associated press Αν δε φας όλο το φαγητό σου, θα έρθει ο Όλιβερ Καν

Ο Μεχμέτ Σολ είχε πει πως φοβόταν δύο πράγματα: Τον πόλεμο και τον Όλιβερ Καν. Για το πρώτο δεν είμαστε σίγουροι.

Γεννήθηκε στην Καρλσρούη το 1969, τη φανέλα της οποίας είχε τιμήσει ο πατέρας του τη δεκαετία του 1960. Ο Όλιβερ ακολούθησε τα χνάρια του μπαμπά του και γράφτηκε στις ακαδημίες του συλλόγου σε ηλικία 6 ετών. Όταν, ύστερα από 19 χρόνια, αποχώρησε από τον συλλόγο για λογαριασμό της Μπάγερν Μονάχου είχε ήδη αναδειχθεί ως ένας από τους πιο ταλαντούχους αθλητές της Μπουντεσλίγκα. Ωστόσο ήταν ένα παιχνίδι της μοίρας που τον οδήγησε να δοκιμάσει την τύχη του κάτω από τα γκολπόστ. «Ήταν ένα δώρο από τον παππού μου. Μια φανέλα τερματοφύλακα», θυμάται ο Καν. «Μια υπέροχη κίτρινη φανέλα τερματοφύλακα που έφερε την υπογραφή του Σεπ Μάιερ. Εκείνη την εποχή, στα μέσα της δεκαετίας του 1970, ήταν ο καλύτερος τερματοφύλακας στη Γερμανία και ένας από τους κορυφαίους του κόσμου. Όταν ο παππούς σου, σου δίνει μία φανέλα τερματοφύλακα, τότε δεν έχεις επιλογή από το να τη φορέσεις την αμέσως επόμενη φορά. Το έκανα, λοιπόν, και είπα “Εντάξει θα του κάνω τη χάρη και θα κάτσω στο τέρμα”. Από τότε δεν έφυγα ποτέ κάτω από τα δοκάρια».

Τα χρόνια στην Καρλσρούη

Έχοντας περάσει τα εφηβικά του χρόνια ακολουθώντας ευλαβικά την πρώτη ομάδα της Καρλσρούης, ο Καν έκανε τελικά το ντεμπούτο του στη Μπουντεσλίγκα στα μέτα της σεζόν 1987-88. Αντικαθέστησε τον Αλεξάντερ Φαμούλα που αποβλήθηκε σε αγώνα κόντρα στη Κολωνία. Αυτό δεν πήγε και πολύ καλά. Δέχτηκε 4 τέρματα αλλά το ξεπέρασε γρήγορα. Μετά από μία εντός έδρας ήττα με 2-0 κόντρα στη Βέρντερ Βρέμης την επόμενη εβδομάδα, ο Καν ξαναγύρισε στον πάγκο και η αμφισβήτηση προς το πρόσωπό του ξεκίνησε. Η κριτική δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Θα έπρεπε να περιμένει άλλα τρία χρόνια για να γίνει ο βασικός γκολκίπερ. «Όταν έγινα πρώτη επιλογή για την Καρλσρούη, για μένα αυτό σήμαινε ότι είχα πετύχει τα πάντα», παραδέχτηκε. «Όμως όσο περισσότερο δουλεύεις και όσο περισσότερο προπονείσαι, τόσο περισσότερο συνειδητοποιείς ότι μπορείς πάντα να βελτιωθείς λίγο».

 

 

Εκείνη την περίοδο η Καρλσρούη ήταν μία ομάδα ασανσέρ μεταξύ πρώτης και δεύτερης κατηγορίας. Όλα αυτά μέχρι να κάτσει στην άκρη του πάγκου ο Βίνφριντ Σέφερ και με τον ανερχόμενο σταρ Καν στο τέρμα, να φέρουν την «Χρυσή Εποχή» για τον σύλλογο στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Στις τρεις χρονιές του Όλιβερ Καν (1991-94) τερμάτισαν 8οι, 6οι και 6οι στην Μπουντεσλίγκα με το «κερασάκι στην τούρτα» να έρχεται τη χρονιά 1993-94 που έφτασαν μέχρι τα ημιτελικά του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ. Εκείνη η ομάδα είχε «πετάξει» έξω την Αϊντχόφεν, συνέτριψε τη Βαλένθια με 7-0, την Μπορντό του Ζινεντίν Ζιντάν, τη σπουδαία Μποαβίστα και αποκλείστηκε από την αυστριακή Σάλτσμπουργκ. Αυτές οι εμφανίσεις άνοιξαν την πόρτα της Εθνικής Γερμανίας και της Μπάγερν Μονάχουν στον Όλιβερ Καν.

