Όταν ο Jean-Paul Sartre αρνήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας

Η συγγραφική μάχη του φιλοσόφου με τον εαυτό του, ήταν από εκείνες που δεν περίμενε να δώσει στον πόλεμο ενάντια της ανθρώπινης ματαιοδοξίας. 

22 SHARES

Από τον Κώστα Χρήστου


Μέχρι και σήμερα, οι λίγοι διανοητές που βίωσαν τους φιλοσοφικούς κοινωνικούς προβληματισμούς από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, συνεχίζουν τις διαφωνίες για το αν ο κόσμος θα έπρεπε να μιλάει για μηδενισμό όταν αναφέρεται στον Sartre ή σε μία ξέχωρη φιλοσοφία ενός υπαρκτού «Σαρτρισμού» που δεν κατάφερε να βρει όσους υποστηρικτές ήλπιζε να βρει στη Σχολή της Φρανκφούρτης. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι ο Jean-Paul Sartre, ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους του περασμένου αιώνα, ουδέποτε έδωσε δεκάρα για το τι πίστευαν οι Althusser, Marcuse, Habermas και άλλοι κολοσσοί της νεομαρξιστικής σχολής εκείνης της εποχής. Για όσους δεν ξέρουν, έκανε ακριβώς το ίδιο πράγμα και όταν έμαθε πως κέρδισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1964.

Για τον Sartre, η οποιαδήποτε αποδοχή βραβείου ή διάκρισης, ιδρυματοποιούσε κατά μία έννοια όχι μόνο την δουλειά του, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό. Είχε μάλιστα αναφέρει στους δημοσιογράφους ότι «ένας συγγραφέας που μπήκε στη διαδικασία να προβάλλει κοινωνικές και λογοτεχνικές ανησυχίες, θα πρέπει να το κάνει μόνο με τα δικά του μέσα» εννοώντας τον γραπτό λόγο. Όμως σε όλη του την ζωή, οι ανησυχίες του Sartre για το κομμάτι της συγγραφής, ήταν σχεδόν ίδιες με εκείνες για την ύπαρξη του ανθρώπου. Στη δεκαετία του ’40 είχε εκδώσει το '‘Τι είναι η λογοτεχνία’’, όπου μεταξύ άλλων διατύπωνε μία σχεδόν θρησκευτική επαφή ανάμεσα στον συγγραφέα και τα κείμενα του και πως αυτά έχουν υποχρέωση απέναντι στο κοινωνικό σύνολο. Ωστόσο η θέση αυτή έδινε καταρριπτόταν από άλλες που τον έκαναν να μοιάζει με μποέμ συγγραφέα της beat σκηνής.

Η αριστουργηματική του αυτοβιογραφία ‘‘Οι Λέξεις’’ που εκδόθηκε το 1964 -και ήταν αυτό που του χάρισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας την ίδια χρονιά- παρουσιάζει ένα πιο βλοσυρό ύφος απέναντι στην πραγματικότητα της συγγραφής, με φράσεις όπως «Για πολύ καιρό νόμιζα πως η πένα είναι το όπλο. Τώρα καταλαβαίνω πόσο αδύναμοι είμαστε». Σίγουρα στο παραπάνω παίζει ρόλο ο μηδενισμός του Sartre, αλλά σίγουρα και οι συγγραφικές του ανησυχίες. Από ένα σημείο και μετά είμαι βέβαιος πως ο φιλόσοφος ξεκίνησε να αισθάνεται όλα εκείνα που ένιωσαν μεγάλες προσωπικότητες της συγγραφής όπως ο Fitzgerald, o Salinger και ο Bukowski. Παρότι δεν είχε καμία σχέση με τους παραπάνω, καταλάβαινε πως είναι το μικρόβιο της συγγραφής, η ανησυχία της διατύπωσης και το συνεχές και αδιάκοπο αυτομαστίγωμα για το πώς δεν μπορείς ποτέ σου να βρεις τις λέξεις που θέλεις για να μιλήσεις. Ο Sartre είχε ήδη το κοινό, ήταν ήδη αναγνωρισμένος και, από ένα σημείο και μετά, έβρισκε όλο και πιο δύσκολο το να μπορέσει να μιλήσει σε αυτό το κοινό και να διατυπώσει τις φιλοσοφικές του ανησυχίες. Κάτι, που στην περίπτωσή του, δεν είναι για κανένα λόγο κάτι το εύκολο.


