο Τσέστερ πάρκαρε έξω από το σπίτι με τον άσπρο φράχτη πατώντας την κόρνα πάνω από πέντε φορές. Εμφανίστηκε με γοργό βήμα και την σπάτουλα από το μπάρμπεκιου στα χέρια του βρίζοντας, αλλά μέσα στην μαύρη του ποδιά λερωμένη από τα κάρβουνα και το ιδρωμένο μέτωπο, ο Χάουαρντ τράβηξε ένα χαμόγελο στο πρόσωπο του σαν να το είχε ζωγραφίσει κάποιο οκτάχρονο στο σχολείο.

«Τσέστερ! Άννι!»
«Τι κάνεις παλιόφιλε;»

Ο Χάουαρντ άφησε την σπάτουλα να πέσει και σήκωσε τον Τσέστερ στην αγκαλιά του φιλώντας ταυτόχρονα την Σάρα στο μάγουλο.

«Αιδεσιμότατε συγχωρέστε με για τις αμαρτίες μου. Δεν βρήκα αρκετά ψάρια και λαχανικά για να σας ψήσω οπότε ίσως πειστείτε να φάτε έστω λίγο κοτόπουλο« έκανε περιπαικτικά ο Χάουαρντ, γονατίζοντας με περίλυπο ύφος.
«Σου έχω πει να μην αστειεύεσαι με αυτά και συνεχίζεις» 
«Έλα τώρα Τσέις, ποιον θα πειράξω αν όχι το φιλαράκι μου;; Ήρθατε πάνω στην ώρα. Τα πρώτα έχουν ξεκινήσει να βγαίνουν. Μην ανησυχείς Σάρα έχω φέρει τόσο ψάρι που θα έκανε ακόμη και τον Απόστολο Πέτρο να αισθανθεί άχρηστος» 
«Χάουαρντ!» 
«Καλώς ήρθες στο Κάνον Μπιτς αποστειρωμένε καλόγερε φίλε μου!» 

Ο Χάουαρντ ωστόσο είχε φωνάξει πάνω από είκοσι άτομα, από τον χώρο της δουλειάς του, από την γειτονιά και κάποιους παλιούς συμμαθητές του από το Πανεπιστήμιο. Ο Τσέστερ είδε ίσως μία από τις μεγαλύτερες ψηστιέρες που είχε αντικρίσει ποτέ. Με άλλη θέση για τα κρέατα, άλλη για τα ψάρια και τέλος μία επιπλέον που βρισκόταν συνδεδεμένη στα πλάγια για τα λαχανικά. Όλα αυτά σε μία εντυπωσιακή μεταλλική βάση γεμάτη κάρβουνα, που έκανε τον Τσέστερ να σκεφτεί ότι κάπως έτσι πρέπει να έδειχνε ο πάτος της Κόλασης. 

«Εντυπωσιακό ε;» έκανε ο Χάουαρντ. «Και πιάσε το μέταλλο. Είναι ψυχρό! Η καλύτερη αγορά που έκανα ποτέ!».