 

 

Η μετακόμιση στο Μόναχο

Όταν τον Ιούλιο του 1994 έβαλε την υπογραφή του στο συμβόλαιο συνεργασίας που του πρόσφερε η Μπάγερν, αυτομάτως έγινε ο ακριβότερος τερματοφύλακας στην ιστορία του γερμανικού ποδοσφαίρου. Εκεί συνάντησε τον πρώην συμπαίκτη του στην Καρλσρούη, Μεχμέτ Σολ. «Πολλοί παίκτες της Καρλσρούης είχαν φύγει για την Μπάγερν και ο Ούλι Χένες είχε την υπέροχη ιδέα να με πάρει τηλέφωνο στα τέλη του 1993 και να με ρωτήσει αν φανταζόμουν τον εαυτό μου στο Μόναχο», εξήγησε ο Όλιβερ. «Η μετακόμιση δε σήμαινε ότι είχα πετύχει τους στόχους μου. Πολλοί άνθρωποι πήγαν στη Μπάγερν και είπαν ότι τα έχουν κάνει όλα στην καριέρα τους. Για μένα, η μετακόμιση από την Καρλσρούη στην Μπάγερν ήταν στην πραγματικότητα η αρχή των πάντων».

Τότε, στα 25 του, ο Καν τέθηκε υπό την κηδεμονία του θρυλικού Μάιερ, τη φανέλα του οποίου του είχε δώσει δώρο ο παππούς του. Ο Μάιερ είχε κερδίσει τα πάντα ως το Νο. 1 της Μπάγερν: 4 πρωταθλήματα Γερμανίας, 3 ευρωπαϊκά κύπελλα, 4 κύπελλα Γερμανίας και 1 Κύπελλο Ουέφα. Ο Μάιερ έγινε προπονητής τερματοφυλάκων της Μπάγερν πριν από την περίοδο 1994/95 και ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για να καθοδηγήσει έναν φιλόδοξο νεαρό τερματοφύλακα που επίσης ονειρευόταν να γίνει ο καλύτερος στη θέση του. «Είπα γρήγορα στον εαυτό μου, νομίζεις ότι είσαι καλός; Ξέχνα το!», παραδέχτηκε ο Καν μετά την πρώτη απαιτητική προπόνηση υπό τις οδηγίες του Μάιερ. «Υπήρχε ένα άλλο επίπεδο τερματοφύλακα που μπορούσες να φτάσεις και ο Σεπ Μάιερ, μου το ξεκαθάρισε γρήγορα: Υπήρχε πολλή δουλειά να γίνει».

Όπως ακριβώς συνέβη με την Καρλσρούη, έτσι και με την Μπάγερν Μονάχου έπρεπε να περιμένει αρκετά χρόνια για να γευτεί την πρώτη επιτυχία. Ένας τραυματισμός στους χιαστούς τον απέκλεισε για πέντε μήνες τη σεζόν 1994/95 και και μόλις στην τρίτη του χρονιά, το 1996/97, οι Βαυαροί βρέθηκαν σε θέση να κερδίσουν τον 13ο τίτλο τους στην Μπουντεσλίγκα. Η ομάδα του Τζιοβάνι Τραπατόνι αντιμετώπισε την Στουτγάρδη την προτελευταία αγωνιστική, γνωρίζοντας ότι με νίκη εξασφάλιζαν το στέμμα για πρώτη φορά μετά από τρία χρόνια. Η Μπάγερν κέρδισε με 4-2 και για πρώτη φορά ο Καν πήρε στα χέρια του τη «σαλατιέρα».

«Τα πράγματα δεν λειτουργούσαν ποτέ στην αρχή», παραδέχτηκε ο Καν. «Ήταν ένα περίεργο φαινόμενο που με συνόδευε σε όλη μου την καριέρα. Υπήρχαν πολλές στιγμές που σκεφτόμουν πως έπρεπε να τα παρατήσω αλλά το όραμα να γίνω ένας από τους καλύτερους τερματοφύλακες πάντα με βοηθούσε σε αυτές τις δύσκολες στιγμές. Φρόντιζα να μην έχανα την προοπτική και διατηρούσα πάντα αυτήν την αίσθηση της επιθυμίας».

