Εσύ τι έκανες όταν ο Ζαγοράκης σήκωνε το Euro του 2004;

Δώδεκα δημοσιογράφοι θυμούνται την επική βραδιά του «στον 7ο ουρανό όλοι αδέρφια». 

147 SHARES

Για όλο τον κόσμο η 4η Ιουλίου είναι γνωστή ως η ημέρα ανεξαρτησίας των ΗΠΑ. Για την Ελλάδα ωστόσο είναι κάτι πολύ διαφορετικό. Είναι η στιγμή που πιστέψαμε ότι τα θαύματα μπορούν να πραγματοποιηθούν. Ότι ο Δαυίδ έχει ελπίδες απέναντι σε παραπάνω από έναν Γολιάθ.  

Είναι η κατάκτηση του Euro 2004.

Ακριβώς 15 χρόνια από εκείνη την ένδοξη ημέρα, 12 δημοσιογράφοι κάνουν αναδρομή στο παρελθόν εξιστορώντας το πώς έζησαν εκείνη την ημέρα. Κάποιος το είδε με φίλους στην καφετέρια, άλλος έχασε το γκολ του Χαριστέα λόγω… ανάγκης και άλλος πανηγύρισε από της φυλακής τα κάγκελα. 

Αγκαλιά με τον Κοέλιο ο Κώστας Βαϊμάκης (Editor-at-Large)

Κάθομαι στο ίδιο σημείο του δωματίου που καθόμουν και λίγες μέρες πριν, στον ημιτελικό με την Τσεχία – δεν ήμουν ένας από τα περίπου 2 εκατομμύρια Έλληνες που υποστηρίζουν ότι ήταν εκείνο το βράδυ στο γήπεδο... Φοράω τα ίδια ρούχα. Έχω ζητήσει από τη μητέρα μου ΑΚΡΙΒΩΣ το ίδιο φαγητό. Όλα τα γούρια στις επάλξεις, όλος ο «μηχανισμός» να δουλεύει στο φουλ. Αν και βαθιά μέσα μου, δεν ανησυχούσα: ήξερα, όπως ξέραμε όλοι μας εκείνη τη μέρα, ότι ο τελικός με την Πορτογαλία δεν χάνεται. Με καμία δύναμη. Μεταφυσικό; Όλες οι δυνάμεις του σύμπαντος μπλα μπλα μπλα Κοέλιο μπλα μπλα; Βαθιά πίστη; Θετική ενέργεια; Ό,τι και να ήταν, απλά το ήξερα ότι θα τελειώσει το παιχνίδι, θα το έχουμε σηκώσει και μετά θα ξεχυθούμε όλοι μαζί στους δρόμους για να το γιορτάσουμε. Απλά, ξεκάθαρα, ελληνικά.

Highlight των πανηγυρισμών: περνάω κορνάροντας από την Ηρώδου του Αττικού και τραγουδάω, παρέα με τον συνεπιβάτη στη μηχανή ένα από τα σουξέ των ημερών, το «είναι βαριά, βαριά, η “φούστα” του τσολιά». Ο τσολιάς που έχει σκοπιά εκείνη την ώρα, απλά κάνει μια κίνηση και σηκώνει τη φουστανέλα του. Όποιος και να είσαι, όπου και να είσαι, να είσαι πάντα καλά…


Σεμεδάκι και φυλαχτά η Διονυσία Ζαπατίνα       (Head of Lifestyle Content)

