Δυόμισι ώρες μακριά από το Θάντερ Μπέι

Ένα διήγημα για το μοναδικό θαύμα των Χριστουγέννων: την ανθρώπινη συντροφικότητα. 

89 SHARES

Γράφει ο Κώστας Χρήστου


Το σπίτι της Άλις ήταν στη βόρεια Μινεσότα, λίγο έξω από το Ντουλούθ σε μία πολύ μικρή περιοχή που ονομάζεται Λάρσμοντ. Ήταν τόσο μικρή που οι κάτοικοι αστειευόντουσαν μεταξύ τους πως αν κάποιος επίδοξος τουρίστας προσπαθούσε να την ψάξει στο Google Maps, θα έπρεπε να χρειαστεί επιπλέον μικροσκόπιο. Έμενε σε μία όμορφη μονοκατοικία βορειοαμερικανικού τύπου από πέτρα και ξύλο -σε καφετί χρώμα μάλιστα- που είχε φόντο το δάσος του Κλόκετ Βάλεϊ και που παρόλες τις αλλαγές του καιρού, δεν έχανε ποτέ την «πράσινη» ταυτότητά του. Βοηθούσε τόσο το κλίμα, όσο και το γεγονός ότι το Λάρσμοντ ήταν κυριολεκτικά δυόμιση ώρες από τα σύνορα με τον Καναδά και συγκεκριμένα στο ύψος όπου ξεκινάει η περιοχή του Οντάριο. Το σπίτι, όπως και όλα τα υπόλοιπα της περιοχής, είχε την πιο όμορφη θέα που θα μπορούσαν να ζητήσουν οι κάτοικοι. Τη λίμνη Σουπέριορ. Την ανακάλυψαν πρώτοι οι Γάλλοι εξερευνητές στον ερχομό τους στο Νέο Κόσμο και ευχαρίστησαν τον Θεό για το πόσιμο, σωτήριο νερό της. Η μητέρα της Άλις ωστόσο έμενε μόνιμα στο Θάντερ Μπέι του Οντάριο και εκείνη φρόντιζε να την επισκέπτεται τα Σαββατοκύριακα για τσάι, συζητήσεις γύρω από τις δραστηριότητες που έκανε με την χαρτοπαικτική λέσχη και τις εκδρομές με τα μέλη του ΚΑΠΗ της περιοχής. Ο δρόμος προς το Θάντερ Μπέι ήταν μία όμορφη και ήρεμη διαδρομή που δεν είχε τίποτε το αναπάντεχο ή το ξαφνικό, πέρα από ξαφνικούς παγετώνες που έκλειναν το δρόμο και έκαναν τη λίμνη να κρυσταλλώνει και να μοιάζει με ένα τεράστιο καθρέφτη. Πέρα όμως από την ωμή συμπεριφορά της φύσης -που πολλές φορές έφερνε όλο το απίστευτο μένος της από τον Καναδά- δεν υπήρχε τίποτε στην διαδρομή των δυόμιση ωρών από το Λάρσμοντ στο Θάντερ Μπέι, που να κάνει τον οποιονδήποτε να ανησυχήσει. Εκτός από τον Πάρκερ.