Ο Τσέστερ αφού χαιρέτησε την Άννι που έτρεχε πάνω-κάτω προσπαθώντας να δείξει ικανοποιητική και φιλόξενη οικοδέσποινα, γνώρισε ένα σωρό ανθρώπους που δυσκολεύοταν να συγκρατήσει τα ονόματά τους. Το σίγουρο είναι πως οι γείτονες έκαναν χάζι τον Χάουαρντ. Το Κάνον Μπιτς ήταν ούτως ή άλλως ένας προορισμός για επιφανείς οικονομικά ανθρώπους και σελέμπριτις, αλλά η άφιξη του Χάουαρντ ήταν το νέο της γειτονιάς που μάλιστα δεν έλεγε να παλιώσει. Όπως έμαθε από συνομιλίες με τους καλεσμένους, ο Χάουαρντ έκανε τακτικά μαζώξεις για ποτά και μπάρμπεκιου, φρόντιζε να πηγαίνει σε όλα τα μεγάλα φεστιβάλ που έκανε η περιοχή, ενώ είχε γίνει και φίλος με τον δήμαρχο και τον αστυνομικό επιθεωρήτη – δειπνώντας μάλιστα τακτικά με τους τελευταίους. Ο Τσέστερ έψαξε αρχικά για μπίρα χωρίς αλκοόλ αλλά βρήκε τελικά μία τζιτζιμπίρα για να συνοδέψει την πέστροφα και τα λαχανικά του. Η Σάρα έδειχνε να έχει ταιριάξει με δύο κυρίες που καθόντουσαν σε δύο αυτοσχέδιες αιώρες πίνοντας Campari με σόδα ενώ ο Χάουαρντ, ως κεντρική ατραξιόν του πάρτι, τριγυρνούσε με μία μπίρα στο χέρι λέγοντας αστεία και γελώντας τόσο δυνατά που θα αναρωτιόταν κανείς γιατί δεν έχουν σπάσει τα τζάμια του σπιτιού.

Κάποια στιγμή, ενώ είχε ξεκινήσει ήδη να σουρουπώνει με τον ήλιο να αποχαιρετά τον κόσμο του πάρτι, ο Χάουαρντ είδε από μακριά τον φίλο του να απολαμβάνει μία τζιτζιμπίρα κάτω από το πιο μεγάλο δέντρο του κήπου του και τον πλησίασε με ένα σκαμπό στο χέρι.

«Ό,τι και αν σου πουν Χάουαρντ, όποια κριτική και αν σου κάνουν στη ζωή σου, μην τους αφήσεις ποτέ να σου πουν ότι δεν είσαι καλός ψήστης» είπε ο Τσέις και πρόταξε το χέρι του για τσούγκρισμα.
Εκείνος γέλασε δυνατά.
«Πόση ώρα είσαι εδώ μόνος σου ρε αποστειρωμένε καλόγερε;»
«Σίγουρα περισσότερη ώρα από όση μιλάς δεξιά και αριστερά». 
Ο Χάουαρντ έπιασε την κοιλιά του και έβαλε τα γέλια. 
«Συγνώμη αν χάθηκα σήμερα Τσέις»
«Δεν είχα καταλάβει ότι είχες καλέσει τόσο πολύ κόσμο. Νόμιζα πως θα ήταν επανένωση ανάμεσα στους δύο μας» 

Ο Χάουαρντ τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη.

«Το ξέρω, αλλά από την άλλη αφού θα μένατε εδώ σήμερα, σκέφτηκα ότι όσοι περισσότεροι τόσο το καλύτερο! Ελπίζω να μην σε απογοήτευσα».
«Όχι βέβαια Χάουι. Χαίρομαι που περνάς καλά. Έχεις φίλους, ωραίο σπίτι και κάνεις πράγματα που σε γεμίζουν. Να ευχαριστείς Τον Θεό για όσα σου έχει δώσει». 

Ο Χάουαρντ δεν είπε κάτι και κατέβασε μία γουλιά από την μπίρα του.

«Δεν μου λες Τσέις, έχεις πάει ποτέ στο Αρκ Κέιπ;»

Ο Τσέστερ θυμόταν την περιοχή από τα ταξίδια με τον πατέρα του. Ήταν λίγο πιο νότια από το Κάνον Μπιτς, μια πετρώδης περιοχή αλλά με γαλανά νερά, μεγάλη παραλία και πολλά βράχια και σπηλιές. Το σημείο ήταν ιδανικό για σέρφινγκ τα καλοκαίρια και δεν ήταν λίγοι οι φανατικοί που μαζευόντουσαν στην περιοχή ακόμη και τον χειμώνα. Ο Απρίλιος άλλωστε στο Όρεγκον, ήταν πάντα μία περίεργη εποχή.

«Λοιπόν σήκω. Θα πάμε να σε ξεναγήσω»

Ο Τσέις γέλασε.