Διάβασε επίσης για την άγνωστη ποίηση του Μπουκόφσκι.

Η επιθετικότητα του προς το Νόμπελ, δεν ήταν τίποτε παραπάνω από την επιθετικότητα του στο σύστημα. Όποιο και αν ήταν αυτό. Ήταν η εναντίωση αυτή προς τον στρουκτουραλισμό της τότε κοινωνίας που ο Σαρτρ απεχθανόταν, ο ίδιος για τον οποίο είχε γράψει σε δημοσιεύματα σε εφημερίδες του εξωτερικού ο σπουδαίος Νίκος Πουλαντζάς και όλα όσα στήριζε και προσπαθούσε να εφαρμόσει ο Louis Althusser. «Ίσως και να δεχόμουν το Νόμπελ αν βρισκόμασταν ακόμα στον πόλεμο με την Αλγερία γιατί η βράβευση θα είχε βοηθήσει στον αγώνα» θα έλεγε αργότερα σε συνέντευξή του. Ήταν μία δήλωση που δεν τον έκανε συμπαθή σε κανένα Γάλλο, αλλά εκεί ακριβώς μπορούσε να διακρίνει κανείς την ακέραια πίστη του Sartre στα ιδανικά. Ο μόνος λόγος που θα μπορούσε να βγάλει την «μπράντα» και τον ιδρυματισμό από καταστάσεις όπως η βράβευση, ήταν να μπορέσει να τα μεταμορφώσει και να δημιουργήσει αξίες παρακινώντας τον κόσμο. Άλλωστε για εκείνον, ο κόσμος ήταν πάντα εκείνο το ατίθασο παιδί που, όσα μαθήματα καλής συμπεριφοράς και να του έκανες, θα προσπαθούσε πάντα να σου κλέψει τις καραμέλες μέσα από τις τσέπες. 

Ο Sartre βέβαια δεν γνώριζε ότι ακόμη και να αρνηθείς το Νόμπελ δεν θα μπορούσες να βγεις τόσο εύκολα από τα κιτάπια της Σουηδικής Ακαδημίας. Έβρισκε σχεδόν τραγικό ότι η Ακαδημία δεν λάμβανε υπόψιν της την γνώμη των βραβευμένων και το μόνο για το ίσως μετάνιωσε, είναι τα 25.000 (περίπου) ευρώ που δεν πήρε μαζί με το βραβείο. Όχι φυσικά για να τα ξοδέψει, αλλά για να τα δωρίσει σε οργανισμούς που τα είχαν ανάγκη, όπως στην Επιτροπή για το Απαρτχάιντ στο Λονδίνο. Τελικά όλη αυτή η ιστορία, κατάφερε να μείνει στα χρονοντούλαπα και να αφήσει εκεί έξω τις πραγματικές ιστορίες που έπρεπε να διηγηθεί ο Sartre. Όχι κάποια αντίθεση με μία επιτροπή βραβείων, ακόμη και αν αυτά ήταν τα Νόμπελ, αλλά ιδέες για τον υπαρξισμό, αντιθέσεις με στρουκτουραλιστές και προσπάθειες να μην ερμηνευτεί το ρεύμα του ως ένα αντίγραφο ιδεών του Heidegger. Και είναι αλήθεια ότι για τους μετά-στρουκτουραλιστές όπως ο Derrida, o Sartre φαινόταν πάντα πολύ κυνικός και απαισιόδοξος και άσχημος και πολύ βαθιά φιλοσοφημένος, σε μία κοινωνία που είχε ουσιώδη ζητήματα κοινωνικής διαβίωσης χωρίς να έχει χρόνο για υπαρξιστικές «αμπελοφιλοφίες».