Και ξαφνικά έρχονται τα παιδιά του Ratpack και μου ζητάνε να θυμηθώ τι έκανα την βραδιά που πήραμε το Euro… Είστε σοβαροί; (τι ρωτάω, αλήθεια;) Εδώ δεν θυμάμαι τι έκανα πέρυσι τέτοια μέρα, θα θυμάμαι τι έκανα πριν από 15 χρόνια; Πω, πω…. 15 χρόνια! Να σημειώσω εδώ για όποιον τυχόν ενδιαφέρεται μια και απευθυνόμαστε και σε αντρικό κοινό πως σίγουρα είμαι καλύτερη από πριν 15 χρόνια, να τα λέμε κι αυτά. Βυθίζομαι λοιπόν στο χρονοντούλαπο των αναμνήσεων και προσπαθώ να ανακαλέσω τις μνήμες εκείνης της βραδιάς. Ναι, φυσικά είδα τον τελικό. Είχα και γούρια, όπως κάθε άσχετη από ποδόσφαιρο που σέβεται τον εαυτό της. Μην φανταστείτε τίποτα μαγιόξυλα και τέτοια. Όχι, το παραδοσιακό «Ήρθε μια γριά από την Πόλη κι έφερε το χάσει χάσει, Παναγίτσα μου να χάσει» (ναι το ξέρω είναι για γέλια, αλλά το είχα δοκιμάσει σε προηγούμενους αγώνες και έπιανε -λέμε τώρα- και πλέον είχε γίνει θεσμός). Κατά τα άλλα, παρέα, πίτσες, μπύρες, γέλιο, πειράγματα, ενθουσιασμός, πανηγυρισμοί και ζήλια. Ναι, ζήλια! Για την κολλητή που ήταν εκεί και το ζούσε live. Όπως και εκατομμύρια άλλοι, σίγουρα θα ήθελα να το έχω ζήσει εντός σταδίου. Δεν πειράζει, βγήκαμε κι εμείς μετά την κατάκτηση στους δρόμους με το αυτοκίνητο, τη σημαία και την κόρνα στην διαπασών… Κάτι ήταν κι αυτό. 

Σκιάθος, καφές και γκολ ο Βασίλης Σκουλαράκος (Δημοσιογράφος)

Την 4η Ιουλίου 2004 θα τη θυμάμαι για όλη μου τη ζωή. Είναι σαν την ημερομηνία γέννησης που και να θες δεν μπορείς να ξεχάσεις με τίποτα. Εκείνη τη μέρα λοιπόν την έβγαλα στο δρόμο και στο πλοίο. Φοιτητής πρώτου έτους τότε, είχε μόλις τελειώσει η εξεταστική και ήμουν καθ’ οδόν για διακοπές στη Σκιάθο. Με την αγωνία και την προσμονή στο… κόκκινο, θυμάμαι πως σε όλη τη διαδρομή λέγαμε με την παρέα τα συνθήματα της Εθνικής και μια φράση, «ρε, λες να γίνει το θαύμα; Μπααα, αποκλείεται».

Σε μια καφετέρια λοιπόν του νησιού με βρήκε ο μεγαλύτερος άθλος του ελληνικού ποδοσφαίρου, το θαύμα της Πορτογαλίας, το έπος του Νταλούζ. Στο 57ο λεπτό ο Μπασινάς έστησε τη μπάλα στο κόρνερ και ο Χαριστέας την κάρφωσε στα δίχτυα. Σεισμός! Όλοι μια αγκαλιά… Έλληνες, τουρίστες, νέοι, ηλικιωμένοι παιδιά, όλοι μια μεγάλη αγκαλιά. Στο σφύριγμα της λήξης, συγκίνηση και… τρέλα. Οι Έλληνες είχαν πετύχει το μεγαλύτερο ποδοσφαιρικό θαύμα όλων των εποχών και τίποτα δεν μπορούσε να αλλάξει την ιστορία.


Στην πατρίδα του Καραγκούνη η Μαρία-Γιώτα Μαστορέλη (Δημοσιογράφος «Η Πράσινη»)

Γεννήθηκα και μεγάλωσα κοντά στην Αρχαία Ολυμπία. Εκεί που γεννήθηκαν σε μια άλλη εποχή οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Κάτι τόσο μεγάλο και θαυμαστό. Στην εποχή μας αξιώθηκα να ζήσω και εγώ κάτι τόσο μεγάλο. Η Ελλάδα κέρδισε το Euro. Το θαύμα έγινε και εμείς στην πατρίδα μου έχουμε έναν λόγο παραπάνω να πανηγυρίζουμε. Τον Γιώργο Καραγκούνη, ο οποίος είναι από τα μέρη μας. 

Θυμάμαι τα πάντα από εκείνη την πορεία. Τα συζητούσαμε συνέχεια στο σχολείο, στα γυμναστήρια παντού. Τον τελικό τον είδα στην πλατεία του Πύργου όπου έξω από το Δημαρχείο είχε στηθεί μία τεράστια γιγαντοοθόνη. Όλος ο κόσμος ήταν έξω, δεν χωρούσες να περπατήσεις αλλά δεν σε ένοιαζε ιδιαίτερα.