«Και το πάρτι;»
«Ποιο πάρτι; Έχουν μείνει οι γυναίκες μας και το ζευγάρι απέναντι. Μην ανησυχείς για την Σάρα, ο γείτονας προσπαθεί να την πέσει στην Άννι από την ημέρα που ήρθαμε! Λοιπόν, θα πάρω μία εξάδα μπίρες και θα τα πιούμε μόνο εγώ και εσύ στην παραλία. Τα δύο καλά φιλαράκια» 

Ο Τσέις πήρε ένα κουρασμένο ύφος

«Ω Θεέ μου. Εκτός από αποστειρωμένος ευνουχίστηκες στο τελευταίο σου ταξίδι; Τι πρέπει να κάνω; Να ικετέψω Τον Θεό να σώσει την ψυχή σου; Η οκνηρία είναι αμαρτία Τσέις! Θυμάμαι πράγματα από το σχολείο»
«Α όχι μην το κάνεις αυτό Χάουϊ, δεν σε συμφέρει καθόλου». 
«Πότε θα σταματήσεις να κάνεις σαν γριά; Ακόμη και η Μητέρα Τερέζα θα παρτάρει εκεί που βρίσκεται περισσότερο από σένα»

Ο Τσέις τον κοίταξε αυστηρά. Και μετά γέλασαν και οι δύο τόσο δυνατά που ο Χάουαρντ έπεσε από το σκαμπό.

To Αρκ Κέιπ ήταν από τις λίγες τοποθεσίες που μπορούσε να δει κανείς την μεγαλοπρέπεια του Ειρηνικού, όπως ακριβώς αρμόζει. Όταν οι πρώτοι άποικοι έφτασαν στην τεράστια παραλία με τον βραχώδη χαρακτήρα, πίστεψαν πως είχαν φτάσει στο τέλος του κόσμου από το θέαμα που έβλεπαν. Υπέροχα νερά, βράχοι τεραστίων διαστάσεων μέσα και έξω από την θάλασσα, που σε έκαναν να πιστεύεις ότι τσακώθηκαν γίγαντες και φυσικά σπήλαια. Άλλα μικρά και άλλα μεγάλα. Υπήρχαν κατά μήκος πολλές συστάδες από βράχια, τα οποία επέτρεπαν στα ζευγαράκια να ερωτοτροπήσουν μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα και τους πιτσιρικάδες να απολαύσουν ένα τσιγαριλίκι με τους φίλους του χωρίς να ανησυχούν ότι θα τους πιάσει κανένας γονιός. Και το καλύτερο; Τα μικροσπήλαια ήταν τόσα πολλά που έφταναν για όλους και δεν ήταν τυχαίο πως η παραλία είχε μονίμως κόσμο. Ακόμη και τώρα την άνοιξη που υπήρχε ακόμη αρκετή ψύχρα στο βόρειο αυτό κομμάτι του χάρτη, πολλοί ήταν που απολάμβαναν μία μπίρα στην παραλία όπως έκαναν ο Χάουαρντ με τον Τσέις. Άθελα αυτό το τοπίο ήταν ειδυλλιακό σε σημείο που, μαζί με την αστροφεγγιά και τους ήχους από τα κύματα, κανείς δεν μπορούσε να αντισταθεί. Ο Τσέστερ ήδη από την πρώτη μπίρα, αφού πρώτα προσευχήθηκε κάνοντας τον σταυρό του και ζητώντας συγχώρεση, ταξίδευε ήδη μέσα σε αυτό το σκοτεινό, βραδινό, σαγηνευτικό χρώμα της θάλασσας. Με αυτή την περιοδεία στις πολιτείες του Νότου, είχε ξεχάσει την όψη που έχει.

