Ποτέ άλλοτε δεν μοχθήσαμε για μια μπίρα όσο στη συναυλία των Arctic Monkeys

Και ποτέ άλλοτε δεν την ευχαριστηθήκαμε περισσότερο...

7 SHARES

Από τους Ντίνο Ρητινιώτη και Χρήστο Μπαρούνη


Περνάει όμορφα η ημέρα στο γραφείο όταν ξέρεις πως ακολουθεί συναυλία. Αν η μέρα αυτή είναι η Παρασκευή κι αν η συναυλία που πρόκειται να παρακολουθήσεις έχει headliners τους Arctic Monkeys, τότε τα πράγματα γίνονται ακόμη ομορφότερα. 

Κάπως έτσι κύλησε η δική μας Παρασκευή, αυτή που μόλις αφήσαμε πίσω. Βαρέσαμε, που λέτε, κάρτα και ξεχυθήκαμε στην Αθηνών-Λαμίας με προορισμό τη Μαλακάσα και το Terra Vibe, όσο τα ηχεία του αυτοκινήτου ξερνούσαν Post-Britpop ήχους, σε μια ιδιότυπη προθέρμανση για ένα ακόμη Rockwave. Παρκάραμε κάπου στα σύνορα με Λαμία, περπατήσαμε ανελέητα με τον ήλιο να μας υπενθυμίζει πως ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ έσκασε μύτη το καλοκαίρι και λίγο πριν περάσουμε από τον έλεγχο των εισιτηρίων ο ουρανίσκος μάς υπενθύμισε την αναγκαιότητα για μπίρα. Οι διαθέσεις δεδομένα άγριες, ωστόσο είχαμε προνοήσει να έχουμε μαζί τη χρυσή εφεδρεία που ακούει στο όνομα Χρήστος Κάβουρα, αφοσιωμένος όσο δεν πάει στο τιτάνιο έργο να μην πιει γουλιά για να μας πάει και να μας φέρει με ασφάλεια.

«Για πού το βάλατε παίδες;»

Την αναγκαιότητα και τη δίψα αυτή, ωστόσο, δε θα την ικανοποιούσαμε αυτή τη φορά στο άψε-σβήσε, τύπου παίρνουμε τις μάρκες μας και πηγαίνουμε στο μπαρ να εξαργυρώσουμε τα ευρώ μας σε βύνη. Όχι φίλε. Αυτή τη φορά θα το κάναμε σωστά. Θα μοχθούσαμε για να απολαύσουμε ένα ποτήρι δροσερής Heineken.

Το κιόσκι της Heineken ήταν εκεί και οι όμορφες κοπέλες μάς πήραν από το χέρι για να μας πάνε στους ειδικούς: εκείνους που θα μας μάθαιναν τα μικρά μυστικά του σωστού και μερακλίδικου σερβιρίσματος μιας βαρελίσιας Heineken.

Η φάση δεν ήταν παίξε-γέλασε-πιες. H ιεροτελεστία περιελάμβανε 5 μικρά μα φουλ σημαντικά βήματα: Καλό πλύσιμο, ξέπλυμα και έλεγχος του ποτηριού, γέμισμα με το ποτήρι σε κλίση 45 μοιρών, «κόψιμο» του αφρού για να διατηρηθεί η γεύση και το άρωμα της Heineken, τσεκάρισμα και τέλος σερβίρισμα πάνω σε σουβέρ Heineken με το λογότυπο προς το μέρος του bartender-κριτή που αξιολογούσε την όλη διαδικασία. O Μπαρούνης κούνησε καταφατικά το κεφάλι του όταν οι γκουρού της Heineken μάς ρώτησαν αν καταλάβαμε, ωστόσο η ίδια η ζωή και η εφαρμογή ήρθαν λίγο αργότερα να τον διαψεύσουν οικτρά.

Το Heineken Draught Challenge βρισκόταν μπροστά μας. Ήρθε η ώρα να ανέβουμε στην σκηνή. Ήρθε η ώρα να διεκδικήσουμε με ιδρώτα την μπίρα μας και όχι απλώς να την παραγγείλουμε νωχελικά πετώντας μια μάρκα πάνω σε μια κάποια μπάρα... 



