Η ψαρόβαρκα στη Σίκινο

Ένα διήγημα για την αστείρευτη ανθρώπινη δύναμη.

117 SHARES

Από τον Κώστα Χρήστου



Ο εγγονός δεν φοβόταν ποτέ το σκοτάδι γιατί ο παππούς του μεγάλωσε μέσα σε αυτό. Είτε με δυνατό ήλιο να τον χτυπάει κατακούτελα, είτε με την πιο πυκνή ομίχλη να καλύπτει τα πάντα, ήξερε πως για τον γερόλυκο και καπετάνιο της βάρκας θα είναι πάντα σκοτάδι. Είχε μάθει από μικρό παιδί πως για να επιβιώσεις σε αυτό, όσο βαθύ και αν είναι το μαύρο που το χαρακτήριζε, έπρεπε να μεταμορφώσεις τον εαυτό σου από θήραμα σε κυνηγό. Να αφήσεις πίσω την ταυτότητα του φοβισμένου ζώου που προσπαθεί να κρυφτεί πανικόβλητο και να χρησιμοποιήσεις το σκοτάδι υπέρ σου. Έτσι δεν θα αναγκαστείς ποτέ να κρυφτείς από αυτό. Το σκοτάδι είχε αυτή την ηρεμία που χάριζε καθαρή σκέψη. Όπως μία βραδινή ώρα σαν αυτή, λίγες ώρες πριν τα ξημερώματα που ο κόσμος σταματάει να γυρίζει, αλλά το μυαλό συνέχιζε να τρέχει όπως τα νερά που κατεβαίνουν από τα βουνά. Άλλοτε ορμητικά και γεμάτα θυμό και άλλοτε πιο ήπια, σαν να περιμένουν κάποια αντίδραση από το χώμα που δεν έρχεται ποτέ. Ωστόσο αυτό εδώ το σκοτάδι, καταμεσής της θάλασσας, δεν ήταν για εκείνους που είχαν χρόνο να σκεφτούν αλλά για εκείνους που έπρεπε να δράσουν.

Η νύχτα ήταν τώρα ήταν με το μέρος τους. Όσο και αν το ψιλοβρόχι και ο άνεμος έκαναν την μεγάλη βάρκα να κουνιέται μέσα στο νερό, δεν μπορούσαν απλά να σηκωθούν να φύγουν. Κάποιοι άλλοι ναι. Αλλά όχι αυτοί. Αγαπούσαν τη νύχτα και το σκοτάδι γιατί ήταν απαραίτητα για την διαβίωση τους. Για τα δίχτυα που θα σηκωθούν θριαμβευτικά με δεκάδες ψάρια για να γεμίσει με μυρωδιές η μικρή ψαροταβέρνα. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος από αυτόν. Τα δίχτυα πρέπει να είναι γεμάτα με ανυποψίαστα ψάρια που εκείνη τη νύχτα δεν υπολόγισαν για ακόμη μία φορά ότι θα συντηρήσουν μία οικογένεια. Γιατί αυτή την ζωή ξέρουν. Με τον εγγονό και τον παππού στη βάρκα παρέα με τον βοηθό τους και δύο γυναίκες που δεν κρατούν μόνο μία κουζίνα, αλλά ολόκληρη την ψυχολογία όταν τα πρόσωπα των αντρών επιστρέφουν σκυθρωπά. Ο εγγονός τα λυπόταν τα ψάρια και ονόμαζε την κατάσταση του ψαρέματος άνιση μάχη. Ο παππούς χαμογελούσε, έψαχνε μέσα στο δικό του σκοτάδι το κεφάλι του εγγονού για να το χαϊδέψει και να του πει πως τα ψάρια, είναι παράπλευρες απώλειες στη μεγάλη καθημερινή μάχη για την ζωή. Τουλάχιστον στη δική τους, που μία καλή ψαριά σήμαινε περισσότερα από καλό φαγητό για τους πελάτες που έψαχναν παρηγοριά σε έναν ψαρομεζέ με ούζο.