Ο Χάουαρντ έβαλε τον φίλο του να περπατήσει αρκετή ώρα, σε σημείο που είχαν απομακρυνθεί αρκετά από το αυτοκίνητο και είχαν φτάσει σε ένα από τα πιο δύσβατα και βραχώδη σημεία της παραλίας, που λόγω του απότομου υψομέτρου από τον δρόμο δεν μπορούσες να κατέβεις κατευθείαν στην αμμουδιά. Έπρεπε να κάνεις τον κύκλο όπως έκαναν εκείνοι για να φτάσεις στο σημείο με τις μεγάλες πέτρες, που λειτουργούσαν σαν υπεριψωμένα σκαμπό σε μπαρ και σου επέτρεπαν να απολαύσεις την θέα. Ο Χάουαρντ σκαρφάλωσε, έδωσε το χέρι του στον αιδεσιμότατο και μέσα σε λίγες στιγμές βρέθηκαν να ανοίγουν την πρώτη μπίρα που, από το περπάτημα και το λαχάνιασμα, κατέβηκε σαν νερό. Μίλησαν πολύ. Είχε περάσει ήδη ένα δίωρο όταν ο Χάουαρντ, μετά από μία συζήτηση με χιούμορ, γέλια και ιστορίες από ακροατές του στο ραδιόφωνο, έγινε ξαφνικά σκυθρωπός και κάπως απόμακρος. Ο Τσέστερ το παρατήρησε και ήταν πάντα από την φύση του διακριτικός. Άλλωστε είχε συνηθίσει ο κόσμος να του λέει πάντα ό,τι θέλει.

«Τσέστερ, πιστεύεις σε αυτό που κάνεις;»
«Τι ερώτηση είναι τώρα αυτή Χάουι;»

Ο Χάουαρντ ήπιε μία μεγάλη γουλιά από την μπίρα

«Δεν το εξήγησα καλά συγχώρα με. Θέλω να πω...πιστεύεις πραγματικά ότι με το να ακολουθούμε αυτή την ενάρετη ζωή σώζουμε πράγματι την ψυχή μας;»
«Ξέρεις ποια είναι η άποψη μου Χάουι. Δεν υπήρξε ποτέ οπαδός του ξύλινου λόγου. Αυτό που θέλει Ο Θεός είναι η καθημερινή απόφαση».
«Καθημερινή απόφαση; Τι είναι αυτό;»

Ο Τσέστερ έπιασε τον φίλο του στον ώμο.

«Ο Θεός ξέρει ότι δεν είσαι τέλειος. Το δέχτηκε όταν σφράγισε την συμφωνία του με το Νώε. Όταν έστειλε τον μοναδικό Του Υιό για να πάρει τις αμαρτίες σου πάνω του. Η καθημερινή απόφαση όμως είναι αυτό που επιλέγεις να κάνεις εσύ. Το τι άνθρωπος επιλέγεις να είσαι στην καρδιά και το μυαλό. Αυτό θέλει Ο Θεός».
«Πιστεύεις δηλαδή ότι μπορεί να συγχωρήσει και ασυγχώρητα πράγματα;» 
«Χάουι, αν υπάρχει κάποιος που μπορεί να το κάνει αυτό, είναι μόνο Εκείνος». 

Ο Χάουαρντ χαμογέλασε.

«Μου είχε λείψει αυτή η πραότητα σου Τσέις. Είναι πράγματι άνθρωπος του Θεού. Αλλιώς δεν θα σε είχε φέρει στο δρόμο ενός γελοίου τύπου σαν εμένα».

Ο Τσέστερ γέλασε στην αρχή αλλά μετά πρόσεξε το σκοτεινό ύφος του Χάουαρντ.

«Τα έκανα σκατά Τσέις. Αυτή τη φορά τα έκανα πραγματικά σκατά» είπε και τελείωσε την μπίρα.

Ο αιδεσιμότατος δεν είπε κάτι, απλά έβαλε ξανά το χέρι στον ώμου του Χάουαρντ.

«Δεν τα πηγαίναμε καλά με την Σάρα. Ούτε τώρα τα πηγαίνουμε Τσέις. Αλλά δεν περίμενα να τα κάνω τόσο μαντάρα».

Ο Τσέστερ απλά άκουγε. Ήταν καλός σε αυτό.

