Κουστουμάτος ή Μεταλλάς, σε δισκάδικο θα πας

Οι Γιάννης Πετρίδης, Γιώργος Πολυχρονίου και Τάσος Καρατζής έστειλαν τον Χρήστο Μπαρούνη στα αγαπημένα τους δισκάδικα. 

Κείμενο: Χρήστος Μπαρούνης
Φωτογραφίες: Λευτέρης Παρτσάλης


Απρίλιος 2007: την ώρα που τα καπάκια των CD Player στην Ελλάδα είχαν αρχίσει να καλύπτονται από τις πρώτες στρώσεις σκόνης, έχοντας υποταχθεί και αφήσει τη θέση τους στα Mp3 ή στα i-pod και παίρνοντας τη δική τους θέση στο χρονοντούλαπο της κάθε αποθήκης, στην άλλη άκρη του Ατλαντικού ακουγόταν μία άναρθρη κραυγή επιβίωσης. Λίγο σπαραχτική, αλλά και λίγο πανηγυρική, αφού με το πέρασμα των χρόνων έγινε ομόφωνη και εκκωφαντική. 

Ο δυνατός ήχος ερχόταν από 700 ανεξάρτητα δισκοπωλεία των Ηνωμένων Πολιτειών, που ένωναν τις κοινές συναισθηματικές τους δυνάμεις και συμβατικές τους αξίες για να διατηρήσουν ακέραιο τον ρομαντικό τους κόσμο και αλώβητο το πόστο που πιστά υπηρετούσαν. Από διασωθέντες της τεχνολογικής εξέλιξης έγιναν διασώστες ενός μουσικού συμβόλου και θιασώτες, ίσως του ιστορικότερου και γνησιότερου μέσου μουσικής έκφρασης: Του βινυλίου

Τα καταστήματα εκείνα θέσπισαν μία μέρα, για να τιμήσουν τους δίσκους, τα πικάπ και τον δικό τους ρόλο στην ύπαρξή τους. Όχι όμως με μορφή επιμνημόσυνης δέησης, αλλά ευγνωμοσύνης και κυρίως διδαχής, για να ακουστούν, να προσκαλέσουν όλο και περισσότερο κόσμο στην καθιερωμένη τους γιορτή και να τον μυήσουν στον χαμένο μουσικό πολιτισμό της δικής τους σχολής.

Σήμερα, 11 χρόνια αργότερα, κοιτάζοντας πίσω στον χρόνο και μπροστά στον παγκόσμιο χάρτη, μπορούν να χαμογελούν περήφανα γι' αυτό που κατάφεραν. Η ημέρα αυτή έγινε Παγκόσμια, ονομάστηκε «Ημέρα Δισκοπωλείων» (Record Store Day) και έκτοτε γιορτάζεται πιστά, κάθε χρονιά, σε ένα πολυπληθές πάρτι που όλο και μεγαλώνει. Κάθε τρίτο Σάββατο του Απρίλη, η συγκεκριμένη μέρα είναι το μεγάλο μουσικό event για πολλά δισκοπωλεία παγκοσμίως, ωστόσο η σημασία της είναι πολύ μεγαλύτερη από μία απλή, ετήσια γιορτή. Γιατί, αυτή η μέρα τελικά, ήταν απλά η σφραγίδα της επιστροφής όλο και περισσότερου κόσμου στο παλαιικό. Στο ρετρό.