Όταν ακούσαμε το τελικό σφύριγμα γίναμε όλοι ένα και κλαίγαμε από χαρά. Δε μπορώ να ξεχάσω με τίποτα τους πανηγυρισμούς εκείνο το βράδυ. Ο Πύργος δεν κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ, όπως και εγώ. Όπως και όλοι μας. Τα δάκρυα του Κριστιάνο ακόμα κάνουν μουσκίδι τις γιγαντοοθόνες.


Μία ανάσα πριν το κρατητήριο ο Αδάμος Ζαχαριάδης (Διευθυντής CNN Greece)

Πρωί 4ης Ιουλίου 2004. Το πρόγραμμα λέει καφέ, διάβασμα αθλητικής εφημερίδας και μετά από νωρίς στο γνωστό σπίτι φίλου όπου μαζευόμαστε οι ίδιοι πέντε για να δούμε τα ματς της Εθνικής. Η βόλτα στο κέντρο δεν πάει όμως όπως την περίμενα. Στην Ερμού δυο όργανα της δημοτικής αστυνομίας αποφασίζουν να επιδείξουν τον ανδρισμό και την μαγκιά τους σε έναν κακόμοιρο μετανάστη, έναν φτωχοδιάβολο που προσπαθεί να ζήσει πουλώντας CD και φορώντας τη φανέλα της εθνικής με το όνομα του Βασίλη Τσάρτα (σόρι Βασίλη βγαλμένα από τη ζωή είναι αυτά). Οι δυο δημοτικοί αστυνομικοί λοιπόν δέρνουν ανελέητα τον μετανάστη και εγώ μαζί με δυο άλλους περαστικούς μπαίνουμε στη μέση να τους σταματήσουμε. Μην σας τα πολυλογώ καταλήγουμε και οι τέσσερις κρατούμενοι σε κεντρικό ΑΤ.

Η ώρα είναι ήδη δυο το μεσημέρι και εγώ βρίσκομαι στα κρατητήρια του τμήματος με έναν Ελληνοαυστραλό μπάρμαν και έναν λογιστή. Δεν ανησυχούμε ότι κάτι σοβαρό μπορεί να γίνει αλλά η πιθανότητα να περάσουμε το συγκεκριμένο βράδυ κρατούμενοι σημαίνει ότι χάνουμε τον τελικό του Euro. Τον μπάρμαν τον έχουν ζώσει τα φίδια. Αρχίζουμε να ζητάμε να μας αφήσουν. «Δεν κάναμε τίποτα, γιατί μας κρατάτε, είναι παράνομο αυτό που κάνετε» και τα υπόλοιπα γνωστά επιχειρήματα ακούγονται στα αυτιά των αστυνομικών σαν βουβουζελες από το Παγκόσμιο της Ν. Αφρικής.

Ξαφνικά ο λογιστής βρίσκει το υπέρτατο επιχείρημα. Ζητά να μιλήσει με τον υπεύθυνο του ΑΤ. «Αν μας αφήσετε το βράδυ εδώ θα χάσουμε τον τελικό. Κι αν μια στο εκατομμύριο κερδίσουμε θα το έχεις βάρος στη συνείδηση σου ότι άφησες τρία καλά παιδιά να χάσουν το ματς της ζωής τους. Τέτοιο πράγμα δεν θα ξαναγίνει».

Μια ώρα μετά εγώ, ο Ελληνοαυστραλός μπάρμαν και ο λογιστής είμαστε ελεύθεροι. Ανταλλάσσουμε τηλέφωνα και δίνουμε υπόσχεση ότι αν το σηκώσουμε θα πιούμε ένα ποτό στο μπαρ του Ελληνοαυστραλού. Ώρες αργότερα, μεθυσμένοι οι τρεις μας φωνάζουμε αγκαλιασμένοι μπροστά από ένα μπαρ το γνωστό σύνθημα της Εθνικής. Δεν ξέρω τι απέγινε ο «Τσάρτας» που μας ένωσε ώρες νωρίτερα. Ποιος ξέρει. Ίσως είναι τυχερός και έχει κάποιον συγγενή στο ΝΒΑ. Μακάρι.