Επιβεβαιώνοντας τους μπουκ και τις προβλέψεις του κόσμου που είχε μαζευτεί τριγύρω από το κιόσκι ψιθυρίζοντας πραγματάκια του στυλ «τεράστιο φαβορί αυτός με τους τεράστιους κροτάφους», ο Ρητινιώτης κέρδισε το Heineken Draught Challenge. Φήμες λένε πως η κάνουλα του Μπαρούνη δεν έχει κλείσει ακόμα και στην περιοχή έχει δημιουργηθεί ένας τεχνητός ποταμίσκος μπίρας που εκβάλλει ορμητικά στην παραλία του Καλάμου.

Ας είναι...

Τι είναι, άλλωστε, μια μικρή οικολογική καταστροφή μπροστά στην απόλαυση που ακολούθησε τη μονομαχία, όταν τα δυο μας αράξαμε στα ειδικά σταντς της Heineken -ναι, ναι, αυτά που είδες διάσπαρτα στο χώρο με τα ειδικά ακουμπιστήρια για τα ποτήρια που λειτουργούσαν παράλληλα και ως κάδοι ανακύκλωσης- και απολαύσαμε κάτι παραπάνω από ένα ποτήρι παγωμένη Heineken, όπως προβλεπόταν για το νικητή; Ακόμα και οι οικολόγοι θα καταλάβουν... 

Δροσερό στόμα(χι), ένα μπέργκερ να φύγει η πείνα της Παρασκευίλας και να σου οι πρώτες φλόγες του «Four Out Of Five» να καλούν τον κοσμάκη σαν Σειρήνες... Κατηφόρισμα όσο πιο κοντά γίνεται προς την κεντρική σκηνή.

Μαϊμουδιές στη σκηνή του Terra Vibe

Όσο το λαρύγγι μας παρέμενε δροσερό, σβήνοντας τη δίψα μας μέχρι την επόμενη παγωμένη, αυτό του frontman, ή πιο σωστά του showman των Arctic Monkeys, Alex Turner, είχε αρχίσει να πάλλεται σαν τρελαμένος αλλά καλοκουρδισμένος μετρονόμος, που έδινε το ρυθμό στα δεκάδες χιλιάδες εκστατικά βλέμματα, μαζί και την πρώτη δροσερή τζούρα μουσικής αλκοόλης, ικανοποιώντας τη δική τους δίψα και προσμονή μέχρι τη στιγμή που οι βρετανικές «Μαϊμούδες» θα ανέβαιναν on stage στις 10:30μ.μ. just (Άγγλοι αφού). 

Είχε φροντίσει να τους παραχωρήσει συντροφιά και παρηγοριά από νωρίς το supporting cast που πέρασε από τη σκηνή (CoreTheBand, Get Well Soon αρχικά), με το alter ego του Turner στους Last Shadow Puppets, Miles Kane (τον είδαμε και στο φινάλε για ένα mini reunion των δυο τους και ένα huge encore των Monκeys στο performing του 505) και τον Alt-J να σπέρνει μερικά σωστά ηλεκτρόνια στην ατμόσφαιρα του Terra Vibe, σε έναν «ιερό ρόλο» να ζεστάνει το stage για την υποδοχή των headliners από τις αεικίνητες και ανυπόμονες φατσούλες. Αυτές που πηγαινοέρχονταν νευρικά σε ένδειξη φανερής αδημονίας και άσβεστης προσμονής, περιμένοντας ώρες, μέρες, μήνες πολλούς την παρθενική στιγμή που θα έβλεπαν μπροστά τους μία φορμαρισμένη μπάντα, που φαίνεται ότι στη χώρα μας έχει χτίσει κοινό με πολύ μέλλον.

Το μουσικό τους καλωσόρισμα ήταν και μία λεπτομερής παρουσίαση του νέου τους δίσκου με τίτλο «Tranquility Base Hotel & Casino», τον οποίο φρόντισαν να συστήσουν στο κοινό μέσω της συναυλία τους, χωρίς ωστόσο να τη μονοπωλήσουν και να την εμπορευματοποιήσουν με περισσότερα απ' όσα έπρεπε τραγούδια της τελευταίας τους κυκλοφορίας. Απόδειξη; H δευτερολογία τους με το «Do I Wanna Know?», αργό, δυναμικό, γνωστό, ιδανικό για να προλογίσουν το live τους και να παρασύρουν το κοινό σε μεγαλύτερα ντεσιμπέλ, προϊδεάζοντάς το για μία βραδιά γεμάτη μουσική αδρεναλίνη, χωρίς διακυμάνσεις και εκπτώσεις. 