 

 

Ένας «πεινασμένος λύκος»

Έγινε γνωστός για την έντονα αγωνιστική του συμπεριφορά. Ο ίδιος την ονόμασε ως «θετική επιθετικότητα», όρος που πέρασε στη λαογραφία του γερμανικού ποδοσφαίρου. Σε ισόπαλο ματς με την Μπορούσια Ντόρμουντ τον Απρίλιο του 1999, δάγκωσε το μάγουλο του Χάικο Χέρλιχ και έδειξε στον Στεφάν Τσάπουισατ τις ικανότητές του στο κουνγκ-φου σε μία έξοδο έξω από την περιοχή. Έχει χτυπήσει στη μύτη τον Μίροσλαβ Κλόσε, έχει αρπάξει τον Τόμας Μπρντάριτς από τον λαιμό, με τον επιθετικό της Μπάγερ Λεβερκούζεν να τονίζει ότι «φοβόταν για τη ζωή» του. Φυσικά ο Καν δεν το άφησε αναπάντητο, αναφέροντας ειρωνικά πως «το ποδόσφαιρο είναι αντρικό παιχνίδι». Ωστόσο δεν ήταν μόνο οι αντίπαλοι. Ακόμη και οι συμπαίκτες του δεν ήταν απολύτως ασφαλείς, με τον Μεχμέτ Σολ να λέει κάποτε ότι φοβόταν μόνο δύο πράγματα στη ζωή: τον πόλεμο και τον Όλιβερ Καν.

 

 

«Συχνά χρησιμοποιώ τη γλώσσα του σώματός μου για να δείξω στην ομάδα μου την πλήρη παρουσία και για να ενσταλάξω σεβασμό ή ακόμα καλύτερα φόβο στους αντιπάλους μου», εξήγησε ο Καν. «Οι τερματοφύλακες χρειάζονται ένα στοιχείο παραφροσύνης. Ποιος άλλος θα στεκόταν εκεί και θα επέτρεπε στους ανθρώπους να σουτάρουν μπάλες στο πρόσωπο του και να πιστεύουν ότι είναι υπέροχο;».

Ένας τελειομανής με εμμονή με τις νίκες, ο Καν συχνά έπαιζε σαν δαιμονισμένος και δίχασε το γερμανικό κοινό. Για τους οπαδούς της Μπάγερν έγινε καλτ ήρωας, κερδίζοντας παρατσούκλια όπως «Ο Τιτάνας» ή «Κινγκ Καν», ενώ οι υπόλοιποι εκνευρίζονταν ή κορόιδευαν την έντονη συμπεριφορά του.

Η χρυσή τριετία

Η καριέρα του Καν εκτείνεται σε δύο δεκαετίες από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 έως το καλοκαίρι του 2008, ωστόσο τα «χρυσά χρόνια» της αθλητικής του κληρονομιάς βρίσκεται σε μια τριετία μεταξύ 1999 και 2002. Τότε ήταν χωρίς αμφιβολία ο καλύτερος τερματοφύλακας στον κόσμο. Ήταν τα τρία χρόνια που έζησε -σχεδόν- τα πάντα. Αρχικά ο τελικός του 1999 στη Βαρκελώνη με τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ να ρίχνει στο καναβάτσο την Μπάγερν. «Το χτύπημα ήταν τόσο βαθύ που έπρεπε να κάνουμε υπέρβαση αγωνιστική και ψυχολογική για δύο χρόνια ώστε να κερδίσουμε το Τσάμπιονς Λιγκ». Πράγματι, η λύτρωση ήρθε στις 23 Μαΐου 2001 στο Σαν Σίρο του Μιλάνου. Έχοντας βοηθήσει την ομάδα του να πάρει εκδίκηση από τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, ο Καν αποδείχθηκε ο ήρωας του τελικού κόντρα στη Βαλένθια, πιάνοντας τα πέναλτι των Ζλάτκο Ζάχοβιτς, Αμεντέο Καρμπόνι και Μαουρίσιο Πελεγκρίνο. Εκτός από το ότι πήρε στα χέρια του το τρόπαιο του Τσάμπιονς Λιγκ, ο Καν έλαβε αργότερα ένα βραβείο Fair Play της UEFA για την αγκαλιά παρηγοριάς στον συνάδελφό του Σαντιάγκο Κανιθάρες μετά το τέλος του αγώνα.

 

 

«Μπορούσα πραγματικά να νιώσω τι ένιωθε εκείνη τη στιγμή, γιατί δύο χρόνια πριν είχα χάσει έναν τελικό Champions League και ξέρω πώς νιώθει ένας τερματοφύλακας», εξήγησε ο Καν. «Είχε κάνει δύο ή τρεις αποκρούσεις πέναλτι, αλλά ήταν ακόμα στην πλευρά των ηττημένων. Ήξερα τι περνούσε».