«Προσπαθώ πολύ γιατί ξέρω ότι η Σάρα άφησε πολλά πίσω για να έρθουμε εδώ. Όμως για πρώτη φορά έφτασα σε ένα μέρος που ήμουν ήδη φίρμα χωρίς να το ξέρω. Η Κοινότητα εδώ με αγκάλιασε από την πρώτη στιγμή, είναι όλοι υποστηρικτές της εκπομπής μου και με καλούν παντού. Με γλύκανε λίγο όλο αυτό, καταλαβαίνεις τι εννοώ;»

Ο Τσέστερ έγνεψε συγκαταβατικά και έδωσε άλλη μία μπίρα στον Χάουι.

«Και μετά ήρθαν οι γυναίκες. Με ξέρεις Τσέις, ήταν πάντα το αδύνατό μου σημείο. Απλά δεν μπορώ να πω όχι. Με το που ήρθαμε μου την έπεσε μία συνάδελφος της Σάρα. Δεν το σκέφτηκα καν, έγινε πολύ γρήγορα. Την βρήκα στο σπίτι της και, τέλος πάντων, έγινε ό,τι ήταν να γίνει. Είπα πως δεν θα το ξανακάνω. Αλλά λίγο καιρό μετά ενώ βρισκόμουν σε ένα πάρτι, ξανακύλησα Τσέις. Αυτή τη φορά με μία άλλη».
«Ποια ήταν αυτή τη φορά;» 
«Καμία. Μία από τις προσκεκλημένες, μένει μερικά τετράγωνα παραπάνω. Ούτε που έδωσα σημασία Τσέις. Στο μυαλό μου ήταν λες και πήγαινα σε κάποια πόρνη. Δεν σκέφτηκα να αφήσω την Σάρα ή να κάνω κάτι για να την πληγώσω». 
«Χάουαρντ μην λες ψέματα στον εαυτό σου». 
«Δεν λέω, έχεις δίκιο. Το ξέρω πως είμαι ο μόνος φταίχτης, αλλά κάθε φορά που απατούσα την Σάρα ένιωθα να βυθίζομαι όλο και περισσότερο σε κάτι σκοτεινό». 

Ο Χάουαρντ πήρε μία βαθιά ανάσα. Είχε ήδη πιει αρκετά.

«Και μετά ήρθε εκείνη»
«Εκείνη;» 
«Η Δαλιδά μου Τσέις. Η γυναίκα που με κατέστρεψε». 

Αυτή τη φορά ήταν ο Τσέστερ που άνοιξε την μπίρα και έκανε νόημα στον φίλο του να συνεχίσει.

«Την έφερε ο πατέρας της πριν έξι μήνες σε ένα φιλανθρωπικό γκαλά. Είχα ακούσει ιστορίες για την κόρη του, αλλά μόνο αν την έβλεπες θα καταλάβαινες. Υπέροχα χαλάζια μάτια, μακριά ξανθά μαλλιά, ατελείωτα πόδια. Το δέρμα της μύριζε βανίλια και πιπέρι. Ούτε εσύ δεν θα μπορούσες να αντισταθείς Τσέις»

Ο Τσέις τον κοίταξε αυστηρά.

«Ήθελε να σπουδάσει δημοσιογραφία. Της άρεσε να ακούει την εκπομπή μου και της άρεσαν τα αστεία μου».
«Τι εννοείς να σπουδάσει, πόσο χρονών είναι Χάουι;» 

Ο Χάουαρντ ήπιε μία γουλιά και κοίταξε τον φίλο του μουδιασμένος.

«17 »
.

