Gianni Versace: Η μέρα που δολοφονήθηκε η μόδα

Αν οι πρωταγωνιστές αυτής της υπόθεσης είχαν φωνή, θα είχαν διηγηθεί την ιστορία κάπως έτσι.

Η ιστορία είναι γεμάτη από υποθετικά ερωτήματα, όπως και η ζωή άλλωστε. Ας πούμε, τι θα είχε γίνει αν δεν είχε δολοφονηθεί ο JFK; Αν δεν είχε γεννηθεί ο Χίτλερ; Μπορεί κανείς να γράψει άπειρα πράγματα για όλα αυτά, καθώς όλα τα σενάρια είναι ανοιχτά στο “αν”. Ένα από αυτά τα υποθετικά σενάρια, ίσως όχι το σημαντικότερο, αλλά σίγουρα ένα από τα πιο ιντριγκαδόρικα είναι “τι θα είχε συμβεί στον κόσμο της μόδας εάν το πρωί της 15ης Ιουλίου 1997 δεν είχαν συναντηθεί οι δρόμοι του Τζιάνι Βερσάτσε και του Άντρου Κουνάναν;”


Από την Μαρία Δεδούση




Τζιάνι

Ήταν ακριβώς το μέσον του καλοκαιριού. Το Μαϊάμι είναι πάντα ηλιόλουστο, με αυτό το εκτυφλωτικό φως που ελάχιστα θυμίζει την Ιταλία, αυτό το φως με βοηθούσε να σχεδιάζω, τόνιζε στα μάτια μου τα χρώματα που αγαπούσα να χρησιμοποιώ στα πανιά μου, έντονα κίτρινα και κόκκινα και πράσινα και μπλε που μέχρι τότε όλοι πίστευαν ότι δεν ταιριάζουν μεταξύ τους, αλλά ποιος νοιάζεται τι πιστεύουν οι πολλοί... Έτσι κι αλλιώς εγώ δεν πιστεύω στο καλό γούστο. Ούτε στο κακό γούστο. Πιστεύω στην ποιότητα και στο κέφι, στη διασκέδαση, στην ελαφρότητα. Πιστεύω σε πράγματα που κάνουν τη ζωή μας καλύτερη και ευτυχέστερη. Μια γυναίκα που είναι εξαιρετικά σέξι και κεφάτη είναι για μένα απίστευτα πιο ελκυστική από κάποια που είναι επίσημα κομψή και σικ.

Εκείνη η μέρα, λοιπόν, ήταν ακριβώς το μέσον του καλοκαιριού και κατά κάποιο τρόπο και το μέσον της δικής μου ζωής. Ήμουν 50. Ήταν η εποχή που όλοι πίστευαν ότι τα πάντα πήγαιναν υπέροχα στον οίκο Βερσάτσε, γελούσα δυνατά όταν διάβαζα όλα αυτά τα δημοσιεύματα για την “αυτοκρατορία της μόδας του Τζιάνι Βερσάτσε”. Η αλήθεια είναι ότι το δημιούργημά μου είχε πράγματι πολλά στοιχεία αυτοκρατορίας και κυρίως τις στολές που θα άρμοζαν στο στρατό ενός αυτοκράτορα. Ιδιαίτερα εκείνα τα δερμάτινα για τα οποία με είχαν κράξει τόσο πολύ επειδή θύμιζαν στολές S&M. Τι υπέροχα... Πόσο προκλητικά... Φυσικά και αγαπούσα την πρόκληση, τι ερώτηση! Και είχα ακόμα πολλές ιδέες στο μυαλό μου, εκείνο το πρωί ξύπνησα γεμάτος ιδέες. Σκέφτηκα ότι αυτή ήταν η δική μου δουλειά, οι ιδέες. Τα οικονομικά της αυτοκρατορίας μπορεί να μην πήγαιναν εξίσου καλά, για την ακρίβεια πήγαιναν χάλια, αλλά αυτό δεν ήταν δική μου δουλειά, ήταν;

Ο βοηθός μου με ρώτησε αν ήθελα να πάει στο Νews, το παραλιακό καφέ που προτιμούσα, για να μου φέρει τον καφέ μου, όπως κάθε πρωί. Ο Αντόνιο καθόταν στο μπαλκόνι. 'Ηθελα ξαφνικά να περπατήσω. “Όχι”, είπα στο βοηθό μου, “άστο, σήμερα θα πάω μόνος μου”.

Και πήγα.


Άντρου

Τον είδα να βγαίνει από το σπίτι του. Όμορφος, άνετος, εντυπωσιακός, μ' αυτή τη σιχαμένη έμφυτη κομψότητα που δεν χρειάζεται καμία προσπάθεια. Μ' αυτό το μόνιμο χαμόγελο που φώναζε “είμαι επιτυχημένος, πλούσιος, ταλαντούχος, ο κόσμος μού ανήκει”. Γιατί δεν τον πυροβόλησα αμέσως; Επειδή αιφνιδιάστηκα. Σπάνια έβγαινε μόνος του από το σπιτι, ειδικά τα πρωινά έστελνε το βοηθό του για καφέ.