Όλο και περισσότερα ντουλάπια άνοιγαν, ξεθάβοντας χιλιογρατζουνισμένους δίσκους, ξεσκονίζοντας μισοχαλασμένα πικάπ, όλο και πλήθαιναν οι επισκέπτες ηλεκτρονικών καταστημάτων που έκαναν έκκληση για βοήθεια και επισκευή, όλο και μεγάλωνε η παρέα των δισκάδικων που είτε έβρισκαν ξανά ζωή, είτε στέγη σε μία νέα γωνιά. Παλιά και νέα μαγαζιά, παλιοί και νέοι πελάτες, μεγάλοι και μικροί ακροατές, άρχισαν να γεμίσουν δισκοπωλεία, να φορτώνουν τσάντες με δίσκους κάθε λογής και προτίμησης, μιας και το βινύλιο είχε αρχίσει να απλώνει τα φτερά του σε πολλά είδη μουσικής. Άλλοι πιστά, στις μουσικές τους αρχές, άλλοι παρορμητικά, από μία νέα τάση βίντατζ μόδας, άλλοι διακοσμητικά. Ο καθένας από τη δική του ματιά, με πολλά και διαφορετικά αντανακλαστικά από το άγγιγμα της βελόνας του πικάπ στις ευαίσθητες, ρομαντικές του χορδές. Aκόμα και την Παγκόσμια αυτή Ημέρα... 

Θελήσαμε να τιμήσουμε, λοιπόν, τη μέρα και να διεισδύσουμε στα άδυτα των δισκοπωλείων και κυρίως των σκέψεων των ανθρώπων που τα λειτουργούν. Να δούμε ποια είναι η θέση τους στην αγορά, αλλά και ποια είναι η  γνώμη τους για τη συγκεκριμένη επέτειο. Έτσι, αποφασίσαμε να πάρουμε για λίγο τους δρόμους και να επισκεφτούμε μερικά από τα πάμπολλα δισκάδικα που -ευτυχώς- υπάρχουν στην Αθήνα. Αυθόρμητα, αλλά όχι αυτόβουλα. Γι' αυτό ζητήσαμε ραβασάκι από τρεις αυθεντίες του είδους, τρεις ραδιοφωνικούς παραγωγούς, οι οποίοι δέχτηκαν να μας στείλουν στα αγαπημένα τους δισκάδικα, τα παλιά τους στέκια, αυτά που τους έκαναν θαμώνες και τους κληροδότησαν με τόνους δίσκων, δίσκους «μεγατόνων» και συλλογές ανεκτίμητης αξίας.

Μιλήσαμε με τον Γιάννη Πετρίδη, τον Γιώργο Πολυχρονίου και τον Τάσο Καρατζή. 

Γνωστοί, όχι μόνο για την πορεία τους στα ερτζιανά και τη μουσική, αλλά και για την τεράστια δισκοθήκη που έχει μετατρέψει τα σπίτια τους σε δισκάδικα συλλεκτικής αξίας και φυσικά, προσωπικής χρήσης. 

Τους ακούσαμε προσεκτικά, τους ακολουθήσαμε κατά γράμμα και επισκεφτήκαμε «συστημένοι» τα αγαπημένα τους δισκοπωλεία, γνωρίζοντας τους ανθρώπους που τους είχαν «καλύτερους και αγαπημένους πελάτες» και κυρίως την οπτική τους για τη συγκεκριμένη μέρα. Η οποία μάλιστα παρουσιάζει αρκετό ενδιαφέρον, ακόμη κι αν τους είναι «αδιάφορη».


Ο Γιάννης Πετρίδης δυσκολεύτηκε να θυμηθεί κάποιο που να υπάρχει ακόμα άλλα κατέληξε: «Θα πας στον Ζαχαρία στο Μοναστηράκι»

Ήταν ο πρώτος και ο πιο δύσκολος. Λογικό. Τι δισκοπωλείο να σου προτείνει ο Γιάννης Πετρίδης, όταν όλα τα δισκάδικα της χώρας, αυτός, τα έχει σε ένα, μέσα στο σπίτι του... Ιεροσυλία και μόνο που πληκτρολογήσαμε τον αριθμό του κινητού του. Εκείνος δεν το είδε έτσι ευτυχώς, αφού για να φτάσει να έχει την μεγαλύτερη συλλογή δίσκων στην Ελλάδα από κάπου ξεκίνησε. Από το «Pop Eleven» το πρώτο δισκάδικο της χώρας που στα 70's ήταν μονοπώλιο εισάγοντας συλλεκτικούς δίσκους σε αποκλειστικότητα μέχρι το «Jazz Rock» της οδού Ακαδημίας που ήρθε λίγο αργότερα. Τέλεια. Και πού τα βρίσκουμε αυτά; Αμ δεν τα βρίσκουμε, αφού έχουν κλείσει πια.