Ο αιδεσιμότατος σηκώθηκε όρθιος

«Τι έκανες Χάουι; Τι έκανες;»
«Ενέδωσα στο ζώο μέσα μου Τσέις. Αυτό έκανα. Κάθε φορά που έλεγα στον εαυτό μου ότι θα ήταν η τελευταία φορά, ήθελα κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο. Με έκανε να νιώθω σαν να είμαι 18 χρονών παλικαράκι. Είχα χρόνια να έχω τέτοιες ορμές. Όποτε βρισκόμασταν ήταν λες και είχες γυρίσει τον χρόνο πίσω. Θυμάσαι τότε που είχαμε ορέξεις και θέλαμε συνέχεια; Το ίδιο πράγμα ακριβώς! Και όλο αυτό κράτησε έξι μήνες. Και με ήθελε η Τζίλιαν, Τσέις. Με ήθελε αληθινά». 
«Δεν μπορείς να τα έχεις όλα στη ζωή σου Χάουι...αυτό δεν καταλάβαινες από τότε που ήμασταν παιδιά. Σκέφτεσαι τι έχει να γίνει αν το μάθει η Σάρα; Η κοινότητα; Θα καταστρέψεις ότι έχτισες για ένα ανήλικο κορίτσι;» 

Ένα δυνατό κύμα έσκασε πάνω στα βράχια και σάστισε και τους δύο. Για λίγα λεπτά σταμάτησαν να μιλούν. Ο καθένας χαμένος στις δικές του σκέψεις, στο μαύρο πέπλο που ξετυλιγόταν πάνω από τα κεφάλια τους. Ο ένας με ενοχές και ο άλλος να γίνεται μάρτυρας σε κάτι που ποτέ δεν πίστευε.

«Τσέις...σε παρακαλώ, μπορείς να με εξομολογήσεις;»

Ο Τσέστερ κοίταξε τον φίλο του που αυτή τη φορά έκλαιγε. Σηκώθηκε και πήγε λίγο πιο πέρα σε έναν πιο απομονωμένο βράχο. Γονάτισε και προσευχήθηκε. Ο Χάουαρντ κοίταζε απορημένος τον φίλο του να μουρμουράει και να σταυροκοπιέται αλλά δεν μίλησε. Κάποια στιγμή ο αιδεσιμότατος σηκώθηκε και πλησίασε τον Χάουαρντ.

«Κάνε τον σταυρό σου Χάουι». 

Ο Χάουαρντ σκούπισε τα μάτια του και υπάκουσε.

«In nomine Patris et Filii et Spiritus Sancti. Amen».
«Ευλόγησε με πάτερ γιατί αμάρτησα. Έχουν περάσει χρόνια από την τελευταία μου εξομολόγηση και αυτές είναι οι αμαρτίες μου. Απάτησα την γυναίκα μου. Πάνω από μία φορά. Με συνάδελφο από την δουλειά της και άλλες γυναίκες. Την απάτησα με μια 17χρονη με την οποία έβγαινα για 6 μήνες. Όταν βρήκα την δύναμη να της πω να χωρίσουμε το πήρε στραβά. Πολύ στραβά. Μου είπε ότι την χρησιμοποίησα, ότι ήθελα να ικανοποιήσω τις ορέξεις μου. Της απάντησα πως είχα αισθήματα για εκείνη, αλλά δεν μπορούσα να διαλύσω το σπίτι μου. Μου είπε να συναντηθούμε στην παραλία να μιλήσουμε. Βρεθήκαμε εδώ, σε αυτό εδώ το σημείο. Μαλώσαμε. Με απείλησε ότι θα τα πει όλα στη γυναίκα μου και μου είπε πως είναι έγκυος. Πώς θα έπρεπε αν την αφήσω και να κάνω μία νέα ζωή μαζί της». 

Ο Τσέστερ έσφιξε τα δόντια του.

