Αυτοί που περπατούν στη φωτιά

Ένα διήγημα του Ratpack για την φιλία δύο αντρών στη δύσκολη δοκιμασία της ζωής τους.

103 SHARES

Από τον Κώστα Χρήστου




Για εμάς η κάθε μέρα είναι ρουτίνα. Μία πολύ διαφορετική ρουτίνα, αλλά παραμένει ρουτίνα. Μπήκαμε σε έναν δρόμο που δεν τον επιλέξαμε επειδή κάποια πράγματα δεν έγιναν σωστά. Άλλος έπινε πολύ, άλλος είχε κληρονομικότητα. Άλλος ήταν απλά άτυχος. Από ένα σημείο και μετά, τα «γιατί;» μέσα στο κεφάλι σου επιβάλλεται να τελειώσουν. Συνεχίζουν και σε κοιτούν τα βράδια σαν παγωμένα σκοτεινά μάτια, αλλά μαθαίνεις να γυρνάς το βλέμμα αλλού. Δεν έχει άλλωστε και νόημα. Η λύση είναι η ρουτίνα. Όσο δίνεις σε μία κατάσταση την ταυτότητα της ρουτίνας, απομυθοποιείται και συνηθίζεται. Δεν λύνει το πρόβλημα, οπωσδήποτε, αλλά όσο να ‘ναι σε βοηθά να συνεχίσεις.

Δεν με βαστάνε τα πόδια μου πια. Που να πάρει, είμαι 45 κιλά ελαφρύτερος από τότε που ξεκίνησα την αιμοκάθαρση και οι δυνάμεις μου με έχουν εγκαταλείψει. Προσπαθώ να το πάρω στην πλάκα. «Στυλάκι έχω γίνει». «Θα ξαναβρώ γκόμενα όπως το πάω». Και πολλά άλλα τέτοια. Στην αρχή νόμιζα ότι το έκανα για να μην πληγώνω τους τριγύρω μου. Τελικά το έκανα για μένα και μόνο για μένα. Με βοηθάει να συνεχίσω, γιατί δεν ξέρω πως αλλιώς να προχωρήσω. Δεν ξέρω γιατί συνέβη αυτό. Εγώ το λέω μοίρα από ανώτερη δύναμη. Ο γιος μου το λέει «υποκριτικές μαλακίες από μία ανώτερη δύναμη». Αλλά ας πάμε πίσω στη ρουτίνα. Μετά το πλύσιμο έρχεται το πρωινό. Είναι δύσκολο το πλύσιμο και προτιμώ να το κρατήσω για τον εαυτό μου – κυρίως γιατί δεν περίμενα ποτέ ότι θα φτάσω στο σημείο να ιδρώνω από την κούραση για να πλυθώ. Το σιχαίνομαι αυτό. Το πρωινό όμως είναι φανταστικό, γιατί πρέπει να φάω πολύ. Ο οργανισμός θέλει δύναμη για το Θηρίο. Και το Θηρίο δεν συγχωρεί. Είναι σαν να έχεις κάνει συμφωνία με τον διάβολο για παραπάνω χρόνια ζωής. Σε κοιτάζει κατάματα και στο λέει χωρίς να κρύβεται. «Θα σε καθαρίσω, θα σε ξεζουμίσω, αλλά κάθε φορά θα σέρνεσαι, θα κοιμάσαι, θα νιώθεις ότι σβήνεις και αν δεν σε κρατήσει η καρδιά σου, πιθανότατα να πεθάνεις». Και στα μικρά γράμματα στο συμβόλαιο δεν αναφέρουν πουθενά ότι θα κρατήσει την καρδιά σου ζωντανή.