Έπειτα από αρκετή σκέψη και ενώ μας ξεκαθάρισε πως για τον ίδιο «κάθε μέρα είναι μέρα δίσκων», αφού «ακόμα και τώρα που μιλάμε δίσκος παίζει δίπλα μου», θυμήθηκε ένα από τα τελευταία που επισκεπτόταν πριν τερματίσει και την τελευταία πίστα, τον γνωστό σε όλους μας «Ζαχαρία». 

Φύγαμε λοιπόν...

Διασχίζοντας την Ηφαίστου στο Μοναστηράκι, λίγα μέτρα πιο κάτω, αριθμός 20, στοά στο δεξί σου χέρι, μπαίνεις σε ένα από τα πιο παλιά εν ζωή δισκοπωλεία της Αθήνας. Ο Ζαχαρίας με τ' όνομα, ένας ευχάριστος τύπος κρατά εκεί από τα τέλη του 80', έχοντας καλωσορίσει στο μαγαζί του τους πάντες (από τον Robert Plant, τον Jello Biafra των Dead Kennedys, τον Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλο, μέχρι τον... Γιώργο Σαμπάνη, τακτικός πελάτης λέει) εκτός από τον Πετρίδη (!) μιας και όπως μάς είπε: «Δεν είχε τύχει να τον δω τις φορές που είχε έρθει. Θα ήθελα κάποια στιγμή  πάντως γιατί είμαι θαυμαστής του!».

Ο κύριος Ζαχαρίας, που πουλάει μεταχειρισμένους ή και καινούριους δίσκους, από πάμφθηνους μέχρι πανάκριβους συλλεκτικούς, διαχειρίζεται δύο ορόφους τίγκα στα βινύλια, ενώ από το μαγαζί του μπορείς να αγοράσεις και πικάπ και άλλα ηχοσυστήματα. Ο κύριος Ζαχαρίας, λοιπόν, είναι ο πρώτος άνθρωπος που μάς δίνει μία εξήγηση της επιστροφής του βινυλίου και μία πρώτη, δική του, οπτική για την Παγκόσμια Ημέρα του... κλάδου του: «Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια ανανέωση στο βινύλιο. Έχουν μπει πολλές ηλικίες, από 10 ετώ κιόλας, που έρχονται με τους γονείς τους και μάλιστα έχουν και γνώσεις», μάς λέει αρχικά, λύνοντάς μας την απορία για τους πιο περιζήτητους δίσκους που όπως αποκάλυψε είναι «οι κλασικοί, από μπάντες σταθμούς στην ιστορία της μουσικής», για να χειώσει το αρχικό μας δέος για τη μέρα και να μας γειώσει στη δική του πραγματικότητα, λέγοντας πως «Για εμάς δεν έχει διαφορά. Κάθε μέρα τέτοια είναι!», αποχωρώντας με χαμόγελο για τη γνωριμία, αλλά με level ενθουσιασμού ένα τσικ πιο κάτω για την καθιερωμένη πια γιορτή.

Αλλά και με αρκετές εικόνες...

Ο Γιώργος Πολυχρονίου μάς έστειλε σούμπιτους στο Vinyl City

«Όλοι ερχόμαστε για κάτι σε αυτή τη ζωή. Εγώ ήρθα για να υπηρετήσω τον δίσκο», λέει κάπου ανάμεσα στην κουβέντα μας περί δισκοπωλείων, με σταθερή, σχεδόν αυστηρή αλλά ευχάριστη χροιά, χωρίς διακυμάνσεις και περιθώρια αμφισβήτησης. Ακόμη και να πάσχιζες για να βρεις αμφισβήτηση στα λόγια του, όμως, θα έπρεπε να αφαιρέσεις πολλούς δίσκους για να τη στριμώξεις κάπου ανάμεσα στην ατελείωτη συλλογή του, δεύτερη μεγαλύτερη στην Ελλάδα μετά του Πετρίδη.