Τον ακολούθησα μέχρι το παραλιακό καφέ, περίμενα απ' έξω, τον ακολούθησα ξανά μέχρι το σπίτι και τότε ήξερα ότι αυτή θα ήταν η μοναδική μου ευκαιρία. Στάθηκα ακριβώς από πίσω του τη στιγμή που έβαζε το κλειδί στην εξώπορτα για να την ανοίξει...

Τζιάνι

Καθώς έφτανα στο σπίτι, κοντοστάθηκα για λίγο για να βγάλω από την τσέπη μου τα κλειδιά της εξώπορτας. Το σπίτι μού φάνηκε εκείνη τη στιγμή εξωπραγματικά όμορφο. Θυμήθηκα το πατρικό μου στο Ρέτζιο της Καλαβρίας. Ένας άλλος κόσμος, μια άλλη ζωή. Δεν έλεγα ποτέ και σε κανέναν την αλήθεια για το πώς ήταν να μεγαλώνεις στη νότια Ιταλία τα χρόνια μετά τον πόλεμο. Ήταν τραγικά, δραματικά, φτωχά, ήταν κάτι από το οποίο ήθελες μετά μανίας να ξεφύγεις, αυτό ήταν, τίποτε άλλο. Οι ιστορίες που είχα εφεύρει για να ωραιοποιήσω την καταγωγή μου ήταν εξίσου ευφάνταστες με τα σχέδιά μου. Και όλοι τις πίστευαν.

Η μαμά μου ήταν μοδίστρα, έτσι μυήθηκα στον κόσμο της μόδας, αν μπορείς να το πεις μόδα αυτό που έκανε. Την παρακολουθούσα μανιωδώς να κόβει και να ράβει, μετά άρχισα να τη βοηθάω. Μου άρεσε και το σχολείο, όμως, μαθαίναμε πολλά και ενδιαφέροντα, αγαπούσα τις κλασικές σπουδές, τα λατινικά και τα αρχαία ελληνικά. Ήξερα όμως ότι δεν θα σπούδαζα τίποτε από αυτά. Είχα ήδη ιδέες για τα ρούχα που θα ήθελα να φτιάξω και δεν φοβόμουν ποτέ ότι ήταν πολύ τολμηρές. Τολμηρό ήταν και το γεγονός ότι ήμουν ομοφυλόφιλος, αλλά από τη στιγμή που το κατάλαβα είχα αποφασίσει ότι δεν θα το έκρυβα ποτέ.

Υπήρχε μόνο ένας τρόπος να κάνω όλα αυτά που ήθελα: Να πάω στο Μιλάνο. Και πήγα, το 1972...


Άντρου

Τον κοιτούσα να προχωράει μπροστά μου και σκεφτόμουν ότι ήταν ένας άνθρωπος που όλα του ήρθαν πάντα εύκολα στη ζωή. Καλή οικογένεια, αριστοκρατική καταγωγή, χρήματα, επιτυχία. Και αυτή η άνεση των πλούσιων Ευρωπαίων να μην κρύβουν την ομοφυλοφιλία τους... Ενώ εγώ έπρεπε πάντα να κρύβομαι. Και πάντα να ανταποκρίνομαι στις προσδοκίες.

Ο πατέρας μου πίστευε ότι ήμουν ο πιο έξυπνος άνθρωπος του κόσμου. Κι εγώ πίστευα γι αυτόν ότι ήταν ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου. Κοιμόμασταν μαζί τα βράδια, στο ίδιο κρεβάτι και δεν θεωρούσα καθόλου αφύσικα τα όσα συνέβαιναν εκεί. Μ αγαπούσε πολύ, αυτό ήταν όλο. Γι αυτό και με έστειλε σε εκείνο το πανάκριβο ιδιωτικό.

Ο πατέρας μου ήταν χρηματιστής από τις Φιλιππίνες, μεγάλος και τρανός. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί το FBI τον συνέλαβε για απάτες. Με κλόνισε αυτό. Κυρίως επειδή σταμάτησε να μου δίνει χρήματα. Κάπως έπρεπε να επιβιώσω. Ευτυχώς ήμουν όμορφος και μορφωμένος, κάτι που άρεσε πολύ στους ευκατάσταστους άντρες. Έλεγα πολλά ψέμματα για να αρέσω περισσότερο. Και οι περισσότεροι τα πίστευαν.

Δεν με πείραζε αν ήταν παντρεμένοι ή όχι, έτσι κι αλλιώς εγώ ήθελα χρήματα, όχι δεσμούς και έρωτες.

