Πόσες φορές έχεις ονειρευτεί να οργανώνεις το πέταλο των Baras Bravas;

Ο Θάνος Αλεξόπουλος είναι ένας monster στο πέταλο της Lanus.

Επιμέλεια: Ανδρέας Αξιώτης

Αν υποτίθεται ότι ασχολείσαι με το γήπεδο και δεν έχεις ονειρευτεί- έστω μια φορά στη ζωή σου- πως βρίσκεσαι μέσα σε κάποιο από τα καυτά νοτιοαμερικανικά πέταλα, να ξερνάς τα λαρύγγια σου κάτω από τα περίφημα πανιά των Barras Bravas, τότε μάλλον ανήκεις στους “απέναντι”, φάση κεντρική κερκίδα χαλαρά, με άραγμα, πατατάκι, αναψυκτικό, και έγερση από το πλαστικό κάθισμα μόνο όταν το κοράκι σφυρίζει την λήξη. Όχι πως είναι κακό, ok, αλλά όπως και να το κάνουμε, η ιστορία που ακολουθεί μάλλον δεν θα σε συγκινήσει.

Μεσημέρι Κυριακής στο Μπουένος Άιρες. Σε λίγες ώρες η Lanus παίζει στην έδρα της. Δεν έχει σημασία με ποιόν. Σημασία έχει πως παίζει η ομάδα. Αυτό φτάνει. Η περιοχή που βρίσκεται το γήπεδο, όπως και όλες οι νότιες συνοικίες του Μπουένος, είναι γεμάτη φαβέλες και φυσικά, άκρως επικίνδυνη. Όταν ξεκινάς για τον αγώνα, πρέπει να έχεις τα μάτια σου δεκατέσσερα. Και όταν τελειώνει το ματς, πρέπει να φεύγεις σφαίρα μαζί με τον πολύ κόσμο. Διαφορετικά, κινδυνεύεις να φας σοβαρό πέσιμο, με ότι αυτό συνεπάγεται.

Και δεν τα λέω εγώ. Ο Θάνος ΑΛεξόπουλος τα λέει, που έχει ζήσει τα hardcore ντέρμπι της Αργεντινής από πρώτο χέρι και όχι με πατατάκια σε σουίτες- που λέγαμε και νωρίτερα.

40άρης και κάτι ψιλά, DJ στο επάγγελμα, φανατικός ποδοσφαιρόφιλος, οπαδός των βυσσινί της Λάρισας και περιπλανώμενος με όλη τη σημασία της λέξης, έφαγε το φλας και ταξίδεψε στη Νότιο Αμερική για 70 μέρες και νύχτες. Αργεντινή, Ουρουγουάη, Βολιβία, Περού, Εκουαδόρ, Βραζιλία, Κολομβία και πάει λέγοντας. Σοβαρό ταξίδι δηλαδή, όχι παίξε γέλασε. Με κάτι εμπειρίες να! Γήπεδα, μπαρ, χόστελ, γνωριμίες, γυναίκες, γέλια, φιλίες, τρεχάματα, Μάτσου Πίτσου και τα συναφή. Με λίγα λόγια, ιστορίες ζωής που γεμίζουν βιβλίο! Όπως αυτό που έγραψε.

Επιστροφή στο ντέρμπι με Lanus και τον αφήνω να τα πει μόνος του. Πρώτα όμως, μια ερώτηση. Γιατί Lanus;

«Από τις μεγάλες ομάδες της Αργεντινής, τις έχω δει όλες. Η Lanus όμως, έχει τα ίδια χρώματα με τη Λάρισα. Όταν πήγα εκεί, ήμουν φορτωμένος με μια τσάντα γεμάτη αυτοκόλλητα, κασκόλ και μπλούζες της ΑΕΛ και των Monsters. Ευτυχώς δεν ήμουν μόνος αλλά με μια τύπισσα που είχα γνωρίσει. Αυτή, δούλευε για την ομάδα και ήξερε πολύ κόσμο. Από διοικητικούς μέχρι baras bravas αλλά και τον αρχηγό τους, έναν κοντό πυγμάχο, άσβερκο. Μου γνώρισε λοιπόν κάποιους και διστακτικά, άρχισα να τους μοιράζω υλικό. Η ατμόσφαιρα και το κλίμα έξω από το γήπεδο μύριζε μπαρούτι. Όταν όμως είδαν τα κασκόλ της Λάρισας, έπαθαν πλάκα. Δε μπορούσαν να φανταστούν πως ένας Έλληνας είχε σκάσει στην Αργεντινή για να δει την ομάδα τους. Κατευθείαν μου πρότειναν να κάτσω μαζί τους στο πέταλο αλλά για αρχή, προτίμησα να δω το ματς από την ασφάλεια της διπλανής κερκίδας. Όχι για πολύ όμως».