Από πού ψωνίζει (αν και όποτε πια) ο Γιώργος Πολυχρονίου; Από το Vinyl City, στην Ιπποκράτους. Εκεί αποδίδει ένα μεγάλο κομμάτι της συλλογής του, αυτό εμπιστευόταν για 20 ολόκληρα χρόνια. 

Μάζεψέ τα, φεύγουμε.

Όπα μισό, μην κλείνεις. Δεν έχεις περιέργεια πώς θα γιορτάσει ο Πολυχρονίου την Παγκόσμια Ημέρα Δισκοπωλείων: «Θα έβαζα μία ανάρτηση με τον πρώτο δίσκο που αγόρασα με τον μπαμπά μου στο Μινιόν. Ήταν ο αγαπημένος μου καλλιτέχνης, ο Little Richard. Θα ανέβαζα ίσως κάποιο από τα τραγούδια του και θα έγραφα: Χρόνια πολλά στους φανς του βινυλίου. Να είμαστε καλά να τη γιορτάσουμε και του χρόνου». 

Κλείσαμε το τηλέφωνο, φύγαμε για Vinyl City.

Ιπποκράτους 132. Οικογενειακή επιχείρηση. Απόστολος Παπανικολάου ο πατέρας, Σπύρος ο υιός. Βρήκαμε τον γιο. Κομπλέ τύπος, εύθυμος, πρόθυμος να σε εξυπηρετήσει και να σου μιλήσει σε ένα μικρό αλλά ζεστό περιβάλλον, γεμάτο δίσκους, δίσκους, δίσκους. Το μαγαζί το άνοιξε ο πατέρας του από 1989, ενώ εκείνος βρέθηκε κάτω από τη μηλιά το 2004. Βινύλια από όλα τα είδη της μουσικής, rock, pop, house, techno, αγοραστικό κοινό από κάθε ηλικία, τιμές από 1 ως 10 ευρώ, ενίοτε και 1.000 «ανάλογα με τη σπανιότητα του δίσκου», όπως μάς δασκάλεψε ο Σπύρος, ο οποίος παραδέχτηκε και τον τακτικό πελάτη G-Poly, λέγοντας: «τι να έρθει να κάνει πια; έχει μαζέψει τα πάντα!».

«Για έναν συλλέκτη είναι απλά μία μέρα»


Τι να σημαίνει άραγε η Παγκόσμια Ημέρα Δισκοπωλείων για τον ιδιοκτήτη δισκοπωλείου, ηλικίας κοντά στα 30; Η απάντηση δεν μας παραξένεψε, αλλά ούτε και επανέφερε τον δείκτη ενθουσιασμού μας στο αρχικό του level, αφού το λογικό μάς είπε  ο άνθρωπος: «Χαιρόμαστε για τη μέρα, αλλά είναι απλά άλλη μία μέρα για εμάς. Σε έναν συλλέκτη που μαζεύει 50 χρόνια δίσκους δεν λέει κάτι». 

Οκ, δεν είχαν ανάψει και καπνογόνα, αλλά οι μουσικάρες, μουσικάρες. Έπαιζαν στο αυτί σου, συνοδεύοντας τις εικόνες που έπαιρνες μαζί σου φεύγοντας. 

Ο Τάσος Καρατζής μας ξανάστειλε στο Μοναστηράκι για το «Mr Vinylios» 

Ραδιοφωνικός παραγωγός στον Rock Fm, κιθαρίστας, τρελός φαν της rock n roll, καψούρης με την υφή, την οσμή και την κίνηση του βινυλίου. Συλλέκτης που, ok, δεν μπορεί να χτυπήσει Πρωτάθλημα από το προαναφερθέν «δίπολο», αλλά έχει κάθε δικαίωμα συμμετοχής στην ίδια κατηγορία. Μιλήσαμε, λοιπόν, με τον Τάσο, ζητώντας του να κάνει το gps των δικών του αναμνήσεων. Όλες βρίσκονται εκεί, ακόμα, στο «Mr Vinylios».  

