Με το «Squid Game» κάναμε σαν να ανακαλύψαμε την Αμερική, μόνο που «ανακαλύψαμε» την Κορέα

Δεν είναι σειρά. Είναι κοινωνικό φαινόμενο.

Τηλεθέαση – ρεκόρ, διθυραμβικές κριτικές, μπόλικη συζήτηση στα social media, memes, φούρνοι που βγάζουν κουλουράκια στα σχήματα του παιχνιδιού, είναι σχεδόν μαθηματικά βέβαιο ότι ήδη ο πολυμήχανος Μάρκος Σεφερλής κάποια πονηριά θα σκαρφιστεί για να σηκώσει το «Δελφινάριο» στο πόδι. Το «Squid Game» σχεδόν έπαψε να είναι τηλεοπτική σειρά και έγινε κοινωνικό φαινόμενο. 

 

Να το δει κανείς ή να μην το δει;

Να το δει. Μπορεί να του θυμίσει κάτι που είδε παλιότερα ή ολίγη από «Κάστρο του Τακέσι» ή λιγάκι «Hunger Games» αλλά παρθενογέννεση στην τέχνη, ειδικά της τηλεόρασης ή του κινηματογράφου, σπάνια συναντάς στις μέρες μας. Είναι «γρήγορο», μόλις 9 επεισόδια (ίσως αρχικά να φτιάχτηκε για λιγότερα, μια που το όγδοο έχει διάρκεια περίπου 30 λεπτά), δεν σε κουράζει, έχει ανατροπές, έχει ωμή βία, έχει καλές ερμηνείες και «φάτσες» - τις κυνηγάνε τις «φάτσες» στο Χόλιγουντ, προφανώς το ίδιο κάνουν και στη Νότια Κορέα. Και πολύ καλά κάνουν.

Είναι υπερτιμημένο;

Με βάση όλα αυτά που μπορεί να άκουσες από φίλους και γνωστούς, μπορεί στο τέλος η απάντηση να είναι «περίμενα κάτι παραπάνω». Δεν φταίει όμως η συγκεκριμένη σειρά επειδή έγινε trend και όλοι ξαφνικά άρχισαν να ασχολούνται μαζί της. Κάτι ανάλογο έγινε και με το «Casa de Papel», με αποτέλεσμα πολλοί άνθρωποι (μεταξύ των οποίων και εγώ) να περιμένω κάτι πολύ πιο σούπερ – ντούπερ και τελικά να απογοητευτώ μετά το τρίτο επεισόδιο. Με το «Squid Game» ωστόσο, είναι σίγουρο ότι δεν θα απογοητευτείς – το πόσο θα «γοητευτείς», είναι προσωπικό γούστο του καθενός. 

 

 

Γιατί άρεσε τόσο πολύ;

Ίσως διότι επιτέλους ανακαλύψαμε και κάτι πέρα από τις κινηματογραφικές και τηλεοπτικές σχολές που γνωρίζαμε ως τώρα. «Κατηχηθήκαμε» εδώ και τόσα χρόνια με αμερικανικές και αγγλικές παραγωγές, κάπου μπήκε η Γαλλία και η Ιταλία στο χάρτη, τα τελευταία χρόνια οι σκανδιναβικές παραγωγές έχουν αρχίσει και κερδίζουν πολλές εντυπώσεις, από Ιαπωνία μεριά έναν Κουροσάβα είχαμε να πορευόμαστε. Να όμως που και η Νότια Κορέα, μετά την K-Pop μουσική και το Tik-Tok, δείχνει ότι έχει και τη δυναμική και την αισθητική και την έμπνευση να μπει στις τηλεοράσεις μας. Όχι σαν «εξωτικό πουλί», κάτι από μια χώρα μακρινή που του δίνουμε μια ευκαιρία, αλλά ως κάτι μαζικό. 

Τι θα συναντήσεις στη σειρά;

Αρκετές πρωτοτυπίες αλλά και αρκετές κοινοτυπίες. Τα ηθικά διλήμματα, οι κοινωνικές ανισότητες, η ανθρώπινη εκμετάλλευση, η οικονομική ανέχεια, οι κατεστραμμένες ανθρώπινες σχέσεις, η αποξένωση μέσα στην οικογένεια, οι κάθε είδους εθισμοί, είναι όλα στη σειρά. Μαζί και μια μικρή κοινωνία, όπου θα βρεις μαζεμένους κάθε είδους ανθρώπους, όπως περίπου ήταν τα πράγματα και στο στρατό, που τον λέγαμε μια «μικρογραφία της κοινωνίας». Αλλά με όλα αυτά που θα δεις, κάπου θα ταυτιστείς. Θα «αγαπήσεις» και θα «μισήσεις» χαρακτήρες, θα αναρωτιόσουν τι θα έκανες στη θέση τους, κάποιους θα τους «δικάσεις» και κάποιους θα τους αθωώσεις. Άρα; Άρα έχει πετύχει έναν από τους βασικούς σκοπούς που έχει μια πετυχημένη σειρά, που είναι να σε βάλει στο παιχνίδι. 

Κάτι άλλο που θα συναντήσεις, σε αρκετά επεισόδια, είναι η Αγωνία. Θα ιδρώσουν οι παλάμες σου, θα τιναχτείς από έκπληξη ή φόβο, θα σου γυρίσει ενδεχομένως το στομάχι με μερικές πολύ σκληρές σκηνές. Έχει και το σπλάτερ στοιχείο του, έχει και ωμό ρεαλισμό, έχει αίμα, δάκρυα κι ιδρώτα. Ομολογουμένως οι Κορεάτες φίλοι μας, έκαναν μια πραγματικά καλή δουλειά στο τεχνικό κομμάτι, πέρα από τις ερμηνείες, τη σκηνοθεσία και την ευρηματικότητα του σεναρίου. 

 

 

Για το τέλος της σειράς τι να πει κανείς;

Τίποτα συγκεκριμένο. Ήταν το πώς το φαντάστηκε ο δημιουργός και πέτυχε απόλυτα το σκοπό του: έβαλε τους ανθρώπους να συζητάνε γι’ αυτό – αν τους άρεσε, αν το περίμεναν έτσι ή κάπως διαφορετικά, αν «έπρεπε» να τελειώσει εκεί οριστικά και αμετάκλητα η ιστορία ή να πάει παραπέρα. Οι πληροφορίες λένε ότι στο μέλλον πιθανότατα θα δούμε και δεύτερο γύρο και η αλήθεια είναι πως ο τρόπος που ολοκληρώνεται η σειρά, αφήνει το περιθώριο για κάτι τέτοιο. Αλλά για μια ακόμα φορά, θα πω το εξής: δεν έχει σημασία πώς έχει φανταστεί ο καθένας μας το τέλος μιας ιστορίας ή πώς θα ήθελε να είναι. Σημασία έχει πώς την έχει φανταστεί ο δημιουργός της. Και μέχρι η τεχνολογία να φτάσει στο σημείο, όπου ο θεατής να μπορεί να «διαλέγει» την εξέλιξη ή το τέλος μιας σειράς ή μιας ταινίας, ας αρκεστούμε σε αυτό που οραματίστηκε, δημιούργησε και ολοκλήρωσε μια ομάδα ανθρώπων που εργάστηκαν σκληρά για να φτάσει ένα άρτιο αποτέλεσμα στις οθόνες μας.  



611 SHARES