Μετά είναι η κόρνα. Την σιχαίνομαι αυτή την γαμημένη κόρνα, με όλη μου την ψυχή. Είναι σαν το σύνθημα για να ξεκινήσει άλλη μία μάχη. Η μόνη διαφορά με εκείνη της καθημερινότητας, είναι ότι έχεις παραπάνω πιθανότητες να μην επιστρέψεις ζωντανός. Κάθομαι στο καροτσάκι. Αν δεν ανέβει ο Λεωνίδας στο σπίτι, δεν μπορώ να το σπρώξω μόνος. Καλό παιδί και καλός νοσοκόμος. Λέει αστεία όλη την ώρα για να μου φτιάξει το κέφι και παρότι δεν τα καταφέρνει, εκτιμώ αφάνταστα το ότι ασχολείται. Λίγοι ασχολούνται με τους άρρωστους γέρους. Γιατί δεν έχω καμία αυταπάτη, είμαι ένας άρρωστος γέρος που του έχουν μείνει λίγα πράγματα για να χαρεί. Πέρα από την οικογένεια μου, είναι ο φίλος μου. Ο Πέδρο είναι σαν εμένα. Άλλος ένας που τα βάζει με το Θηρίο. Το κάνει τρία χρόνια τώρα με επιτυχία. Είναι πιο δύσκολο για εκείνον γιατί όταν ήρθε στην Ελλάδα, έχασε την γυναίκα του δύο χρόνια μετά την γέννηση του γιου του. Το παιδί μεγάλωσε με την θεία του γιατί ο πατέρας δούλευε στα καράβια. Είδε τον δικό του πατέρα να δολοφονείται από παρακρατικούς μπροστά στα μάτια του. Βασανίστηκε σαν αριστερός ενώ δεν ήταν ποτέ αριστερός. Ταιριάξαμε με τη μία. Κάθε πρωί κάναμε μαζί αυτή την διαδρομή στη νεφροκλινική και στα 75 μου, έμαθα πως ποτέ δεν είναι αργά να κάνεις νέους φίλους.

Είναι ζόρικο το Θηρίο. Συνδέεται με τον καθετήρα και απομακρύνει τις τοξίνες από το αίμα. Μετά παίζει ρόλο το διάλυμα, το φίλτρο, η ταχύτητα και άλλα που δεν τα κατάλαβα ποτέ και δεν με ενδιαφέρει και να τα καταλάβω. Όταν επιχείρησαν να μου τα εξηγήσουν απλά τους είπα «τελειώνετε και απλά κάντε αυτό που πρέπει». 

Με τον Πέδρο καθόμαστε δίπλα-δίπλα. Στην αρχή το απαιτούσαμε, αλλά τώρα το ξέρουν. Δεν βάζουν άλλον ανάμεσα. Κάποια στιγμή μια ξινή νοσοκόμα μας είχε πει πως δεν είναι ξενοδοχείο για να επιλέγουμε κρεβάτια. Της είχα απαντήσει ότι εμείς δεν ξέρουμε αν θα επιστρέψουμε στο δικό μας κάθε φορά που φεύγουμε από δω. Μας ζήτησε συγνώμη και αυτό είναι το μόνο «δυσάρεστο» περιστατικό που θυμάμαι από εκεί μέσα. Φανταζόμαστε ότι πάμε διακοπές όταν είμαστε εκεί. Λέμε για τα  ποτά που θα πίναμε και για τα μέρη που θα ανακαλύπταμε. Του λέω για τον βυθό από τα χρόνια που έκανα ψαροντούφεκο και μου μιλάει για τους καρπούς που πετάνε τα φύλλα τις πρώτες ανοιξιάτικες ημέρες. Λέμε για ορειβασίες και περίπατους στα δάση και για περιπέτειες. Θα μπορούσαμε να είμαστε ο Φρόντο με τον Σαμ από τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών. Με τον Πέδρο οι ώρες περνούν ευχάριστα μέχρι το Θηρίο να πάρει τα ηνία. Το νιώθεις παντού μέσα σου. Σου βαραίνει τα βλέφαρα και σε κοιμίζει. Σε τρομάζει γιατί πιστεύεις ότι αν κλείσεις τα μάτια έστω και δύο λεπτά για να ξεκουραστείς, δεν θα τα ανοίξεις ποτέ ξανά. Δεν θα έχεις την δυνατότητα να ζητήσεις μία τελευταία φορά το αγαπημένο σου φαγητό. Δεν θα δεις την αγαπημένη σου ταινία. Δεν θα μπορείς να πεις στο παιδί σου «σ’ αγαπώ, ο αγώνας συνεχίζεται, πάρε την ζωή και στύψε τη». Οπότε φοβάσαι. Φοβάσαι πολύ όταν αρχίζει να σε κυριεύει και δεν μπορείς να ελέγξεις τον εαυτό σου. Με πιάνει συνήθως τρέμουλο όταν συμβαίνει και πανικοβάλλομαι. Ο Πέδρο το καταλαβαίνει. Γαμώτο, δεν ξέρω πως το κάνει αλλά το καταλαβαίνει κάθε φορά. Είναι χώμα και εκείνος από την κούραση, αλλά βρίσκει την δύναμη να απλώσει το χέρι και να ακουμπήσει τα δάχτυλα του στον καρπό μου.  