Καθώς σήκωνε τα δίχτυα με τον βοηθό -και παρότι πράγματι λυπόταν- παρακαλούσε να δει τα δίχτυα γεμάτα ψάρια, που θα έπεφταν στο κατάστρωμα και θα χτυπήσουν μανιασμένα τα πτερύγια και τις ουρές για μία τελευταία απελπισμένη προσπάθεια να πάρουν ανάσα. Τραβάνε τα δίχτυα με δύναμη. Ο γέρος λέει πως όταν τραβάς τα δίχτυα πρέπει να σκέφτεσαι πως πιάνεις την ζωή από τα μαλλιά. Δεν γίνεται διαφορετικά. Ότι δεν πρέπει ποτέ να μπεις στη διαδικασία να σκεφτείς πως όλο αυτό είναι ρουτίνα. Ρουτίνα είναι για τους άλλους. Που έρχονται με τις παχιές κοιλιές και τα πορτοφόλια και περιμένουν να δουν τα ψάρια πάνω στους πάγκους και να τα διαλέξουν. Για εκείνους, που δεν καταλαβαίνουν ή δεν μπήκαν ποτέ στον κόπο να καταλάβουν, η ψαροταβέρνα ήταν ένα μέρος με μία χρυσή κάνουλα που έτρεχαν από μέσα της ψάρια. Αλλά δεν είναι έτσι. Δεν ήταν ποτέ έτσι. Τα δίχτυα για εκείνους, είναι το χρυσάφι της γης. Η Γη της Επαγγελίας και το όνειρο που γίνεται κάθε μέρα πραγματικότητα. Οπότε δεν είναι ρουτίνα. Αγώνας είναι με έπαθλο. Τραβάνε δυνατά. Ο εγγονός  του έχει δυνατά χέρια και ο βοηθός έμαθε δίπλα στον παππού. Δεν ήξερε να κάνει κάτι άλλο. Από μικρό παιδί στα ψάρια, από μικρό παιδί στα δίχτυα. Από μικρό παιδί στα βάσανα, αλλά όποτε κάποιος προσπαθούσε να του δείξει συμπόνια για την σκληρή εργασία του, δεν το δεχόταν. Αυτή είναι η ζωή. Όσο γεμίζει το πιάτο με φαγητό και κρατάει την στέγη πάνω από το κεφάλι τους. Γιατί άλλοι δεν τα έχουν. Τόσο απλό. 

Τραβάνε με δύναμη. Ο γέρος δεν μπορεί γιατί είναι στο σκοτάδι του, αλλά από μέσα του τραβάει και αυτός, με όλη την δύναμη της ψυχής του. Νιώθει την μέση του να σπάει στα δύο, τις ίνες από τα δίχτυα να διαπερνούν το αίμα και να κόβουν τόσο βαθιά το χέρι που νομίζεις ότι φτάνει στο κόκκαλο. Δαγκώνεται, πονάει και το αισθάνεται από το μέτωπο μέχρι τα νύχια των ποδιών του. Ο «μικρός» δεν σαλεύει. Τραβάει και νιώθει πως κουνά ολόκληρη την Γη, πως αλλάζει τον άξονα για να τον φέρει στα μέτρα του. Δεν είναι ρουτίνα, είναι μάχη ζωής και θανάτου, αξιοπρέπειας και σκληρής δουλειάς. Είναι αυτό που ξεχωρίζει εκείνους που αγωνίζονται και εκείνους που απλά δουλεύουν. Τραβάνε με δύναμη. 

Και αγριεύει ο αέρας λες και θέλει ξαφνικά να τους δοκιμάσει και να δει αν καταλάγιασαν στην άνεσή τους. Αν πίστεψαν, τυχαία κάποια στιγμή, ότι δεν θα χρειαστούν ποτέ παραπάνω δύναμη από αυτή που ήδη δείχνουν. Πως θα την συνηθίσουν και θα αναπαυτούν στις δάφνες των νικητών. Και έτσι φυσάει και κουνάει την βάρκα και νιώθουν πως αν βρισκόντουσαν πάνω σε δέντρο θα είχε ξεριζωθεί από τις ρίζες του. Τραβάνε με δύναμη και ο παππούς ακούει τον πρώτο ήχο από τις ουρές που αρχίζουν να κοπανιούνται η μία πάνω στην άλλη. Ξέρει πως είναι ψάρια αλλά στο μυαλό του μέσα στα δίχτυα, έχουν σηκώσει ένα ανήμερο θαλάσσιο θεριό. Ένα κτήνος που το ξύπνησαν από τον λήθαργο του και τώρα πρέπει να το νικήσουν. Και τους φωνάζει να τραβήξουν ακόμη πιο δυνατά και να μην πάρουν τα μάτια τους από πάνω τους, όπως του έλεγε και ο δικός του πατέρας, όπως θα ήθελε να είχε πει και εκείνος στον γιο του αν ήταν ακόμη δίπλα του. Τραβάνε με δύναμη και νιώθουν πως σηκώνουν μαζί με τα δίχτυα ένα νέο κόσμο, μία άλλη θάλασσα, ένα άλλο νησί σαν αυτό που μένουν. Και όσο και αν η θάλασσα διαμαρτύρεται για την κλοπή, όσο και αν το νερό πίστεψε πως βρήκε ένα νέο Οδυσσέα να τυραννήσει, η μάχη αυτή έχει τελειώσει.