Το δεύτερο ημίχρονο βρίσκει τον Θάνο στο θρυλικό «π» της Lanus. Και ξαφνικά, με το που μπαίνει μέσα… αποθέωση! Οι τύποι τον αγκαλιάζουν και τον φιλάνε, έχουν κολλήσει τα αυτοκόλλητά των Monsters στα κάγκελα, ο οργανωτής των τραβάει μαζί του και πριν πάρει ανάσα, βρίσκεται μπροστάρης, να δίνει συνθήματα και να κρατάει τα περιβόητα πανιά της ομάδας (που επιτρέπεται να τα κρατάνε μόνο παλιοί), μαζί με τον σκληρό πυρήνα των οργανωμένων.

«Ανατριχίλα! Δε μπορούσα να το πιστέψω. Ζούσα live το όνειρο του κάθε οπαδού. Να είναι ένα με τους baras bravas, να τραγουδάει στο πέταλο τους και μάλιστα απ τη θέση του οργανωτή. Η κερκίδα τους ήταν πολύ δυνατή, γεμάτη από “καλά άτομα” που τραγουδούσαν για την ομάδα τους χωρίς να ανάβουν ούτε ένα καπνογόνο. Μου έκανε εντύπωση αυτό γιατί μιλάμε για ένα σκληρό πέταλο γεμάτο με πενηντάρηδες σα ναυαγούς, δουλεμένες φάτσες αλλά και πολλούς ξεδοντιάρηδες με φάτσες ινδιάνων που προκαλούσαν τρόμο. Γούσταραν τρελά που ήμουν ανάμεσα τους. Έχουν μια ιδιαίτερη συμπάθεια στους Έλληνες. Δεν ξέρω πως θα ήταν η κατάσταση αν ήμουν Γερμανός. Κάνανε συνεχώς πλάκες, μπουγελωνόντουσαν, γινόταν απίστευτος χαβαλές ενώ το γήπεδο είχε τρομερή φωνή και ατμόσφαιρα, σε ένα άθλιο ματς που τελικά ήρθε ισόπαλο, χωρίς γκολ. Αλλά τι σημασία έχει; Για αυτούς, πάνω από όλα είναι η ομάδα, όχι το αποτέλεσμα! Ήταν ίσως τα πιο φορτισμένα 45 λεπτά της ζωής μου. Μετά τον αγώνα, ήπια πολλές μπύρες για να συνέλθω».

Η κουβέντα μας συνεχίζεται με μπόλικες ποδοσφαιρικές ιστορίες, και όχι μόνο. Ο Θάνος θυμάται κάποια μυστήρια βράδια σε τελειωμένα μπαρ, με τους μισούς θαμώνες να τσακώνονται και τους υπόλοιπους να πέφτουν απ’ τα σκαμπό, στουπί απ’ το μεθύσι. Όπως εκείνο το after μεταλλάδικο στο Εκουαδόρ, όταν μια παρέα πάνκιδων τον προσκάλεσαν σε ένα πάρτι-φάντασμα στο οποίο- μάλλον για καλή του τύχη- δεν έφτασε ποτέ. Μου λέει για τα ατελείωτα τρεξίματα σε σταθμούς τρένων και λεωφορείων, γιατί «όταν ταξιδεύεις πραγματικά low budget δεν έχεις την πολυτέλεια του αεροπλάνου και των ταξί». Θυμάται κόσμο που γνώρισε από κάθε γωνιά του πλανήτη, φίλους που στάθηκαν δίπλα του στα δύσκολα, γυναίκες που στοίχειωσαν το μυαλό του και εξαφανίστηκαν, τριπαρισμένους world travelers που έφυγαν κάποτε απ’ την Ευρώπη και ξέμειναν εκεί, να αναζητούν το νόημα της ζωής τους σε δρόμους που δύσκολα θα τολμούσαν να περπατήσουν αν ήταν… διαυγείς. Ίσως τους ξανασυναντήσει κάπου, κάποτε.

Θα μπορούσαμε να μιλάμε ώρες και να γράφω άλλες τόσες αλλά δεν προλαβαίνω. Καλοκαίρι γαρ, πρέπει να φύγω κι εγώ. «Όσα δε σου είπα, θα τα βρεις εδώ» μου λέει και με κερνάει μια κόπια του “70 μέρες στη νότια Αμερική”. «Αν μου επιτρέπεις, μια συμβουλή μόνο να δώσω. Το καλύτερο πράγμα που υπάρχει στον κόσμο, είναι να τον γυρίζεις. Καθαρίζει η ψυχή σου! Μετά από δυο χρόνια ταξίδια, έχω φτάσει πλέον τις 50 χώρες. Στόχος; Δεν ξέρω ακριβώς. Εκατό; Εκατό πενήντα; Κάποιοι που έχουν ταξιδέψει παντού λένε πως είναι 193. Άλλοι, που βάζουν και τις μη αναγνωρισμένες λένε 197. Θα δείξει λοιπόν. Venceremos!»