Με τους «τραμπουκισμούς» του θείου του ο Δημήτρης Δρίζος (Συντάκτης Ratpack)

Πέρασαν κιόλας 15 χρόνια και ακόμη νομίζω πως ήταν χθες ή προχθές η όλη φάση. Εγώ θυμάμαι πως έβλεπα τον αγώνα στην αυλή του πατρικού μου, με την τεράστια τηλεόραση του θείου μου να παίζει στο τέρμα και όλη τη γειτονιά τριγύρω. Στο γκολ δεν θυμάμαι πολλά, να με συμπαθάτε, με είχε πιάσει ο θείος μου, βουνό ολάκερο, και με κουνούσε λες και ήμουν πάνινη κούκλα. Από το 75’ και μετά παίζει να είχα περί τους 180 παλμούς, ο δε Φίγκο μετατράπηκε σε υπ’αριθμόν 1 παγκόσμιο κίνδυνο. Εννοείται πως με την λήξη μπήκαμε στο αμάξι και κάναμε την διαδρομή Μενίδι-Ομόνοια κοντά στις 5 ώρες. Φυσικά στην κίνηση ήταν ένα πανηγύρι. Κορναρίσματα, αγκαλιές με ξένους, συνθήματα. Μια μαγεία που στα μάτια ενός 17χρονου έμοιαζε με το μεγαλύτερο θαύμα της ζωής. Μια νύχτα μαγική και ονειρεμένη που μου έδειξε πως στην ζωή το ακατόρθωτο είναι αυτό που δεν προσπαθείς…

Για βιολογικό καθαρισμό ο Χρήστος Κάβουρας (Αρχισυντάκης Ratpack)

Νομίζω πως κανείς δεν πίστευε αυτό που γινόταν εκείνη την περίοδο. Ακόμα και εγώ που καλά-καλά λύκειο δεν είχα πάει, αδυνατούσα να φανταστώ ότι αυτή η ομάδα έριξε στο καναβάτσο την Πορτογαλία στην πρεμιέρα και πήρε ισοπαλία από την Ισπανία με την αξία της. Νόμιζα ότι θεοί και δαίμονες –μια ανώτερη δύναμη τέλος πάντων- έβαζε χεράκι της και θέλοντας και μη, άρχισα πιστεύω τα γούρια και τους οιωνούς. Όταν λοιπόν ο Ζαγοράκης έκανε τη φαντεζί ντρίμπλα στον Λιζαραζού, πριν το καρφώσει ο Χαριστέας στον προημιτελικό βρισκόμουν σε ένα φιλικό σπίτι, ξάπλα σε έναν καναπέ όταν ο σκύλος της οικείας ανέβηκε πάνω μου και άφησε μια λιμνούλα εκεί που καθόμουν. Η οικοδέσποινα θύμωσε, εγώ όμως το είδα σαν σημάδι.

Λίγες μέρες αργότερα στον ημιτελικό και σαν σήμερα πριν από 15 χρόνια κάθισα στο ίδιο ακριβώς σημείο. Στον ίδιο ακριβώς «λερωμένο» καναπέ. Τι να κάνω; Έπρεπε να γίνω θησεία. MVP του τουρνουά ο Ζαγοράκης, η… Ιφιγένεια του τελικού ο Χρήστος Κάβουρας. Μπορεί να χρειάστηκα βιολογικό καθαρισμό, αλλά τουλάχιστον άξιζε τον κόπο.


Απογευματινά ποτά και ραντεβού ο Κώστας Χρήστου (Διευθυντής Ratpack)

Μην κανονίζεις ποτέ ραντεβού την βραδιά του τελικού. Την Αναστασία όμως την κυνηγούσα 3 μήνες και μιας και είχα ξεμπλέξει με τα Πανεπιστήμια στο εξωτερικό κανονίσαμε ποτά σε ένα beach bar στη Σαρωνίδα. Απογευματινά ποτά πριν το ματς. Νέο παιδί τότε, με κορυφαίες αντοχές στο ποτό, έφυγα ζαλισμένος στο ποτό. Το ραντεβού πήγε καλά, αλλά αργήσαμε και κάπου μετά τις τρύπες του Καραμανλή πριν φτάσουμε στην Βάρκιζα, ξεκινάει μία κίνηση αδιανόητη. Κυριακή ήταν το ματς και δεν ήταν λίγος ο κόσμος που κάθισε μέχρι αργά στην παραλία. Βάζω ραδιόφωνο και αρχίζω να κόβω μέσα από τα στενά μέχρι να βγω στη Βουλιαγμένη και από εκεί να φύγω για Γλυφάδα. Δεν βοηθούσε και η Αναστασία, σε έπιανε και σε δάγκωνε σε καίριες φάσεις. «Κάτσε ρε παιδάκι μου θα το φάμε!». 