«Θυμήσου τι έχουμε πει. Αυτό που έχει σημασία είναι πόσο ικανά βαδίζεις μέσα στη φωτιά».

Και θυμάμαι ξαφνικά όλα τα χειρότερα που έχω περάσει. Έχω φτάσει κοντά στον θάνατο τόσες φορές και δεν πρέπει να αφήνω ένα μηχάνημα να με τρομάζει. Είναι όμως Παρασκευή και τις σιχαίνομαι τις Παρασκευές γιατί είναι ματωμένες. Έχουν ένα συναγερμό που βαράει, λευκές ρόμπες να κουνιούνται σαν θυμωμένα σεντόνια που τινάζονται μόνα τους στον χώρο και αίμα. Από κάποιον καθετήρα που βούλωσε, από κάποιο πόδι με διαβήτη που σαπίζει αργά. Μα κυρίως σταματούν καρδιές. Κουράζονται, σβήνουν, χάνονται. Υποχωρούν και πάνε για τον αιώνιο ύπνο. Δεν το θέλουν όλοι αυτό. Πολλοί δεν έχουν τίποτα να χάσουν και λένε «ας είναι». Το τετράωρο τελειώνει και κοιταζόμαστε. Μου κλείνει το δεξί μάτι και του απαντάω με τον ίδιο τρόπο. Είναι το συνθηματικό αναμεταξύ μας. Το «είμαι καλά».

Μα κάποιες μέρες είναι δύσκολες. Οι χειρότερες. Όπως αυτή εδώ που ο Πέδρο δεν είναι πια εδώ. Δεν θα είναι ποτέ ξανά και αυτό το κάνει δύσκολο. Γιατί είσαι στη μάχη στο μέτωπο και νιώθεις πως χάνεις τον διπλανό στρατιώτη που καλύπτει τα νώτα σου. Είναι άδικο και δύσκολο και βάρβαρο και, πόσο ακόμη πρέπει να αντέξω γαμώτο; Κουράστηκα να ματώνω από 30 χρονών σε κελιά και νοσοκομεία, μέσα σε μικρότητες μικρών ανθρώπων και σκοτάδια που αποκήρυξαν το φως πριν καλά-καλά διαπιστώσουν ότι δεν μπορούν να ζήσουν δίπλα σε αυτό. Το σκότος στις ψυχές των ανθρώπων, ήταν πάντα στο μυαλό μου η απώλεια της σχέσης με τον Θεό. Τον Βούδα. Τον Γκανέσα. Δεν ξέρω, ό,τι θέλει και πιστεύει ο καθένας. Κανείς όμως δεν φέρνει πίσω τον Πέδρο που αποφάσισε να κοιμηθεί γιατί κουράστηκε. Και από τη μία θέλω να περάσω απέναντι με ένα φίλο, αλλά από την άλλη έχω τόσα ακόμη να κάνω εδώ. Αυτό θυμάμαι και δαγκώνομαι ενώ βλέπω τον γιο του να κλαίει. Γιατί θα μπορούσε να είναι ο δικός μου γιος. Δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω, οπότε κάνω αυτό που θα έκανε και ο Πέδρο αν μπορούσε να σηκωθεί έστω και για μία στιγμή να αποχαιρετήσει τον γιο του. Καθισμένος όπως είμαι τον αγκαλιάζω και του λέω κάτι που μου είπε κάποτε ένας μαχητής.

«Αυτό που έχει σημασία είναι πόσο ικανά βαδίζεις μέσα στη φωτιά».


103 SHARES