Το πως γνωρίστηκαν ο Πάρκερ και η Άλις, είναι σχεδόν κινηματογραφικό. Θα μπορούσε να ανήκει σε εκείνα τα πρώιμα γλυκανάλατα σενάρια που έγραφε ο Γούντι Άλεν, αλλά που πρωταγωνιστής δεν θα ήταν κάποιος επιβλητικός τύπος με τετράγωνο πηγούνι όπως ο Χαβιέ Μπαρδέμ. Ο Τζον Κιούζακ με την γκραντζ περιβολή του θα ταίριαζε περισσότερο σε αυτό το σενάριο. Ήταν άλλωστε σχετικά ψηλός, αλλά δεν θα τον έλεγες άχαρο στο περπάτημα όπως τον ηθοποιό. Μάλλον μόνιμα αφηρημένο σε σημείο που έχανε την επαφή με τα γεγονότα που συνέβαιναν τριγύρω του. Ο Πάρκερ, μελαχρινός στο σουλούπι, με περίεργα γκρίζα μάτια και ξύρισμα δύο με τριών ημερών, αγαπούσε τους ανθρώπους που χανόντουσαν στις σκέψεις τους γιατί άφηναν και τον ίδιο ήσυχο. Κάπως έτσι χαμένος στις σκέψεις του ήταν και εκείνο το μεσημέρι ενώ έβαζε βενζίνη σε ένα πρατήριο στο Κρόφτβιλ, με την Άλις να φωνάζει για το αυτοκίνητο που έπαιρνε τον κατήφορο επειδή είχε ξεχάσει να σηκώσει το χειρόφρενο. Μόνο όταν την είδε να βγαίνει από το ταμείο του βενζινάδικου ουρλιάζοντας κατάλαβε πως κάτι έχει πάει στραβά, άφησε την αντλία κουμπωμένη πάνω στο ντεπόζιτο και έτρεξε πίσω από το αυτοκίνητο σαν να πρωταγωνιστεί σε ταινία δράσης. Και τα κατάφερε. Βούτηξε μέσα στο παράθυρο που είχε μείνει ανοιχτό, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των ελάχιστων κατοίκων που βρισκόντουσαν τριγύρω και που πιθανότατα δεν θα είχαν αντικρίσει ποτέ ξανά στη ζωή τους ένα τέτοιο σκηνικό. Πιο πιθανό να το είχαν δει σε κάποιο βίντεο στο YouTube.

Η Άλις δεν είχε ιδέα γιατί του πρότεινε να πιούν ένα καφέ. Ίσως αυτός ήταν ο τρόπος της για να πει ευχαριστώ. Ίσως τον λυπήθηκε για το κατσάδιασμα που του έριξε ο ιδιοκτήτης του πρατηρίου επειδή το ντεπόζιτο του αυτοκινήτου είχε ξεχειλίσει και η βενζίνη είχε σχηματίσει μία μικρή λίμνη γύρω από τις αντλίες. Ίσως απλά τον συμπάθησε γιατί την κοίταξε στα μάτια και όχι στο στήθος όπως είχαν συνηθίσει να κάνουν οι περισσότεροι άντρες που γνώριζε στη ζωή της. Σε κάθε περίπτωση δεν ήξερε γιατί πρότεινε αυτόν τον καφέ – και όπως δηλώνει στις καλές της φίλες δεν γνωρίζει ούτε μέχρι σήμερα τον λόγο. Ήταν όμως εξίσου περίεργο και για τον Πάρκερ. Δεν είχε γνωρίσει ποτέ καμία γυναίκα που να του φέρθηκε με τόση ευγένεια, αλλά επειδή ήταν φοβιτσιάρης και εκείνη νοσηλεύτρια, της αστειεύτηκε πως θα έπρεπε να θεωρεί τον εαυτό της κελεπούρι. Όμως την Άλις δεν την είχαν αποκαλέσει ποτέ κελεπούρι. Και ειδικά άντρες με ωραία μάτια, καθαρά ρούχα και περιποιημένα δάχτυλα μέσα σε εστιατόρια με χριστουγεννιάτικο ντεκόρ και τον Ντιν Μάρτιν να παίζει στο ραδιόφωνο. Την είχαν αποκαλέσει πόρνη και σκύλα, τιποτένια και έκτρωμα, αλλά ποτέ κελεπούρι. Και τα μάτια του Πάρκερ ήταν ήρεμα σαν την χειμωνιάτικη λίμνη πριν αρχίσει να γίνεται κρύσταλλο, οπότε υπέθεσε πως ο στόχος του δεν ήταν να την ρίξει στο κρεβάτι όπως οι περισσότεροι ασθενείς που περνούσαν από το πόστο της. 