Ναι εντάξει, μπορεί να ακούγεται ξενέρωτο αλλά τότε ήταν ο τελικός των τελικών. Στην Παραλιακή κολλημένοι, άκουγες το ματς από δεκάδες ραδιόφωνα με τα παράθυρα ανοιχτά. Και μπαίνει το γκολ και απλά ένας στόλος από κόσμο αποφασίζει να παραμείνει κολλημένος. Κατέβηκαν από τα αυτοκίνητα, ανέβηκαν στις οροφές, πατούσαν τις κόρνες. Ναι ρε γαμώτο, αυτό είναι. Λίγη γιορτή πριν έρθουν οι Ολυμπιακοί Αγώνες σπίτι τους. Μιάμιση ώρα πέρασε και καταφέραμε να φτάσουμε μόνο μέχρι τη Βούλα γιατί ήταν κλειστοί οι δρόμοι. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά. Τύμπανα, φωνές, γαλανόλευκες σημαίες και συνθήματα, σε έναν κόσμο που μέθυσε από την Πορτογαλία μέχρι την Ελλάδα με το γκολ του Χαριστέα και έκανε τον Ρονάλντο να κλάψει. Και μετά από τα κύπελλα και τα δάκρυα χαράς, το μόνο που έλειπε ήταν το κερασάκι της τούρτας για να δέσει καλά η βραδιά. Το δωμάτιο της Αναστασίας.


Έχασε την ακοή του στη Θηβών ο Κώστας Σκορδούλης (Δημοσιογράφος)

Δεκαπέντε χρόνια φίλε μου. Δεκαπέντε χρόνια από την ημέρα η Ελλάδα έγινε Ελλαδάρα και που για μερικές ημέρες όλοι ήμασταν ΕΝΑ. Θα ξεκινήσω από τον ημιτελικό. Φιλοξενώ στον σπίτι μου τον κολλητό-αδερφό μου Χρήστο. Ένα παιδί που είχε μετακομίσει ένα χρόνο πριν στην Ιταλία μόνιμα και είχε έρθει για διακοπές στη μαμά πατρίδα. Ξεκινά ο αγώνας κόντρα στη Τσεχία. Ο αγώνας ξεκινά, χαμηλώνω τη φωνή της τηλεόρασης και ανοίγω το ραδιόφωνο για να ακούσουμε Χελάκη. Η κανονική διάρκεια τελειώνει και το 0-0 στέλνει το ματς στην παράταση. Πριν ξεκινήσει ο έξτρα χρόνος του λέω αστειευόμενος: «Ρε συ μου έφεραν μια μπλούζα του Ρονάλντο (το Φαινόμενο) της Ρεάλ. Να τη φορέσω μήπως μας φέρει γούρι;». Λίγα λεπτά μετά ο «κολοσσός» του ελληνικού ποδοσφαίρου μας έστειλε στον τελικό. Φωνές, αγκαλιές και χαμόγελα σε όλο το σπίτι και όλη τη γειτονιά. «Τους κερδίσαμε στην αρχή μπορούμε και πάλι», μου είπε για την Πορτογαλία ο Χρήστος και αι ξεκινήσαμε να παίζουμε Pro στο Playstation. Φτάνουμε στις 4 Ιουλίου. Στο δωμάτιό μου εμείς οι δύο, στο μπαλκόνι οι δικοί μου με τηλεόραση. 