Υπήρχε ένας έρωτας στη ζωή μου, εξάλλου.


Τζιάνι

Ο Αντόνιο με περίμενε στη βεράντα, πίνοντας τον καφέ του. Χαμόγέλασα στη σκέψη. Ήμασταν πολύ ευτυχισμένοι μαζί, ήταν ο άνθρωπος της ζωής μου από κάθε άποψη. Σχεδίαζε και ο ίδιος, ήταν πολύ ταλαντούχος, αυτό ήταν κυρίως που με τράβηξε σε αυτόν, όπως και η ηρεμία του και η σταθερότητα που μου πρόσφερε. Ήξερα ότι ήταν παράξενο εκείνη την εποχή να έχουμε μια ανοιχτή σχέση, δεν ήταν κάτι που συναντούσες καθημερινά, αλλά εγώ ήμουν ο Τζιάνι Βερσάτσε, αυτοκράτορας της μόδας, κανείς δεν τολμούσε να μου πει τίποτα. Κι αν έλεγαν, απλώς αδιαφορούσα. Είναι εντυπωσιακό πώς η φήμη και τα χρήματα μπορούν να σου εξασφαλίσουν τα πάντα σ' αυτή τη ζωή, ακόμα και την αποδοχή σε ότι κάνεις.

Ένα μόνιμο άγχος μου ήταν η Ντονατέλα, η αδελφή μου. Την είχα μαζί μου, σχεδίαζε κι εκείνη, αλλά τα σχέδιά της δεν μου άρεσαν πολύ. Εγώ ήθελα τη γυναίκα προκλητική αλλά με φινέτσα. Η Ντονατέλα το έχανε αυτό κάποιες φορές.

Έβγαλα το κλειδί, ξαφνικά βιαζόμουν να πάω στον Αντόνιο.

Άντρου

Όταν γνώρισα τον Ντέιβιντ Μάντσον, τον ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα. Για να τον εντυπωσιάσω , του είπα ότι ήμουν σκηνογράφος στο Χόλιγουντ και ότι έστηνα τα σόου του Βερσάτσε. Του είπα επίσης ότι κάποτε υπήρξαμε εραστές με τον Βερσάτσε. Ο Ντέιβιντ εντυπωσιάστηκε. Γίναμε εραστές, αλλά δεν με ερωτεύτηκε ποτέ. Όταν ανακάλυψε τα ψέμματά μου έφυγε με τον πιο στενό μου φίλο, τον Τζέφρι Τρέιλ και πήγαν στη Μινεσότα. Αγνοούσα τότε ότι οι δύο τους ήταν ζευγάρι. Πήγα να βρω τον Ντέιβιντ, να τον παρακαλέσω για μια ακόμη φορά να είμαστε μαζί. Με απέρριψε. Τότε κατάλαβα ότι είχε σχέση με τον Τζεφ.

Μου γύρισε το μυαλό. Σκότωσα τον Τζεφ με ένα σφυρί, τον τύλιξα σε ένα χαλί και τον άφησα στο σπίτι. Πήρα με τη βία τον Ντέιβιντ και φύγαμε. Έκλαιγε σα μωρό επί τρεις μέρες και με απειλούσε ότι όταν τελειώσει όλο αυτό θα με σκότωνε με τα ίδια του τα χέρια. Το βαρέθηκα και τον πυροβόλησα δύο φορές: Μια στο στήθος και μια στο κεφάλι. Και συνέχισα το δρόμο μου. Δεν είχα καθόλου χρήματα και έπρεπε να κρύβομαι. Στις 4 Μαΐου, ήμουν στο Σικάγο και απελπισμένος. Τότε βρέθηκε στο δρόμο μου ο μεσίτης Λι Μίγκλιν. Τον παρακολούθησα για λίγο και τον σκότωσα στο σπίτι του για να του πάρω τα χρήματα και το αυτοκίνητο. Έφτασα σε ένα νεκροταφείο στο Νιου Τζέρσι. Σκότωσα τον επιστάτη, παράτησα τη Lexus του Μίγκλιν και πήρα το φορτηγάκι του. Είχε αρχίσει να μου αρέσει όλο αυτό. Πήγα στο Μαϊάμι και ξόδευα τα χρήματα του Μίγκλιν έως ότου τελείωσαν. Ήξερα ότι με αναζητούσε η αστυνομία, ήμουν απρόσεκτος στον πρώτο φόνο, είχα αφήσει αποτυπώματα. Στις 9 Ιουλίου, παρά λίγο να γίνει το λάθος. Πήγα σε ένα ενεχυροδανειστήριο, όπου αντάλλαξα ένα χρυσό νόμισμα που είχα κλέψει απ’ τον Μίγκλιν. Υπέγραψα με το πραγματικό μου όνομα και άφησα δαχτυλικό αποτύπωμα στο έγγραφο του ενεχυροδανειστηρίου. Ευτυχώς η αστυνομία ήταν άχρηστη και το έγγραφο κατέληξε στα αρχεία.