Ο Πάρκερ ήταν διορθωτής για μία μικρή εκδοτική που λεγόταν Χάιντον-Νιούτον και είχε ως έδρα την Μινεάπολη. Τα άλλα τρία της παραρτήματα βρισκόντουσαν στο Σίου Φαλς, στο Φάργκο κοντά στην Βόρεια Ντακότα και στο Ντουλούθ. Είχε δικό του γραφείο, ήταν γνωστός για την ταχύτητα με την οποία επέβλεπε και επιμελούταν τις εκδόσεις ιατρικού περιεχομένου, αλλά είχε και την ευθύνη της οργάνωσης των σταυρολέξων που συνόδευαν τις τελευταίες σελίδες. Αυτό το τελευταίο φάνηκε ιδιαίτερα ενδιαφέρον στην Άλις που του ζήτησε να της εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο οι λέξεις στήνονται η μία δίπλα στην άλλη για δημιουργηθεί ένα δαιδαλώδες σταυρόλεξο. Ο Πάρκερ δεν είχε μιλήσει ποτέ στη ζωή του για τα σταυρόλεξα του πάνω από ενάμιση λεπτό και συνήθως σταματούσε όταν έβλεπε τις βαρετές ματιές του κόσμου που δήλωναν ξεκάθαρα πως δεν ενδιαφερόντουσαν γι’ αυτό που κάνει. Όμως η Άλις είχε μία ειλικρινέστατη γλυκάδα στο βλέμμα που ξεπερνούσε ακόμη και την φυσική ομορφιά της. Τα ξανθά της μαλλιά μέχρι τους ώμους που ήταν μονίμως ανακατεμένα από τον αέρα και οι φίλες της απορούσαν γιατί αρνιόταν να βάλει στη ζωή της την λακ ή οποιοδήποτε άλλο βοήθημα. Χαμογελούσε χωρίς ιδιαίτερο λόγο -μάλλον γιατί είχε μάθει να είναι ευχάριστη- και ο Πάρκερ την λάτρεψε ακόμη περισσότερο όταν το χαμόγελό της πλάταινε όποτε τον έβλεπε. Ήταν ένας καφές γνωριμίας που κατέληξε χωρίς κανείς τους να το καταλάβει σε ραντεβού, με ένα σωρό θέματα τα οποία δεν ολοκλήρωναν ποτέ γιατί πηδούσαν από το ένα στο άλλο.

Υπήρχε όμως αυτό το ‘‘κάτι’’ που λέμε για τις ανθρώπινες γνωριμίες που καταλήγουν σε νέους έρωτες. Η χημεία. Η σπίθα αυτή που ανάβει από μόνη της και δεν μπορείς να την ελέγξεις ή να κατευθύνεις. Δεν μπορείς να την περιορίσεις, ούτε να ξεφύγεις μακριά της και τελικά γίνεσαι ένα με την πυρκαγιά της. Ή καίγεσαι μέσα σε αυτή ή χρησιμοποιείς την θέρμη της για να προχωρήσεις και να νικήσεις το κρύο της μοναξιάς. Το έβλεπες στο βλέμμα τους. Είναι αυτό που οι παλιοί έλεγαν πως «μιλάνε τα μάτια». Η Άλις και ο Πάρκερ έχασαν ολοκληρωτικά την αίσθηση του χρόνου και έμειναν στο καφέ ‘‘Μπάρνεϊς’’ μέχρι την ώρα που ξεκίνησε να σβήνει τα φώτα. Μέχρι και η κοπέλα του εστιατορίου που είχε ξεκινήσει να μαζεύει τα τελευταία, είχε παραξενευτεί μιας και κανείς δεν ξόδευε πάνω από μία ώρα σε αυτό το εστιατόριο – παρά μόνο όταν κάποια στιγμή το μεσημέρι, έδινε δωρεάν στον κόσμο τα ντόνατ που είχαν ξεμείνει από το πρωί. Είχε κυρίως ντόπιους που ερχόντουσαν για το μεσημεριανό τους και περαστικούς ταξιδιώτες ή οδηγούς που κατευθυνόντουσαν με τα φορτηγά τους προς τον Καναδά για να μεταφέρουν εμπόρευμα. Να όμως που δύο νέοι άνθρωποι είχαν κάτσει τουλάχιστον τέσσερις ώρες με δύο κούπες καφέ και μία μηλόπιτα με σαντιγί η οποία έμεινε σχεδόν απείραχτη. Μάλλον από ντροπή γιατί φαινόταν ιδιαίτερα λαχταριστή και φρέσκια. Τα πρώτα φώτα πάνω από τον πάγκο του ταμείου έσβησαν και ο Πάρκερ έμεινε εκεί ασάλευτος να κοιτάζει την Άλις. Και ήταν η πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια, που ένιωσε εντυπωσιασμένος για κάτι διαφορετικό από τα σταυρόλεξα που έφτιαχνε. Χωρίς να ψάχνει το γιατί της χαμογέλασε και συνειδητοποίησε πως ξαφνικά ο χρόνος μπορεί να σταματήσει στα πιο απίστευτα, ξεχασμένα σημεία στη Γη.