Στην Παλαιά Κοκκινιά (λογικά και σε όλες τις γειτονιές της Ελλάδας) ακούγονταν μόνο οι τηλεοράσεις και τα ραδιόφωνα. Τελειώνει το ημίχρονο και θυμάμαι το φιλαράκι μου να μου λέει: «Ρε δεν φοράς πάλι τη μπλούζα του Ρονάλντο;». Τώρα δεν πιστεύω στα γούρια. Τότε όμως, 13 χρονών παιδί, το έκανα και τη φόρεσα αμέσως. Η συνέχεια στο γήπεδο είναι γνωστή. Πρωταθλήτρια Ευρώπης η Ελλάδα. Αυτό που θυμάμαι και θα το θυμάμαι για πάντα όμως, είναι πως τέτοια ανατριχίλα και τέτοια χαρά στη ζωή μου δεν έχω ξαναζήσει. Με το που σήκωσε ο Ζαγοράκης το τρόπαιο, μας πήρε ο πατέρας μου κατεβήκαμε στον Πειραιά. Σε όλη τη Θηβών υπήρχε κόσμος να φωνάζει κρατώντας ελληνικές σημαίες, με τις κόρνες των αυτοκινήτων να ηχούν ακόμα στα αφτιά μου. Μετά από 2 ώρες γυρίσαμε σπίτι και πήραμε τηλέφωνο τον άλλον κολλητό μας ο οποίος βρισκόταν στην Αγγλία με τους γονείς του. «Τι χάνω μου λέει» κλαίγοντας από χαρά και λυπημένος που δεν μπορούσε να δει αυτά που συνέβησαν στους δρόμους της γειτονιάς μας, αλλά και σε όλη την Ελλάδα. Πέρασαν μέρες και δεν το είχαμε συνειδητοποιήσει το τι συνέβη. Δεν είχαμε καταλάβει ότι αυτό που έγινε ίσως να μην συμβεί ποτέ ξανά και πως ήμασταν τυχεροί που το ζήσαμε. Τώρα όμως το καταλαβαίνουμε. Ο Χρήστος μέρες μετά έφυγε πίσω για την Ιταλία. Δυστυχώς δεν τον έχω δει ξανά μέχρι και σήμερα. Η μπλούζα του Ρονάλντο χάθηκε κατά τη διάρκεια μετακόμισης. Αυτά όμως που δεν θα φύγουν και δεν θα εξαφανιστούν ποτέ από το μυαλό μου, είναι αυτές οι στιγμές. Όχι μόνο εμένα, αλλά και όλων των Ελλήνων… 


Στο θρόνο του Γολγοθά του ο Μάριος Βλαβιανός (Συντάκτης Ratpack)

Πριν από 15 χρόνια η παρέα της Εθνικής ομάδας με πρωτομάστορα τον Ότο Ρεχάγκελ μας έβγαζε από τα σπίτια μας και με όση φωνή μας είχε απομείνει να πανηγυρίσουμε την κατάκτηση του Euro.  Όλοι μας είχαμε γούρια. Όλοι μας κάναμε (ή τουλάχιστον προσπαθούσαμε) τα ίδια πράγματα σε όλους τους αγώνες της Εθνικής. Έτσι και γω, μαζί με την οικογένειά μου και τον κολλητό μου. 

Οι πατεράδες στο σαλόνι να βλέπουν το παιχνίδι στη μεγάλη τηλεόραση. Η μάνα μου μαζί με την αδελφή μου και τη μητέρα του κολλητού μου στην κουζίνα, να βλέπουν… «Το καφέ της χαράς» σε επανάληψη!  Και τα… αγόρια, τα μικρά ανώριμα (όχι πως τώρα άλλαξε κάτι), ο αδελφός μου, ο κολλητός μου και εγώ να παίζουμε μπάλα στο δωμάτιό μου και απλά η τηλεόραση να δείχνει το παιχνίδι. Όλα τα παραπάνω σε συνδυασμό με την καλύτερη πίτσα που έχεις φάει ποτέ. Φυσικά από τη Νέα Σμύρνη. 

Όλα κυλούσαν ρολόι. Και φτάνουμε στο 56ο λεπτό. Και εκεί που δεν είχα χάσει στιγμή από ολόκληρη την πορεία της Εθνικής, η ρημάδα η ανάγκη με έφερε… στο μπάνιο. Και λίγο αργότερα, οι τοίχοι σείστηκαν από τους πανηγυρισμούς του γκολ του Χαριστέα και εγώ, απλά να ακούω με χαρά, στο μπάνιο του σπιτιού μου.

Τα υπόλοιπα είναι ιστορία…

Με φανελάκι Σάκη Ρουβά η Γωγώ Φούντα (Αρχισυντάκτρια Queen)

Προληπτική δεν ήμουν ποτέ, αλλά όταν η Εθνική Ελλάδος, περνάει τη φάση των ομίλων σε Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα (κοινώς κοιμήθηκε ανάποδα ο Θεός) και αντί να φάμε τις τριάρες μας και να γυρίσουμε πίσω, νικάμε τη Γαλλία-του Ζιντάν βεβαίως βεβαίως-και συνεχίζουμε στον ημιτελικό και στον τελικό, ένα γούρι το έχεις ανάγκη γιατί δε φτάνεις στην πηγή χωρίς να πιείς νερό που να πάρει η ευχή να πάρει. Θυμάμαι η πολυπληθής συντροφιά μας, πήγαινε σε συγκεκριμένη υπαίθρια καφετέρια, για να παίρνουμε και αέρα, παραγγέλναμε πάντα τα ίδια ποτά και φαγητά και εγώ –ναι θα το πω κι ας μου βγει και σε κακό (σ.σ. φορούσα πάντα το φανελάκι του Σάκη του Ρουβά με την ελληνική σημαία) εντάξει ντρέπομαι αλλά ήμουν 17 οπότε μου δίνω άφεση. 