Το επόμενο καλοκαίρι, ο Καν θα χρειαζόταν και ο ίδιος μία αγκαλιά παρηγοριάς. Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2002 στα γήπεδα της Ιαπωνίας και της Κορέας, η Γερμανία ήταν ένα το «μαύρο άλογο» της διοργάνωσης. Με ηγέτη τον Όλιβερ Καν κατάφεραν να φτάσουν μέχρι τον τελικό εκεί όπου συνάντησαν την σπουδαία Βραζιλία. Στον τελικό της Γιοκοχάμα, ο «άνθρωπος με τα χίλια χέρια» βρέθηκε απέναντι στο «Φαινόμενο» Ρονάλντο. Στο 67ο λεπτό, ο Ριβάλντο δοκίμασε την τύχη του από απόσταση και ο Καν έκανε το πρώτο και μοναδικό του λάθος στη διοργάνωση. Η μπάλα έφυγε από τα χέρια του και ο Ρονάλντο όρμησε για να κάνει το 1-0. Δώδεκα λεπτά αργότερα ο Ρονάλντο νίκησε για δεύτερη φορά τον Καν, έγραψε το τελικό 2-0 και ο Καν βρέθηκε στην πλευρά των ηττημένων. «Μπορείς να κάνεις 99 φανταστικά παιχνίδια, αλλά να κάνεις ένα λάθος και θα σε θυμούνται γι’ αυτό», είπε. «Ήταν 10 φορές χειρότερο από οποιοδήποτε λάθος που έχω κάνει ποτέ. Ήξερα ήδη εκείνη τη στιγμή ότι θα με ακολουθούσε για το υπόλοιπο της ζωής μου».

 

 

Το θέαμα του Καν να γονατίζει στο τελευταίο σφύριγμα ήταν μια από τις εμβληματικές εικόνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2002, αλλά υπήρξε μια μικρή παρηγοριά καθώς αναδείχθηκε παίκτης του τουρνουά. Επίσης ψηφίστηκε για 3η φορά καλύτερος τερματοφύλακας του κόσμου μετά το 1999 και το 2001. Η κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου δε θα έρθει ούτε μετά από 4 χρόνια. Η Γερμανία φιλοξενούσε το Μουντιάλ, το οποίο κατέκτησε η Ιταλία. Ο Γενς Λέμαν τον αντικατέστησε αλλά κατάφερε να κερδίσει πολλούς υποστηρικτές χάρη στη στάση του. Ήταν γνωστό πως υπήρχε τεράστια κόντρα ανάμεσα στους δύο τερματοφύλακες. Αυτό, όμως, δεν στάθηκε εμπόδιο στον Καν να εμψυχώσει τον Λέμαν στη βασική διαδικασία των πέναλτι κόντρα στην Αργεντινή. Ο τελευταίος έκανε δύο αποκρούσεις και η Γερμανία προκρίθηκε στα ημιτελικά. «Άκουσα τι είπε ο Καν», θυμάται ο προπονητής τερματοφυλάκων Αντρέας Κέπκε. «Δεν ήταν συμβουλή, ήταν ενθάρρυνση. Αυτή η χειρονομία με εντυπωσίασε πάρα πολύ. Ήταν απολύτως ειλικρινής και έδειξε το μεγαλείο του. Υποκλίνομαι μπροστά σε αυτό το αθλητικό πνεύμα του Όλιβερ Καν».

Μία ντουλάπα γεμάτη τρόπαια (εκτός από ένα)

Κρέμασε τα γάντια του στις 17 Μαΐου του 2008. Ήταν η 557η και τελευταία εμφάνισή του και αποχώρησε όντας γεμάτος από διακρίσεις και τίτλους. Οκτώ πρωταθλήματα, έξι Κύπελλα, οκτώ Λιγκ Καπ Γερμανίας, ένα Κύπελλο Ουέφα το 1996, ένα Τσάμπιονς Λιγκ το 2001 και το Διηπειρωτικό Κύπελλο του 2001. Σε 204 αγώνες στη Μπουντσελίγκα δε δέχτηκε τέρμα, ένα ρεκόρ που παραμένει μέχρι σήμερα. Τα σήκωσε όλα εκτός από ένα Παγκόσμιο Κύπελλο. «Δεν θα μπορούσα να έχω ζητήσει περισσότερα όλα αυτά τα χρόνια», παραδέχτηκε ο Καν. «Απλώς νιώθω ευγνώμων που το σώμα μου άντεξε για τόσο καιρό και μπόρεσα να γιορτάσω τόσες μεγάλες επιτυχίες σε έναν σύλλογο όπως η Μπάγερν. Δεν είναι πάντα οι μεγάλοι τίτλοι που σε συνδέουν με τις πιο όμορφες στιγμές. Μερικές φορές είναι οι μικρότερες στιγμές».

Ένας σταρ παγκόσμιας κλάσης και ένας από τους πρώτους που κατάφεραν να εμβαθύνουν στις ψυχολογικές πτυχές του παιχνιδιού, ο Όλιβερ Καν ήταν αναμφίβολα ο καλύτερος τερματοφύλακας της γενιάς του και έμπνευση για διαδόχους όπως ο Νόιερ. Άγριος, ατρόμητος και αφοσιωμένος στον σκοπό του, ήταν ένας τιτάνας με όλη τη σημασία της λέξης.



©2016-2024 Ratpack.gr - All rights reserved