Αφού αφήσαμε και τον Τάσο να εκφράσει τη δική  του επιθυμία και πρόθεση  να «αγοράσω όσους δίσκους χωράνε στα χέρια μου στην Παγκόσμια Ημέρα», είπαμε στα ίδια μέρη να ξαναβρεθούμεΜοναστηράκι ξανά και...

Εκεί, μαζί με τις αναμνήσεις του Τάσου, μάς περιμένει και ο Δημήτρης Ψυχογιός, ένας εκ των δύο ιδιοκτητών (Γιάννης Μαύρος ο έτερος... συνέταιρος). Βάζει έναν δίσκο στο πικ απ να παίζει «χαλί» στην κουβέντα μας, δημιουργεί αμέσως φιλικό περιβάλλον, το οποίο μάς εξηγεί λίγο αργότερα: «Με τους πελάτες μόνο για φαγητό δεν πάμε. Μας αρέσει να αναπτύσσουμε σχέσεις που ξεφεύγουν από το επαγγελματικό. Θα δούμε συναυλίες μαζί, θα μιλήσουμε για μουσική, για δίσκους. Δεν πουλάμε μόνο μουσική, βοηθάμε τον κόσμο και να ακούει και να μαθαίνει μουσική», ακόμη κι αν ξέρει ήδη, ακόμη κι αν είναι μουσικός, ακόμη κι αν είναι η μπάντα του Nick Cave, οι Electric Prunes, οι Seeds, ο Μαχαιρίτσας ή ο B.D. Foxmoor, που έχουν περάσει από 'κει.

Από το 1995, ο «Mr Vinylios» πουλάει μεταχειρισμένους κυρίως δίσκους, περισσότερο της τζαζ, της ροκ και του ελληνικού ρεπερτορίου, με τιμές που ξεκινούν από τα 10 λεπτά και φτάνουν τις 3.000 ευρώ.

«Σημαντική μέρα, αλλά όχι με τον τρόπο που γίνεται»

Για τους προηγούμενους κυρίους, η Παγκόσμια Ημέρα Δισκοπωλείων ήταν μεν σημειολογική, όχι όμως και σημαίνουσα. Ας ακούσουμε, όμως, και μία διαφορετική, λίγο πιο «επικριτική» γνώμη, ή έστω πιο «παρεμβατική» ως προς τον τρόπο εορτασμού και καθιέρωσή της: «Είναι σημαντικό το Record Store Day να υπάρχει. Ίσως, όμως, όχι με αυτή τη μορφή. 'Εχει μπει στη συνείδηση του κόσμου ότι θα βγουν κάποια limited πράγματα που θα τρέξουν κάποιοι επιτήδειοι να τα αγοράσουν για να τα κρατήσουν κάποια χρόνια, ώστε να αποκτήσουν ιδιαίτερη αξία και να βγάλουν λεφτά».

Η διαφορετική οπτική του κ. Ψυχογιού, ο οποίος μέσες άκρες συμφώνησε με τους προλαλήσαντες για την αδιαμφισβήτητη ακμή της δημοτικότητας του βινυλίου και την προσέλκυση όλων και περισσότερων ανθρώπων, ειδικά παιδιών στα δισκάδικα.

Και εδώ πάντως, από εικόνες και ήχους, παράπονο δεν έχουμε...

Και ένα δικό μας, τέρμα underground, χωρίς ραβασάκι, χωρίς καν ταμπέλα

Καλά ως εδώ. Κάναμε ό,τι μας ζήτησαν οι τρεις ραδιοφωνικοί παραγωγοί, μεταφέραμε τους χαιρετισμούς, γνωρίσαμε καλύτερα τα δισκάδικα, τους ιδιοκτήτες και τις απόψεις τους, ακούσαμε από τους ειδικούς να μας βεβαιώνουν για την επιστροφή του κόσμου στο πικάπ, ας κάνουμε και κάτι για πάρτη μας. Χωρίς ραβασάκια, χωρίς κατευθυντήριες, χωρίς «διαταγές», χωρίς καν ταμπέλα απ' έξω. Μπορούμε να (σας) πάμε και σε ένα της επιλογής μας; 

Όσοι πιστοί προσέλθετε στο «Υπόγειο». Προσοχή στα σκαλιά...

Προηγούμενη τοποθεσία: Σόλωνος και Μασσαλίας. Προηγούμενο όνομα: «Σόλωνος και Μασσαλίας».

Τωρινή τοποθεσία: Σε ένα υπόγειο στην Καπλανών 14 (τέμνει τη Μασσαλίας). Τωρινό όνομα: «Το Υπόγειο».

Δεν είχε, δεν έχει και μάλλον ούτε θα έχει ποτέ κάποια ταμπέλα που να αναγράφει το όνομά του, δεν είχε ποτέ «ψαγμένο» όνομα, αλλά τι να το κάνεις το ψαγμένο όνομα όταν είσαι ψαγμένος ο ίδιος. Βρίσκεται σε ένα υπόγειο, το οποίο θα εντοπίσεις μόνο από τύχη ή από ψιθύρους. Διαφημίζεται από στόμα σε στόμα και είναι η επιτομή του underground.

Ο Πάνος Νικολόπουλος, ξεκίνησε να πουλάει δίσκους στον δρόμο και πλέον, κοντά μια 20ετία τώρα, έχει το δικό του δισκάδικο. Άρα έχει και κάθε λόγο να αναρωτιέται και να προβληματίζεται: «Το θέμα είναι αν μιλάμε απλά για μία μόδα ή για κάτι που θα μείνει. Διάβασα ένα άρθρο στην Αμερική πρόσφατα που έλεγε ότι το 50% των δίσκων που αγοράστηκαν καινούριοι έχουν μπει στα ράφια σφραγισμένοι. Κάποιοι μπορεί να τους έχουν για διακοσμητικά. Παρ’ όλα αυτά βλέπω παιδιά παθιασμένα να ψωνίζουν», μάς λέει αρχικά, χρίζοντας στη συνέχεια τον νικητή στο, μάλλον άδικο πια, μπρα ντε φερ βινυλίου και CD: «Το CD απαξιώθηκε πλήρως. Δεν κόστιζε τίποτα για να γίνει, ενώ κόστιζε αρκετά για να το αγοράσεις. Το βινύλιο αντίθετα κοστίζει για να γίνει».

Απεταξάμην την Παγκόσμια Ημέρα Δισκοπωλείων


Αν αφουγκραστείς τη φιλοσοφία του εν λόγω δισκοπωλείου, δεν σου φαίνεται καθόλου περίεργη η δογματικά αντισυμβατική θεωρία του ιδιοκτήτη του ως προς την Παγκόσμια Ημέρα. Μέχρι και θα συμφωνήσεις ότι: «Δεν σημαίνει τίποτα για μένα αυτή η μέρα. Ήταν κάτι που ξεκίνησε στην Αμερική από μικρά δισκάδικα και όσο ήταν έτσι ήταν πολύ ωραία. Όταν μπήκαν οι πολυεθνικές μέσα χάλασε. Έκτοτε δεν μου λέει τίποτα. Απολύτως τίποτα. Ξεκίνησε πάρα πολύ ωραία, έκαναν κάποιες κυκλοφορίες limited edition, αλλά έπειτα έπεσαν οι εταιρείες, μπήκαν οι πολυεθνικές και έγινε τελείως εμπορική μέρα».


Δεκτόν. Ας χαζέψουμε λίγο το δισκάδικο τώρα...

σχόλια

Το παρόν διαδικτυακό μέσο ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει περί των επωνύμων ή ανωνύμων σχολίων που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω της φόρμας επικοινωνίας έτσι ώστε να αφαιρεθεί.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies
Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τους Όρους Χρήσης