Οι μέρες περνούσαν, ήξερα ότι ήταν θέμα χρόνου να με βρουν, έπρεπε να φύγω με έναν θεαματικό τρόπο, με έναν τρόπο που δεν θα ξεχνούσε ποτέ κανείς. Τότε έμαθα που μένει ο Βερσάτσε...


Τζιάνι

Δεν κατάλαβα τι συνέβη. Ένας κρότος δίπλα στο κεφάλι μου και όλα σταμάτησαν.

Άντρου

Στάθηκα ακριβώς από πίσω του, σήκωσα το πιστόλι και πυροβόλησα δύο φορές στο κεφάλι.

Αντόνιο

Έχουν γράψει τόσο πολλά για τη δολοφονία και έχουν κάνει χιλιάδες υποθέσεις, αλλά χωρίς ίχνος πραγματικότητας. Για χρόνια δυσκολευόμουν να συζητήσω τα όσα συνέβησαν εκείνη τη μέρα. Έπινα καφέ στη βεράντα, κοντά στην είσοδο του αρχοντικού, Ήταν λίγο πριν τις 9 το πρωί, ο Τζιάνι είχε βγει να πάρει καφέ. Άκουσα τους πυροβολισμούς. Ένιωσα το αίμα μου να παγώνει. Μαζι με το βοηθό του Τζιάνι βγήκαμε έξω για να δούμε τι συνέβη. Το σπίτι είχε βιτρό παράθυρα και έτσι δεν μπορούσαμε να δούμε τι είχε συμβεί από το εσωτερικό, οπότε έπρεπε να ανοίξουμε την πύλη. Είδα τον Τζιάνι να βρίσκεται στα σκαλιά και αίμα γύρω του. Σε αυτό το σημείο, όλα σκοτείνιασαν. Δεν είδα κάτι άλλο καθώς με απομάκρυναν αμέσως.

Άντρου

Ήταν πλέον αδύνατο να ξεφύγω. Με καταζητούσαν πλέον παντού, είχαν στήσει μπλόκα σε κάθε κεντρικό δρόμο, γίνονταν έλεγχοι σε κάθε αυτοκίνητο. Κρύφτηκα σε ένα άδειο σπίτι. Δεν είχα πλέον τίποτε άλλο να κάνω, τίποτα να φάω, πουθενά να πάω. Έβλεπα όλη μέρα τηλεόραση σαν υπνωτισμένος. Μια μέρα είδα τον πατέρα μου στην τηλεόραση να μιλάει για μένα. Δεν μπορούσα να πιστέψω αυτά που έλεγε. Πυροβόλησα την τηλεόραση. Μάλλον κάποιος άκουσε τον πυροβολισμό. Την επόμενη μέρα, είδα αστυνομικούς να παρακολουθούν το σπίτι. Έβαλα το πιστόλι στο στόμα μου. Δεν θα με έπιαναν ποτέ...


Αντόνιο

Είναι όλα ψέμματα. Δεν γνωριζόντουσαν και δεν είχαν συναντηθεί ποτέ ο Τζιάνι μ' αυτόν τον τρελό. Είναι όλα ψέμματα.

Αν είχε ζήσει ο Τζιάνι... Κανείς δεν ξέρει. Η Ντονατέλα αποκατέστησε οικονομικά τον οίκο, αλλά τον απαξίωσε καλλιτεχνικά και τελικά τι έκανε; Τον πούλησε. Κι εμένα αρνήθηκε να μου δώσει όσα όριζε ο Τζιάνι στη διαθήκη του. Το παράτησα, δεν ήθελα να εμπλακώ σε διαμάχη μαζί της. Ήταν πάντα απρόβλεπτη και την ενδιέφεραν μόνο τα χρήματα. Αντίθετα, τον Τζιάνι ενδιέφερε πιο πολύ η δημιουργία.

Έπεσα σε βαθιά κατάθλιψη μετά το θάνατο του Τζιάνι, έφυγα και επέστρεψα στην Ιταλία. Το 2005 γνώρισα το σημερινό μου σύντροφο. Ειλικρινά, μετά από δύο δεκαετίες, θα είμαι πάντα συνδεδεμένος με τον Τζιάνι ως ένα πρόσωπο που αγαπούσα για περισσότερα από 15 χρόνια. Αλλά σήμερα, είμαι διαφορετικός άνθρωπος ... η ζωή συνεχίζεται και μπορείς να κοιτάς πίσω στο παρελθόν μέχρι ένα συγκεκριμένο σημείο. Μετά θα πρέπει να ατενίζεις το μέλλον.