Το γράμμα της Μπίνι

Το έκτο διήγημα του Ratpack για το μοναδικό δώρο της πατρότητας.

54 SHARES



Ο Άλμπερτ μπαινοέβγαινε στον αχυρώνα του σπιτιού είκοσι περίπου νύχτες. Εκτός από την λάμπα που δεν θυμόταν ποια ήταν η τελευταία φορά που την άνοιξε ή την έκλεισε, του έκαναν παρέα ένα μικρό ψυγείο γεμάτο μπίρες και μερικές φέτες σαλάμι, ένα μπουκάλι Jack Daniels Νο7 και μια γραφομηχάνη που την κοίταζε με μεγαλύτερη δυσπιστία από ότι είχε κοιτάξει ποτέ άνθρωπο στη ζωή του. Ήταν τα όγδοα γενέθλια της κόρης του και είχε στόχο να της γράψει κάτι μεγάλο. Κάτι καλό. Κάτι που θα την οδηγούσε να το κρατήσει για όσα περισσότερα χρόνια μπορούσε και όταν θα έφτανε στην δική του ηλικία, να μπορούσε να πει με περηφάνια «Αυτό μου το άφησε ο μπαμπάς μου».

Το πρόβλημα του Άλμπερτ ήταν απλό. Δεν ήταν αρκετά καλός γραφιάς. Προσπαθούσε να γράψει κατιτίς, αλλά πέρα από προβληματικές νουβέλες και λοιπές ιστορίες που στο τέλος τις σιχαινόταν και ο ίδιος, δεν είχε τίποτα χειροπιαστό που τον έκανε να θυμίζει συγγραφέα. Μάλλον το αντίθετο. Μπορεί να έφταιγε και η έξτρα δουλειά στο εργοστάσιο κονσέρβας. Μπορεί να έφταιγε η καλή ζωή. Καλή ζωή; Ναι γιατί ο Άλμπερτ δεν ήταν κανένας μποέμ συγγραφέας που έμενε σε μία τρώγλη, ήταν απένταρος και είχε προβλήματα με την οικογένειά του. Η γυναίκα του, Τζέιν, ήταν μία υπέροχη ξανθιά καλλονή που τον ερωτεύτηκε για το χιούμορ του και δούλευε στο ελεγκτικό τοπικό τμήμα του υπουργείου Οικονομικών βγάζοντας έναν αρκετά καλό μισθό. Ο Άλμπερτ πάλι έκανε δουλειές δεξιά και αριστερά προσπαθώντας να γράψει κάτι. Οτιδήποτε. Όμως η δουλειά στο εργοστάσιο τον έκανε να νιώθει ότι συνεισφέρει και ο ίδιος σε όλο αυτό το υπέροχο κομμάτι που ονομαζόταν οικογένεια. Και αν ο Άλμπερτ λάτρευε την γυναίκα του, κάποιος που τον έβλεπε να παίζει με την κόρη του θα έλεγε πως είχε ψύχωση μαζί της.


Ο Άλμπερτ την αγάπησε από την πρώτη φορά που την είδε στο υπερηχογράφημα. Ήταν τόσο μικρή που έμοιαζε με φασόλι και αποφάσισαν με την Τζέιν να την ονομάσουν Bean (μτφρ. φασόλι). Η Μπιν ή και Μπίνι χαϊδευτικά, ήταν πλέον 6 χρονών και είχε τα κατάξανθα μαλλιά της μητέρας της και τα γκρίζα μάτια της γιαγιάς της. Ο Άλμπερτ έλεγε στους φίλους του όταν τους έβλεπε για ποτό, ότι έπρεπε να επιστρέψει στο μικρό του ξωτικό, ή στην ξανθιά νεράιδα, ή στον άγγελό του. Ειδικότερα, ο Άλμπερτ αντιμετώπιζε την Μπιν σαν δώρο. Ο δικός του πατέρας ήταν βαριά άρρωστος από τότε που ήταν παιδί και με την μητέρα του δεν είχε τις καλύτερες σχέσεις. Την πρώτη φορά που την κράτησε στα χέρια του, γύρισε στη γυναίκα του και με ένα κόμπιασμα στον λαιμό που τον έκανε να νιώθει λες και κάποιος του είχε χώσει ξυράφια γύρισε και της είπε. «To βλέπεις αυτό το κορίτσι; Αυτό το κορίτσι, Τζέιν, θα γίνει το σπουδαιότερο κορίτσι στον κόσμο. Και ξέρεις γιατί; Γιατί δεν θα το αφήσω ούτε μία στιγμή να πιστέψει πως ίσως να μην την αγαπάει ο μπαμπάς της».