Αδειάζουν τα δίχτυα στο κατάστρωμα και ο ήχος από τα ψάρια πάνω στο κατάστρωμα κάνει τον παππού να φωνάζει από χαρά και ικανοποίηση. Δεν βλέπει τον ουρανό αλλά στρέφει τα χέρια στον ουρανό και ουρλιάζει με όση δύναμη του έχει μείνει. Και ο εγγονός με τον βοηθό θέλουν να το κάνουν αλλά δεν είναι ακόμη η ώρα. Όχι ακόμα. Πρέπει να σηκωθεί η άγκυρα ενώ ο αέρας συνεχίζει να χαστουκίζει και πετάει το νερό που χαστουκίζει το δέρμα. Κοιτάνε τον ορίζοντα. Εκεί είναι ο φάρος. Το λιμάνι της νίκης. Η οροφή του σπιτιού. Οι μυρωδιές από τα ψάρια. Η ασφάλεια. Μαζί με το έπαθλο σε μία νικηφόρα ημέρα. Αλλά για να γιορτάσεις τους καρπούς της νίκης, πρέπει πρώτα να τους φέρεις στο σπίτι. Και ξεκινούν. Η βάρκα κουνιέται σαν να την κλωτσούν μεταξύ τους θεόρατοι γίγαντες. Να φύγουν. Το λιμάνι είναι ευθεία αλλά νιώθουν λες και ανεβαίνουν μία απότομη ανηφόρα και πρέπει να μπήξουν τα νύχια στους στις πέτρες για να κρατηθούν. Ο παππούς το λέει κάθε φορά στον εγγονό για να μην το ξεχνάει. Η αναρρίχηση στα δύσκολα, είναι η απόδειξη ότι θες να παλέψεις για την ζωή. Όχι μόνο για τα σοβαρά. Τις δυστυχίες και τον πόνο και τις ατυχίες. Εκεί μαθαίνεις να το κάνεις ούτως ή άλλως γιατί δεν μπορείς να κάνεις διαφορετικά. Είναι στα μικρά τα απλά τα καθημερινά που δίνονται οι μεγαλύτερες μάχες. Εκεί που πλάθονται οι χαρακτήρες, που ξεχωρίζουν οι άνθρωποι, που εκτιμούν και αντιλαμβάνονται την ευλογία, που στρέφονται στον εαυτό τους για την δύναμη και στον θεό τους για την ευχαριστία. Δεν είναι ψάρεμα. Είναι να βρίσκεις κάθε μέρα την ψυχή σου σε μία γωνιά που ενδεχομένως να ξεχάστηκε και να αποσύρθηκε. Ο παππούς λέει όχι. Ο βοηθός λέει επίσης όχι. Η ψυχή δεν είναι για τις γωνιές. Είναι για να βγαίνει μπροστά στις μάχες. Μικρές και μεγάλες. Και ο εγγονός το θυμάται αυτό, την ώρα που η βάρκα απομακρύνεται από τα ανοιχτά και η θάλασσα ουρλιάζει με την πιο απαίσια τσιριχτή φωνή της σαν τέρας που ηττήθηκε και επιστρέφει ξανά στη φωλιά του.


Η θέα του μικρού λιμανιού καθώς άρχιζε να ξημερώνει, είναι η ανταμοιβή της καλής ψαριάς. Ή μήπως είναι της ζωής της ίδιας; Γιατί όπως απλώνεται σταδιακά το φως του ήλιου πάνω στα κατάλευκα μικρά κτίρια, νιώθεις πως ένα παιδί έριξε τα χρώματα σε άγραφο χαρτί. Το χρώμα μάλλον. Το ένα και μοναδικό. Το χρυσό των βασιλιάδων. Των αληθινών νικητών. Και ο βοηθός που κρατάει το πηδάλιο το χαζεύει λίγο και τα μάτια του ηρεμούν όπως η θάλασσα που ξεκίνησε να αποδέχεται την ήττα της. Με τον εγγονό να μένει σε επιφυλακή ευθεία μπροστά, να αρνείται να ξεκουραστεί πριν δέσει στον κάβο, πριν φορτώσει τα ψάρια στα καλάθια. Τότε θα ξαποστάσει. Τότε θα πει πως όλα είναι καλά. Ακόμη και εκείνος όμως ξεκλέβει με μία ματιά και κοιτάζει πως το φως του κάνει παιχνίδια στα μακρινά παράθυρα από τα σπίτια που φαίνονται στις κορυφές. Ο παππούς το νιώθει στο δέρμα του. Μόνο έτσι μπορεί. Η ζέστη του χτυπάει τον σβέρκο και τον αγκαλιάζει προοδευτικά σαν μητρική αγκαλιά. Αυτό περιμένει για να ξέρει πως είναι καλά, είτε τα δίχτυα είναι γεμάτα, είτε είναι αδειανά.  Το έπαθλο όμως είναι και εκείνες. Που έχουν δει από μακριά την βάρκα να πλησιάζει και περιμένουν να δουν το βλέμμα τους καθώς καταφθάνουν. Είναι σκυθρωπό ή χαρούμενο; Βλέπουν τους άντρες τους να καταφθάνουν και ψελλίζουν ευχαριστήριες λέξεις στον Άγιο Νικόλα. Η γυναίκα του εγγονού τον πλησιάζει τρυφερά με αγάπη στα μάτια,

«Γιατί οι ημέρες να είναι πάντα γεμάτες φουρτούνα;»
«Δεν έχει σημασία η φουρτούνα, όσο υπάρχει ένα λιμάνι να σε περιμένει. Εσύ είσαι το δικό μου».

Μέχρι την επόμενη ημέρα.

117 SHARES