Τον Μπιθικώτση τον έμαθα απ' τον πατέρα και τον Άκη Πάνου απ' τον νονό μου

Δύο τεράστιοι λαϊκοί με προσωπικότητες τελείως διαφορετικές, αποτυπωμένοι στο μυαλό ενός συντάκτη. 

«Ρε μαλάκα η Πατουλίδου χρυσό!» θυμάμαι τον νονό μου να φωνάζει από το μπαλκόνι του εξοχικού του. Εκείνη την ώρα ο πατέρας μου άνοιγε την πόρτα του αμαξιού για να κατέβει η μάνα μου. Μας παρατάει τότε σύξυλους και αρχίζει να τρέχει μπας και προλάβει τα replay. Ήταν καλοκαίρι του 1992 και μόλις είχαμε χάσει την κούρσα του αιώνα (για την Ελλάδα).

Μετά αράξανε στον κήπο και πρέπει να πίνανε για ώρες ολόκληρες. Ήτανε μέρα χαράς και τράβαγε η κατάσταση κουβέντα και αναμνήσεις. Ποτό και μουσική. Κολλητοί από τη γειτονιά μισό αιώνα παρέα. Μαζί στο γήπεδο, στα πολιτικά και τις πορείες μαζί, στην Πλατεία της Νέας Σμύρνης, στις ταβέρνες και στα λαϊκά τραγούδια μια γροθιά. Ο ένας με τον Μπιθικώτση όμως κι ο άλλος με τον Καζαντζίδη αυστηρά –και μαζί και χώρια δηλαδή. Τα γλέντια τους όμως σχεδόν πάντα να τελειώνουν με Άκη Πάνου.

Τότε για πρώτη φορά είδα με τα μάτια μου και άκουσα με τα αυτιά μου όλη τη λατρεία του πατέρα μου για τον «Σερ Μπιθί». Είχε πιει τα γράδα του και έβγαζε κάτι λόγους φιλιππικούς για την καλύτερη φωνή που γέννησε ποτέ η Ελλάδα. Δώστου «γεια μας» ο φάδερ και δώστου «παραγγελιές». Και όσο έπεφτε η νύχτα, τόσο σκλήραινε το μουσικό πρόγραμμα, τραβούσε προς ρεμπέτικα μεριά. Όταν πια με δυσκολία κρατιόντουσαν όρθιοι από τα ποτά και τις γυροβολιές έπεσαν τα τραγούδια του Πάνου να τους αποτελειώσουν.

Καθώς μεγάλωνα τον θυμάμαι δεκάδες φορές να μου μιλάει για τον Μπιθικώτση. Να λέει πως ήταν ήσυχος και χαμηλών τόνων. Δεν ήθελε λέει τις πολλές πολλές κόντρες ο Γρηγόρης, δεν είχαν γωνίες οι απόψεις του, ούτε του άρεσε να δυσαρεστεί τους άλλους, προτιμούσε να είναι αρεστός σε όλους. Αλητείες δεν έκανε εκείνος, αντίθετα θύμιζε το καλό παιδί της γειτονιάς: απλός και αγαθός, τίμιος και μετρημένος, εκφραζόταν με όσα είχε να πει η θεϊκή φωνή του –έτσι μου έλεγε ο πατέρας μου.

Τον Μπιθικώτση τον χρωστάω στον πατέρα μου. Αυτός μου τον έμαθε. Και αν έχω χορέψει κάποια ζεμπέκικα (λίγα) στη ζωή μου σε αυτόν το οφείλω –γιατί, μα τη μαύρη αλήθεια, τα πόδια μου είναι βαριά σα μολύβια και ούτε σε γάμους δεν σηκώνομαι κανονικά. Στο μυαλό μου ο «Σερ Μπιθί» είναι η εικόνα του λαϊκού τραγουδιού στις ήσυχες του μέρες: που τραγουδάει τις χαρές και τους καημούς μετρημένα και αλάνθαστα, σαν άσπρο καλοσιδερωμένο πουκάμισο του 60’.

Ακριβώς, δηλαδή, στην αντίπερα όχθη από την εικόνα του λαϊκού τραγουδιού που εκπροσωπεί ο Άκης Πάνου. Εκείνου που είναι γεμάτο φουρτούνες και αστραπές, που λέει τα πράγματα με το όνομά τους και όποιον πάρει ο Χάρος, που δεν χαρίζεται, που ακολουθεί κώδικες ξεχασμένος σ’ εμάς γεμάτους γωνίες που δε ξέρουν τι θα πει συγχώρεση. Έτσι μου τα’χει διηγηθεί ο Νονός μου, σε κουβέντες μας μέσα από τα χρόνια, από τότε που’μουνα έφηβος πιτσιρικάς μέχρι σήμερα που έχω γίνει ολόκληρο γομάρι.

Γιατί ο Πάνου που σταμάτησε να παίζει μπουζούκι μετά από εργατικό ατύχημα όση φήμη κι αν απέκτησε ως συνθέτης, δε σταμάτησε ποτέ να ζει βάσει των επιταγών της φτωχογειτονιάς που μεγάλωσε. Γιατί εκεί το κούτελο πρέπει να είναι καθαρό με κάθε κόστος. Ακόμα και αν πρέπει να περάσεις τα όρια του νόμου και να φτάσεις στο άγριο έγκλημα. Και αυτό τα τραγούδια του το βγάζουν· θυμίζουν μαύρο πουκάμισο Κρητικού, λερωμένο με αίμα από κάποια βεντέτα.

Και είναι πραγματικά τραγική ειρωνεία πως αυτοί οι δύο τόσο διαφορετικοί Μεγάλοι Λαϊκοί έφυγαν στις 7 Απριλίου. Το 2000 ο Πάνου και το 2005 ο Μπιθικώτσης. Ο πρώτος ήσυχος και πλήρης ημερών και ο δεύτερος ταλαιπωρημένος, τσακισμένος από τη ζωή με ένα μαύρο σύννεφο να τον ακολουθεί. Αυτό που συνηδειτοποιώ όμως, τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές είναι πως όποτε μερακλώσω, πράγμα που σπάνια κάνω, τα τραγούδια τους ψάχνω με ένα ποτήρι ουίσκι στα χέρια –όπως ακριβώς μου έμαθαν ο νονός μου κι ο πατέρας μου δηλαδή.