Ο Πάρκερ έμενε λίγο έξω από το Ντουλούθ στα βόρεια προάστια της πόλης κοντά στο Τσέστερ Παρκ. Είχε ένα διαμέρισμα το οποίο βρήκε σε καλή ευκαιρία καθότι ο μόνος λόγος για να μείνει κανείς στο παγωμένο Ντουλούθ, ήταν λόγω της δουλειάς του ή απλά επειδή είχε γεννηθεί εκεί. Σε κάθε περίπτωση όμως δεν του άρεσε να μένει στο σπίτι, αλλά ούτε και να συχνάζει στα μπαρ της πόλης για ποτό. Έτσι περνούσε πολλές ώρες στο γραφείο με αποτέλεσμα να του μένουν μόλις μερικές ώρες ώστε να κοιμηθεί και να ξαναγυρίσει. Ο Πάρκερ ήξερε πως κάτι δεν πήγαινε καλά με την ζωή του, αλλά δεν γνώριζε τι ακριβώς έπρεπε να κάνει για να την αλλάξει. Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε που φοβόταν τις νέες γνωριμίες και δυσκολεύοταν να κάνει φίλους, αλλά πολύ περισσότερο σχέσεις. Δεν ήθελε να γνωρίσει κάποια που θα την ρουφούσε ο ανεμοστρόβιλος των σκέψεων και των ανασφαλειών του, για να καταλήξει να την πετάξουν μακριά και να την αφήσουν λαβωμένη. Ο Πάρκερ δεν ήταν σίγουρα ο πιο φυσιολογικός άνθρωπος, αλλά αναγνώριζε πως κάτι πάει στραβά και πως πριν λύσει το πρόβλημα δεν έπρεπε να τραβήξει κανέναν μαζί του σε αυτή τη γαλέρα. Με την Άλις όμως ένιωσε διαφορετικά και το κατάλαβε στις μετέπειτα συναντήσεις μαζί της. Ένιωθε λες και κάποιος έπαιρνε ένα μεγάλο βάρος από τους ώμους του. Μία τεράστια ψυχική απελευθέρωση και ευδαιμονία όπου τίποτα πλέον δεν είχε σημασία και όλα έμοιαζαν απελπιστικά μικρά για να επηρεάσουν την ζωή του. Το καλύτερο, ήταν πως η Άλις δεν είχε κάποιο μαγικό φίλτρο για όλα αυτά, ούτε και έκανε κάτι το πρωτόγνωρο ή το διαφορετικό από όσες είχε γνωρίσει στη ζωή του. Ήταν απλά εκεί. Και το γεγονός ότι θα περνούσε τις γιορτές μαζί της στο Λάρσμοντ έκανε τα πράγματα καλύτερα. Πιο αισιόδοξα. 

Η Άλις βέβαια δεν αγαπούσε πολύ τους στολισμούς γιατί είχε συνηθίσει να τους βλέπει κυρίως στα νοσοκομεία. Όσο και αν η διεύθυνση του νοσοκομείου προσπαθούσε να δημιουργήσει ένα εορταστικό κλίμα κάθε φορά, στο τέλος της ημέρας είχες ένα σύνολο ανθρώπων που θα αναγκαζόντουσαν να μείνουν τις γιορτές μακριά από τους δικούς τους. Στο περίπου δηλαδή, αλλά αυτό ήταν αρκετό να την στεναχωρήσει. Είχε πει στον Πάρκερ για το μικρό αυτό πλαστικό δέντρο που είχε στο τραπεζάκι του σαλονιού, οπότε όταν της χτύπησε την πόρτα κατέληξε να χαμογελάει σαν μικρό κοριτσάκι που τον είδε να λύνει το έλατο από την οροφή του αυτοκινήτου του για να το φέρει στο σπίτι της. Δεν ήξερε ούτε η ίδια γιατί χάρηκε τόσο πολύ αλλά ξαφνικά, όλα αυτά που διάβαζε και άκουγε για το Πνεύμα των Χριστουγέννων μπήκε στη διαδικασία να αναρωτηθεί αν είναι αληθινά. Αν όλα αυτά που περιέγραφε ο Ντίκενς, έδειχναν πράγματι σαν να σε λούζει ένα φως από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Όμως συνήλθε γρήγορα. Θυμήθηκε πως είναι πράγματι τα μικρά πράγματα που έχουν σημασία και που κάνουν την διαφορά. Που σε κάνουν να αφήνεις πίσω όλες εκείνες τις στοιχειωμένες, φοβισμένες σκέψεις που τρώνε αργά και βασανιστικά τις καρδιές των ανθρώπων αφήνοντας τους σε μία μόνιμη αμφιβολία για τους εαυτούς τους. Και με το που ο Πάρκερ μπήκε στο σπίτι χαμογελώντας με το δέντρο στην αγκαλιά, ήταν λες και όλες εκείνες οι σκέψεις που την στοίχειωναν καιρό απλά εξαφανίστηκαν με τον πιο ανώδυνο τρόπο. Σαν να σκούπισες ένα φρέσκο λεκέ με ένα κομμάτι πανί και συνειδητοποίησες πως δεν υπήρξε ποτέ. Κανένα φως από κανένα διήγημα του Ντίκενς. Το μοναδικό φως στις μικρές μας ζωές, αυτές που δείχνουν τόσο ασήμαντες αλλά που μπορούμε μέσα σε μία στιγμή να τις κάνουμε τόσο σημαντικές, είναι αυτό που προέρχεται από τους ανθρώπους που έχουν γύρω μας. Και ο Πάρκερ έφεγγε σαν μοναχικός φάρος σε αγριεμένες θάλασσες γιατί ήταν το δικό του φως που την έλουζε.

 Όσο το στόλιζαν με τις πολύχρωμες μπάλες και τα φωτάκια, τόσο πιο πολύ ένιωθαν αυτό που χρόνια γνώριζαν, αλλά που ποτέ δεν είχαν μπει στη διαδικασία να αποδεχτούν για να μπορέσουν να το απολαύσουν: πως ο προορισμός του ανθρώπου, είναι η ευτυχία. Αυτό και τίποτε άλλο. Οι τρόποι με τους οποίους θα γινόταν αυτό ήταν μια άλλη συζήτηση, αλλά όλα γινόντουσαν πιο εύκολα όταν υπήρχε κάποιος δίπλα σου για να μοιραστείς όλα όσα σου έφερνε η ζωή. Να τα μοιραστείς και όχι απλά να τα βλέπεις να περνούν από μπροστά σου σαν θεατής. Δεν ήξερε αν η Άλις ήταν μία γυναίκα που θα μπορούσε να μοιραστεί πράγματα μαζί της, αλλά όταν του χαμογελούσε ένιωθε πως γινόταν ο καλύτερος Πάρκερ που μπορούσε να γίνει και η μυρωδιά της θύμιζε αιώνια Χριστούγεννα. 