Οι live ασπρόμαυρες εικόνες στα matrix που αγκάλιαζαν τη σκηνή, ο θολωμένος και σκοτεινός φωτισμός που απλωνόταν πίσω από τη μπάντα, διαμόρφωνε το vintage στυλ που πρεσβεύει ο Alex Turner, προσπαθώντας μανιωδώς να κρατήσει το βρετανικό ροκ στην εποχή των 70's και καταφέρνοντας με τρομερή ευκολία να λανσάρει, βρισκόμενος ένα βήμα μπροστά από τη μπάντα χάρη στα ηγετικά του χαρακτηριστικά. Η αδιάλειπτη ενέργειά του στη σκηνή, τα βιονικά και ακέραια ντεσιμπέλ της φωνής του, η μπλούζα που κουνούσε σαν κασκόλ σε coreo βρετανικής εξέδρας, η τσατσάρα με την οποία ίσιωσε το μαλλί του και προκάλεσε αναθυμιάσεις ενθουσιασμού από κάτω, έμοιαζαν με έναν ξεχωριστό προσωπικό του ύμνο που τον ανήγαγε σε κορυφαίο leader και showman. 

Ο Matt Helders με κυνισμό και δυναμισμό στα ντραμς, ο Nick O'Malley με τις καλοζυγισμένες του μπασογραμμές και ο teamplayer Jamie Cook σε κιθάρα και πλήκτρα τον συμπλήρωναν αρμονικά σαν το τέλειο συμπλήρωμα χημικής ένωσης που δημιουργούσε μουσικές καύσεις και εκρήξεις σε κομμάτια όπως το «Knee Socks», το «R U Mine?», το «Why'd You Only Call Me When You're High?» και το «Pretty Visitors».

Κι όσο ο ιδρώτας από λικνίσματα και ανελέητα χοροπηδητά, ανάλογα με τον ρυθμό, τις παραμορώσεις και το τραγούδι μούσκευε τα ρούχα μας, τόσο ο ουρανίσκος στέγνωνε και αναζητούσε μία υγρή συντροφιά, μία παγωμένη μπίρα να ακομπανιάρει και να φτιάξει το τέλειο μομέντουμ που συνέθεταν τα «Crying Lightning» και «Cornerstone». 

Ρητινιώτης κέρναγε, Μπαρούνης έπινε και τούμπαλιν, σε έναν αγώνα δρόμου για το ποιος θα τις φέρει πιο γρήγορα, μία για να μη χαθεί ούτε στίχος από το κάθε κομμάτι, μία για να μη χυθεί και χαθεί σταγόνα που, στην τέλεια ατμόσφαιρα έφτιαχνε και την ιδανική θερμοκρασία. Ο Κάβουρας συνεπέστατος στην αποστολή του, παρακολουθούσε με ενδιαφέρον χωρίς να γευτεί σταγόνα. 

Η θερμή ατμόσφαιρα, βέβαια, μαζί και το αίμα ενός νεανικού κοινού που κοχλάζει άναψαν, μαζί με έναν πυρσό, για να βάλουν φωτιά στη βραδιά μαζί με το «I Bet You Look Good on the Dancefloor», για να έρθει λίγο αργότερα η απόλυτη νιρβάνα μετά την έκσταση με το μπαλαντοειδές «Star Treatment» και τη συναισθηματική κορύφωση που αισθαντικά δημιούργησαν τα flash από δεκάδες χιλιάδες κινητά τηλέφωνα, όλα, στραμμένα προς τη σκηνή, σε ένα εκθαμβωτικό σκηνικό, σαν υπακοή στα coreo που θέλει να οργανώνει ο Alex Turner.

Κι όπως επιτάσσουν τέτοιες μεγαλοπρεπείς συναυλίες, όπως απαίτησε και το απαιτητικό κοινό με το ομόφωνο και ηχηρό «We want more», το encore με τρία ακόμη κομμάτια και η παρουσία του Miles Kane δίπλα στον παλιόφιλο Alex για το 505, έγιναν το τέλειο κλείσιμο μίας βραδιάς που με την ενέργεια και την αλληλεπίδραση μπάντας και κοινού, είχε όλο το πακέτο που επιβάλει ένα ολοκληρωμένο live. 

Σαν την γλυκιά τελευταία γουλιά της Heineken που είχε μείνει στα ποτήρια τους και έκανε λίγο πιο ανώδυνο το περπάτημα και αρκετά πιο ενδιαφέρουσα τη συζήτησή τους για αυτό που μόλις είδαν στον μακρύ δρόμο της επιστροφής.

7 SHARES
Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies