Ανακαλύπτοντας την τέχνη του καλού οικοδεσπότη

Μπορεί τα καυτά βράδια του καλοκαιριού να ενδείκνυνται για ατελείωτο bar hopping με την υπόλοιπη παρέα στα στενά της πόλης, όμως η άνεση και η φιλοξενία που μας παρέχει το μπαλκόνι του σπιτιού, έχει μία αξία ανεκτίμητη, με σίγουρα ποσοστά επιτυχίας. Το αν θα περάσεις πραγματικά καλά σε κάποιο μαγαζί, εξαρτάται από πολλούς και διαφορετικούς παράγοντες. Το αν θα περάσεις καλά σε ένα φιλικό σπίτι όμως, είναι ξεκάθαρα - και μόνο - στο χέρι του οικοδεσπότη.

Το παραπάνω συμπέρασμα ήταν κάτι που γνώριζα ανέκαθεν, όμως το επιβεβαίωσα από τα πρώτα κιόλας βράδια που κάλεσα τους κολλητούς μου στο νέο μου σπίτι. Αφού προετοίμασα το μπαλκόνι μου για την έλευση του καλοκαιριού, τους κάλεσα ένα κυριακάτικο απόγευμα για να το… εγκαινιάσουμε, τσουγκρίζοντας ποτήρια με παγωμένη ΑΛΦΑ Weiss, απολαμβάνοντας finger food επιλογές που είχα ετοιμάσει στα γρήγορα και ακούγοντας κλασικά jazz κομμάτια, που έπαιζαν χαμηλόφωνα από το ηχείο στο σαλόνι.

Όταν είχε έρθει πλέον η ώρα να φύγουν, έβλεπα στα πρόσωπά τους και ένιωθα και εγώ ο ίδιος, πόσο καλά είχαμε περάσει αράζοντας σπίτι. Ακριβώς για αυτό, κλείνοντας την πόρτα και μένοντας μόνος, ήμουν σίγουρος πως το νέο μου μπαλκόνι θα γινόταν το φετινό καλοκαιρινό στέκι της παρέας. Το ζήτημα όμως ήταν, πώς θα μπορούσα εγώ να γίνω ακόμη καλύτερος οικοδεσπότης;


Να σας τρατάρουμε κάτι;

Οι προβλέψεις μου δεν άργησαν να βγουν αληθινές και σε λιγότερο από μία εβδομάδα, η επόμενη συνάντηση στο μπαλκόνι μου είχε ήδη κανονιστεί. Εκεί αντιμετώπισα την πρώτη μεγάλη πρόκληση, αφού οι φίλοι μου είναι καλοφαγάδες και δεν ήθελα να βγάλω ξανά τους ίδιους μεζέδες με την προηγούμενη φορά, αλλά δεν ήμουν και αρκετά έμπειρος για να προετοιμάσω κάτι διαφορετικό ή πιο ψαγμένο. Έπειτα από ατελείωτο σκρολάρισμα στο διαδίκτυο, κατέληξα σε τρεις εύκολες, γρήγορες και γευστικές προτάσεις θαλασσινών και ένα χορταστικό πλατό από σπιτικές dip, κράκερ και λαχανικά. Ό,τι πρέπει δηλαδή, για να μετατραπεί ένα αθηναϊκό βράδυ στην απόλυτη καλοκαιρινή εμπειρία. Τι κι αν από το μπαλκόνι μου, αντί για θάλασσα, βλέπουμε τον βράχο του Λυκαβηττού και την Ακρόπολη; Δεν έχουμε τίποτα να ζηλέψουμε από τα γραφικά ταβερνάκια του Αιγαίου, αφού εμείς έχουμε στο τραπέζι μας τις γεύσεις και τα αρώματα που φέρνουν απευθείας τη θάλασσα στο πιάτο μας.

Μήπως θα θέλατε κάτι να πιείτε;

Καθώς ετοίμαζα απορροφημένος τα γαστρονομικά μου (όπως αποδείχθηκε) επιτεύγματα, δίνοντας μία θαρραλέα «μάχη» με καυτά τηγάνια, πλοκάμια χταποδιού και δοσολογίες, είχα μία απίθανη αναλαμπή. Εφόσον έφτιαχνα θαλασσινά, μήπως έπρεπε στο τραπέζι να υπάρχει και το ανάλογο ποτό; Και στην τελική, ποιο είναι το ποτό που ταιριάζει καλύτερα στα θαλασσινά; Από μικρός θυμάμαι επικές διενέξεις ανάμεσα στον πατέρα και τη μητέρα μου, με εκείνη να ισχυρίζεται πως άλλα ποτά πηγαίνουν με τα κρεατικά και άλλα με τα θαλασσινά και εκείνον να επιμένει ότι δεν έχει καμία απολύτως σημασία, αρκεί το ποτό να αναδεικνύει τα υλικά που υπάρχουν στο πιάτο. Ενθυμούμενος, λοιπόν, τα λόγια του πατέρα μου, δεν έχασα χρόνο. Κατέβηκα στο κοντινό περίπτερο, φορτώνοντας μία σακούλα από την αγαπημένη μου ΑΛΦΑ Weiss, την αφιλτράριστη σταρένια μπύρα με την ήπια πικράδα και το «γεμάτο» σώμα, η οποία διαθέτει ένα ιδιαίτερο φρουτώδες άρωμα που ταιριάζει σε κάθε κουζίνα, «απογειώνοντας» συγχρόνως τα υλικά που περιλαμβάνει κάθε πιάτο - ακόμη και με θαλασσινά.

Δίνοντας σημασία στις λεπτομέρειες

Έχοντας ξεμπερδέψει με το πιο απαιτητικό κομμάτι της προετοιμασίας - δηλαδή το μαγείρεμα - και έχοντας απολαύσει ένα αναζωογονητικό ντους που με βοήθησε να χαλαρώσω, μου απέμενε λιγότερο από μία ώρα μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι. Εκεί αποφάσισα να δώσω τον καλύτερο εαυτό μου! Έστρωσα ένα τραπεζομάντηλο που θύμιζε κάτι από το ταβερνάκι στο νησί, τοποθέτησα ένα φορητό ψυγειάκι γεμάτο μπύρες και πάγο δίπλα στο τραπέζι, στόλισα το τραπέζι με βότσαλα που είχα στο σπίτι, έψαξα για την κατάλληλη playlist και περίμενα σαν καλός οικοδεσπότης το υπόλοιπο παρεάκι. Ειλικρινά, δεν μπορούσαν να πιστέψουν στα μάτια τους όταν είδαν τη φάση που είχα ετοιμάσει στο μπαλκόνι, αλλά ακόμη περισσότερο, εκεί που πραγματικά τους εντυπωσίασα, ήταν όταν τους σέρβιρα την ΑΛΦΑ Weiss με την ψαγμένη «ιεροτελεστία» σερβιρίσματος που αναδύει τα αρώματα και τη δροσιστική γεύση της. Κρατώντας το ποτήρι σε γωνία 45 μοιρών, σέρβιρα τα ¾ του περιεχομένου. Έπειτα περίστρεψα τη φιάλη για να ανακατευτεί καλύτερα η μαγιά που είχε μείνει στον πάτο, αδειάζοντας στο τέλος την υπόλοιπη μπύρα στο ποτήρι. Δες το παρακάτω βίντεο και θα καταλάβεις. 

Κάπως έτσι κύλησαν τα περισσότερα βράδια πριν τη μεγάλη μας «έξοδο» από το λιμάνι του Πειραιά για τα νησιά του Αιγαίου. Τι κι αν ο Ιούλιος μας έβρισκε στην Αθήνα; Τα δροσερά βράδια στο μπαλκόνι που συνοδεύονταν από σπιτικά εδέσματα, παγωμένη μπύρα και «καυτές» jazz νότες, έκαναν τις διακοπές να μοιάζουν πιο κοντά από ότι ήταν στην πραγματικότητα. Το μόνο σίγουρο ήταν πως μέχρι να επιβιβαστούμε στο πλοίο της γραμμής, δεν αφήσαμε ούτε ένα βράδυ να πάει χαμένο, ενώ εγώ πρόλαβα να ανακαλύψω τον καλό οικοδεσπότη και μάγειρα, που τόσα χρόνια «κρυβόταν» μέσα μου.