Παράγγειλαν κινέζικο και έκατσαν στον καναπέ, με το ''Miracle on 34th Street'' να παίζει στην τηλεόραση. Για δευτερόλεπτα, ο καθένας χάθηκε στις δικές του αρνητικές σκέψεις. Μήπως όλο αυτό είναι πολύ καλό για να είναι αληθινό; Μήπως οι ανθρώπινες σχέσεις είναι καταδικασμένες να πνίγονται μέσα στην αμφιβολία και το στρες από την καθημερινότητα; Μία άνιση μάχη με τον χρόνο και την δυστυχία όπου δεν υπάρχουν νικητές, παρά μόνο πρωταγωνιστές με την άγνοια της κατάρας που βιώνουν μέχρι να γίνουν σκόνη στο άδικο χώμα που περπάτησαν. Οι άσχημες σκέψεις τους χτύπησαν ξαφνικά σαν αέρας που χτυπάει ανοιχτά ξύλινα παραθυρόφυλλα πάνω σε τοίχους και που ο ήχος είναι τόσο εκκωφαντικός, που θα μπορούσε να σε ξυπνήσει από τον λήθαργο για να σου πει «Ξύπνα, αυτή η ζωή που ζεις, είναι μόνο για τις ταινίες. Από την στιγμή που ουρλιάζουμε ερχόμενοι στη ζωή μέχρι την στιγμή που σιγοσβήνουμε, είμαστε μόνοι». Μόνοι. Τι ακριβώς είναι όμως να είσαι μόνος;

Γιατί ο Πάρκερ όταν άπλωσε το χέρι της Άλις, συνειδητοποίησε πως όσο μόνος και αν είναι, όσο μόνος και αν υπάρξει στο μέλλον, πρέπει και οφείλει να ζει για κάτι στιγμές σαν και αυτές. Που το χαμόγελο γκρεμίζει αμφιβολίες και ισοπεδώνει την δυστυχία, φέρνοντας στους ανθρώπους το μοναδικό δώρο που ανακάλυψαν μόνοι τους χωρίς την βοήθεια κανενός Προμηθέα που τους είδε και τους λυπήθηκε. Την ανθρώπινη συντροφικότητα. Αυτή την βόλτα χέρι-χέρι που αποζητάμε γιατί είμαστε πολύ φοβισμένοι για να βαδίσουμε μόνοι. Γιατί ξέρουμε, βαθιά μέσα μας ακόμη και αν δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε, πως όσο σκοτεινός και δύσβατος και αν δείχνει ο δρόμος αυτός, πορεύεσαι διαφορετικά όταν έχεις ένα χέρι να σφίξεις τις δύσκολες ώρες. Αυτά σκεφτόταν όταν την έβλεπε να χαμογελάει.

Και η Άλις; Έμεινε κάπου χαμένη ανάμεσα σε εκείνο το εστιατόριο και στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Εκεί που η καλοσύνη διέλυσε τα μαύρα σύννεφα των αμφιβολιών της και που γύρισε αργά για να κοιτάξει τον Πάρκερ κατευθείαν στα μάτια. Σκέφτηκε ότι αν όλες οι ιδιαίτερες ανθρώπινες στιγμές μας, οι πραγματικά αληθινές, σφράγιζαν την ύπαρξη τους σε αυτή την ζωή με ένα φιλί όπως στην δική της περίπτωση, ο κόσμος θα ήταν πραγματικά ευτυχισμένος.

Όμως δεν υπάρχει ιδεατό. Δεν υπάρχει απόλυτο. Υπάρχει μόνο το τώρα. Το δικό τους «τώρα» ήταν η επανάληψη μίας ταινίας με φτηνό φαγητό και ένα υπέροχο δέντρο. Χωρίς κανένα «θαύμα Χριστουγέννων» πέρα από το ανθρώπινο. Το πραγματικό και το μόνο που έχει αξία για κάθε γνωριμία, για κάθε κοίταγμα, για κάθε άγγιγμα και φιλί που γίνεται εκεί έξω υπό τις πιο περίεργες συνθήκες και φέρνει τους ανθρώπους κοντά.

Βραδιάζει και σηκώνει κρύο. Κάνει να την φέρει πιο κοντά του και συνειδητοποιεί πως την έχει πάρει ο ύπνος. Την σκεπάζει με μία κουβέρτα που βρίσκει στο μπράτσο του καναπέ και στέκεται απλά να την κοιτάζει χαμογελώντας.

Το δικό του θαύμα των Χριστουγέννων.

 
89 SHARES