«Το ον με το οποίο το Τίποτα έρχεται στον κόσμο πρέπει να είναι το δικό του Τίποτα»

Να όπως που στο 2022, είκοσι και δύο έτη μετά τη νέα χιλιετία στον κόσμο του internet, του κορωνοϊού και των social media, που κανένας από τους μεγάλους θεωρητικούς της Σχολής της Φρανκφούρτης δεν θα είχε σκεφτεί πώς τα διδάγματά του και οι προβληματισμοί του θα ήταν επίκαιροι μέχρι σήμερα. Γιατί, αν το καλοσκεφτούμε, σε τι ακριβώς έπεσε έξω; Ότι είμαστε περισσότερο αυτοκαταστροφικοί από ποτέ; Ότι διατυπώνουμε το μίσος μας με στόχο, όχι μόνο να κερδίσουμε μία διαφωνία, αλλά να εξοντώσουμε τον συνομιλητή μας – όχι σε κάποιο φιλοσοφικό συνέδριο προβληματισμού αλλά στα posts του Facebook. Ότι θέλουμε συνεχώς από τους άλλους να επιβεβαιώνουν τη εικόνα μας μέσα από likes και shares και stories; Κάποτε, διαβάζαμε ότι οι άνθρωποι μπορούν να αλλάξουν τα πάντα μέσω της φαντασίας τους και σήμερα αναρωτιόμαστε, όχι αν φτάσαμε κοντά, αλλά αν ποτέ την είχαμε για να έχουμε έστω μία ελπίδα να κερδίσουμε την μάχη της ζωής.

Μέσα από τα πονήματά του, εκφράζει ακόμη και ο ίδιος τις αμφιβολίες του για το αν το Ον μπορεί να βιώσει την απελευθέρωση από το βάρος της συντηρητικής σκέψης και να ταχθεί στην απόλυτη ελευθερία. Οι διακρίσεις του «κατ’ εαυτό», του «για αυτό» και του «για τους άλλους», ήταν από εκείνα που μας έδωσαν την έμπνευση να προσπαθήσουμε να αντιληφθούμε την ανθρώπινη ματαιότητα, παρότι συνεχώς αποζητούμε τον πλήρη έλεγχο του εαυτού μας και του πεπρωμένου μας. Τα σημάδια αυτά που μας έδωσε ο Sartre τα αγνοήσαμε, Τα βάλαμε κάτω από τα χαλιά, τα θάψαμε και επειδή τα ξεχάσαμε νομίζαμε πως κερδίσαμε την μάχη απέναντι στον εαυτό μας. Δεν είναι όμως έτσι. Αν και για το Sartre, το να επιλέξουμε να αντιδράσουμε στους προβληματισμούς θάβοντάς τους και ξεχνώντας τους, είναι το πιο ανθρώπινο χαρακτηριστικό που φιλόσοφου για το άτομό μας. Και σίγουρα γελάει από εκεί που μας βλέπει, αν υπάρχει και αν επιλέγει να μας δει.

Δεν ήταν άδικη η βράβευση Νόμπελ του Sartre, απλά η Ακαδημία δεν υπολόγισε ποτέ πως κάτι τέτοιο θα του ήταν τελείως αδιάφορο. Ήταν πραγματικά ένας σπουδαίος συγγραφέας που μέσα στους προβληματισμούς και την φιλοσοφία, πιάστηκε και εκείνος για λίγο στα δίχτυα της ματαιοδοξίας όλων εκείνων που τρελάθηκαν πάνω από τις ίδιες τους τις λέξεις. Ίσως μία από τις πιο ανθρώπινες στιγμές του Sartre.

Από εκείνες που πέρασε όλα τα χρόνια της ζωής του αναρωτώμενος το γιατί, σε μία ανθρωπότητα που δεν τα αναζητά σήμερα για να γίνει καλύτερη και αρκείται στα επαναλαμβανόμενα λάθη της.

22 SHARES