Και αν κρίνω από την κατάληξη, το φανελάκι έφερε γούρι και το σηκώσαμε το τιμημένο-παίζει να είχα πάει ποδαράτο από Περιστέρι μέχρι την Ομόνοια, ήταν όλα θολά δε θυμάμαι- και έκτοτε η 4η Ιουλίου είναι μία ημερομηνία που θυμόμαστε όλοι εμείς οι περήφανοι Έλληνες, για την κούπα στα χέρια του Θόδωρου (του Ζαγοράκη ντε), το κλάμα του συνομήλικού μου Κριστιάνο και το ντεμπούτο της άφρο-αφάνας της Δέσποινας Βανδή, που συνόδευε τον Ντέμη στην Πορτογαλία. Συγκινήθηκα τώρα… 

 Τον είχαν φάει οι δρόμοι τον Κώστα Τσιτούνα (Δημοσιογράφος)

Με παίρνει τηλέφωνο αυτός ο νεαρός ο Χρήστος Κάβουρας και μου ζητάει να γράψω ένα άρθρο για το Euro 2004 και την επιτυχία της Εθνικής Ελλάδος. Τι λες βρε αγόρι μου; Εσύ δεν είχες γεννηθεί τότε. Και ποιος σου είπε ότι θέλω να θυμάμαι το 2004, γέρος άνθρωπος; Εμείς το 2004 τρέχαμε για τον άρτο τον επιούσιο, δεν είχαμε χρόνο για «κλωτσοσκούφι» και τέτοια. Μόλις είχε πέσει η κυβέρνηση του «είναι μακέτο αυτό το έργο;» και είχε έρθει στα πράγματα ο Καραμανλής, ο οποίος αγκομαχώντας προσπαθούσε να διαχειριστεί το χάος των εργοταξίων για τα Ολυμπιακά έργα. Όλη η Ελλάδα ήταν ένα απέραντο εργοτάξιο και τίποτα δεν είχε ολοκληρωθεί. Ανολοκλήρωτα τα άφησε η «σαύρα της Αναγνωστοπούλου»… Μην με ρωτήσεις ρε Κάβουρα ποια είναι η σαύρα. Googlaρε το να δεις. 

Από το ένα έργο έφευγα στο άλλο πήγαινα. Από την Αττική οδό στο ΤΑΕ ΚΒΟ ΝΤΟ και μετά βουρ για το Σχοινιά στο κωπηλατοδρόμιο. Άσε που σε όλη την Αθήνα είχαν κόψει τις αριστερές στροφές! Μόνο δεξιά πήγαινες να πάρει η ευχή. Εγώ ένας αριστερός, να στρίβω συνέχεια δεξιά. Τραγικό. Γι’ αυτό σου λέω, μην μου τα θυμίζεις γιατί θα αρχίσω τα καντίλια. Δύσκολη εποχή για ελευθερατζήδες ρεπόρτερ. (σ.σ.: ούτε για το ελευθερατζήδες μην με ρωτήσεις τι είναι…). Δεν είχα χρόνο για σημαιάκια και πανηγυρισμούς στην Ομόνοια. Τον τελευταίο αγώνα είχα δει, χάρηκα, αλλά μέχρι εκεί. Αααα τώρα που θυμάμαι δεν μου άρεσαν οι υπερβολές του Χελάκη. Το «πειρατικό» και κολοκύθια με τη ρίγανη… Για την ακρίβεια ποτέ δεν μου άρεσαν τα πανηγυράκια, οι φιέστες και τα βλαχομπαρόκ. Το πώς κερδίσαμε, ούτε που το κατάλαβα. Πάντως μπάλα δεν μάθαμε… Παραμένουμε άμπαλοι μέχρι κόκκαλο.

147 SHARES