Ο Άλμπερτ και η Μπίνι ήταν αχώριστοι. Όπως θα έπρεπε να είναι ένας μπαμπάς με την μικρή του πριγκίπισσα. Της έφτιαχνε στέμματα από χαρτόνι στα οποία έβαζε κόλλα και έριχνε χρυσόσκονη. Το βράδυ που της έδειχνε τους αστερισμούς στον ουρανό, της έλεγε πάντα πως ο κόσμος την αγαπούσε τόσο πολύ που τα αστέρια, ήταν ουσιαστικά μακρινά φωτεινά κεράκια από εκατομμύρια μίλια μακριά. «Όταν θα μεγαλώσεις, αυτό δεν θα ισχύει. Αλλά μέχρι τότε να απολαμβάνεις τα φώτα στον ουρανό». Έτσι η Μπίνι έμαθε να αγαπάει τα αστέρια και τους φερόταν ως υπηκόους σε ένα βασίλειο κάπου πολύ-πολύ μακριά. Ήταν όμως μία δίκαιη και σωστή πριγκίπισσα. Το βράδυ έβγαινε στον κήπο και έκανε υποκλίσεις προς τα αστέρια και με ένα πλαστικό ραβδί που της είχε αγοράσει ο μπαμπάς της από ένα κατάστημα με παιχνίδια, έχριζε τα αστέρια ιππότες και δεσποσύνες. Ο Άλμπερτ τα έβλεπε όλα αυτά και χαιρόταν γιατί στο δικό του το μυαλό, κανένα παιδί δεν θα έπρεπε να μεγαλώνει χωρίς αγάπη και φαντασία. Η Τζέιν ήταν πάντα σκεπτική με αυτό το παιχνίδι στον ουρανό και ρωτούσε τον άντρα της τι θα συμβεί όταν μία μέρα μάθει τι είναι στ’ αλήθεια τα αστέρια. Ο Άλμπερτ της είχε απαντήσει απλά ότι ο κόσμος, ειδικά στην δική τους ηλικία, τείνει να βλέπει τα πράγματα όπως θέλει και όχι όπως είναι. «Αν η Μπίνι μου μεγαλώσει ευτυχισμένη πιστεύοντας πως τα αστέρια ανάβουν για εκείνη, τότε πράγματι θα ανάβουν πάντα για εκείνη».


Αυτά σκεφτόταν ο Άλμπερτ, μέσα σε χαμόγελα και γέλια, μέσα σε αγκαλιές και σε παιχνίδια με φαντασία. Από την ημέρα που την ξυπνούσε γαργαλώντας την κοιλιά της μέχρι το βράδυ που την σκέπαζε με το πάπλωμα και τον ρωτούσε πως μπορεί να είναι σίγουρη ότι κάποιο τέρας δεν θα την αρπάξει. «Ξέρεις τι φοβούνται τα τέρατα περισσότερο από όλους Μπίνι; Τους μπαμπάδες που αγαπάνε τις κορούλες τους. Και εσένα ο μπαμπάς σε αγαπάει πολύ».

Ήταν τόσες πολλές οι σκέψεις που ο Άλμπερτ δεν ήξερε από που να ξεκινήσει. Δεν ήξερε ποια ανάμνηση να συντάξει πρώτη και πως να ξεκινήσει τις προτάσεις του. Είκοσι νύχτες προσπαθούσε να βρει έναν τρόπο να δείξει την αγάπη του στην κόρη του πάνω στο χαρτί μέχρι που χτύπησε η πόρτα του αχυρώνα. Και δεν ήταν πως ο Άλμπερτ δεν ήθελε την γυναίκα του, αλλά της είχε ζητήσει να μην τον ενοχλεί για να μπορέσει να συγκεντρωθεί. Άνοιξε την πόρτα αντικρίζοντας την Μπίνι με το μικροσκοπικό της πιτζαμάκι και με έναν φάκελο. Τον πλησίασε και του είπε πως είχε γράψει κάτι για εκείνον. Ένα μικροσκοπικό χαρτί από ένα μικροσκοπικό κοριτσάκι, που κατάφερε να βάλει μερικά γράμματα στη σειρά και να γράψει. «Σε αυτά τα γενέθλια δεν θέλω δώρο γιατί έχω ήδη τον μπαμπά μου».

Ο Άλμπερτ ένιωσε το έδαφος να γκρεμίζεται, οπότε γονάτισε και την έσφιξε στην αγκαλιά του. 

54 SHARES