«Αγχώθηκα πάτερ, φοβήθηκα. Την άρπαξα από το λαιμό και την έριξα κάτω. Άρχισε να με απειλεί, να λέει πως θα τα πει όλα στην αστυνομία και πως θα φροντίσει να με κλείσουν στην φυλακή. Δεν έσκαγε. Δεν έσκαγε που να πάρει! Άρπαξα μία μεγάλη πέτρα από το έδαφος. Την χτύπησα. Ξανά και ξανά. Την χτυπούσα ενώ της έλεγα να σκάσει. Κάποια στιγμή σταμάτησε να φωνάζει, σταμάτησε να μιλάει, σταμάτησε να κινείται. Δεν πείραξα τίποτα. Άφησα την σωρό της εκεί. Η αστυνομία την βρήκε μερικές ημέρες μετά. Της είχα πάρει κάποια προσωπικά της αντικείμενα έτσι ώστε να φανεί σαν ληστεία. Στις ειδήσεις είπαν πως ενδεχομένως κάποιοι μοτοσικλετιστές που πέρασαν ομαδικά από την περιοχή να ευθύνονται για την ληστεία. Είπα θα το θάψω μέσα μου, αλλά πως θάβεις κάτι τέτοιο; Δεν έχω ξαναγγίξει την Σάρα. Πίνω και όταν μεθάω σκέφτομαι πως όλα αυτά έχουν συμβεί σε κάποιον άλλο. Έχω σκεφτεί τόσες πολλές φορές να αυτοκτονήσω αλλά δεν έχω το κουράγιο να κάνω ούτε αυτό».

«Πάτερ. Τσέις. Αν δεν υπάρχει καμία ελπίδα για μένα, πες το μου και θα δώσω τέλος στη ζωή μου. Δεν ψάχνω να βρω δικαιολογίες. Ξέρω τι έχω κάνει, ξέρω τι είμαι. Απλά αναρωτιέμαι αν υπάρχει χώρος για οποιαδήποτε σωτηρία. Από Εκείνον, από εσένα, από τον ίδιο μου τον εαυτό».
«Έχεις μετανιώσει για τις αμαρτίες σου τέκνον μου;» ρώτησε με τρεμάμενη φωνή ο Τσέστερ. Το κεφάλι του γύριζε και νόμιζε πως θα λιποθυμήσει.  
«Με όλη μου την καρδιά, έχω μετανιώσει για όλα» 

Ο Τσέστερ ξεκίνησε να λέει το «Ego te absolvo» αλλά ήδη από τις πρώτες λέξεις ξέσπασε σε κλάματα χωρίς να καταφέρει να τελειώσει. Σκέφτηκε τα πρώτα παιχνίδια με τον Χάουαρντ στο σχολείο. Την πρώτη φορά που βγήκαν ραντεβού με κορίτσια και το μεγάλο τους μεθύσι στους αρραβώνες. Το πως ορκίστηκαν αιώνια πίστη ο ένας στον άλλο και πως ο Χάουαρντ ένα βράδυ γύρισε και είπε «Σε αγαπώ σαν αδερφό μου Τσέστερ. Κανείς ποτέ δεν θα καταφέρει να πάρει την θέση σου. Είσαι οικογένεια για μένα». Κάποια στιγμή ο Τσέστερ σταμάτησε να κλαίει. Είδε τον Χάουαρντ που είχε σηκωθεί όρθιος και ατένιζε την θάλασσα. Ποιος ξέρει, ίσως να σκεφτόταν τα ίδια. Ίσως πάλι να προσπαθούσε να δεχτεί την λιγοστή ειρήνη που ένιωθε μέσα του με το να πει τα σκηνικά στον καλύτερο του φίλο. Έδειχνε κουρασμένος αλλά γαλήνιος. Ήταν η πρώτη φορά που ο Τσέστερ δεν ήξερε τι πρέπει να κάνει, τι έπρεπε να πει, πώς έπρεπε να αντιδράσει. Η ψυχή του όμως είχε γίνει ασήκωτη. Γιατί τώρα μοιραζόταν ένα φορτίο που ποτέ του δεν είχε φανταστεί ότι θα του έδινε ο συγκεκριμένος άνθρωπος να κρατήσει.

«Τσέις;»
«Τι είναι Χάουι;» έκανε ο αιδεσιμότατος κοιτάζοντας το κενό.
«Κάνε ό,τι θέλεις αλλά σε παρακαλώ...ας κάτσουμε δύο λεπτά εδώ στα βράχια».