6 Ιρλανδοί Ήρωες που θα θέλαμε να τους κεράσουμε μια Guinness

Πιάνουμε κουβέντα στην παμπ με τον Κόνορ ΜακΓκρέγκορ, τον Τζορτζ Μπεστ και άλλους τέσσερις τρελούς και αγαπημένους Ιρλανδούς.

Η Ιρλανδία είναι μια μαγική γη με χιλιάδες pub και άπειρες ιστορίες της μπάρας να διηγηθεί. Ένα μικρό απείθαρχο «χωριό» που δεν γουστάρει να υπομένει τον ζυγό κανενός, που δεν της αρέσουν τα καθώς πρέπει σκηνικά, που μισεί τη «δηθενιά» και διψάει για Guiness και ουίσκι. Το ίδιο συμβαίνει και με τους ήρωές της: αθλητές, μουσικούς, συγγραφείς, και επαναστάτες που έγραψαν τη δικιά τους ιστορία –πάντα με ένα ποτήρι στο χέρι. Τεράστιες ατομάρες που θα θέλουμε να τους κεράσουμε ένα ποτό στην μπάρα για να μας χαρίσουν μερικές μεθυσμένες κουβεντές.

Σήμερα, ανήμερα του St. Patrick’s Day, ανοίγουμε διάλογο με μερικούς θρυλικούς Κέλτες και βρίσκουμε την ευκαιρία να πιούμε μέχρι τελικής πτώσης, μέχρι να μας πετάξουν έξω και από την τελευταία pub.

Με τον Κόνορ ΜακΓκρέγκορ

mcGregor

Μαχητής, πρωταθλητής και γενικά πολεμική μηχανή. Και αν έχουμε μάθει κάτι από τα δημοσιεύματα, είναι πως η αντοχή του στο ποτό είναι τίμια και γενναία. Σε κάθε περίπτωση, ένας τύπος που έχει φάει τα πατώματα στο ΜΜΑ έχει πολλά να πει.

- Ρε συ Κόνορ…όντως τον έχεις σε φάπες τον Φλόιντ, ή θα κάνεις ρόμπα το Δουβλίνο;
- Τρεις σφαλιάρες είναι ο άμπαλος ρε. Όταν ο βλάκας χτυπούσε σάκους, εγώ χτυπούσα κορμιά στις μπιραρίες στο Λίμερικ.
- Ναι αλλά φαίνεται να έχει μεγαλύτερη αντοχή…
- Τι είπες
- ΟΧΙ ΚΟΝΟΡ ΜΗ!

 

Με τον Μάικλ Κόλινς

michael collins speaking 1922 skibbereen

Πολιτικός, στρατιωτικός ηγέτης του IRA και μπεκρομούλαρο από τα λίγα.  Είναι από αυτούς τους τύπους που μετά την 5η μπίρα ξεκινάνε και λένε ιστορίες όμοιες με εκείνες των κυνηγών.

- Και που λέτε τους έχουμε στριμώξει στα στενά! Έχουμε πάρει το πιο αιμοβόρο και σκληρό ύφος, τους βρίζουμε τις μάνες κανά 10λεπτο και είμαστε έτοιμοι να ορμήσουμε. Εκείνοι με λοστούς εμείς με μαδέρια. Χαμός στην Τσαϊνατάουν ένα πράμα, απλά στο Δουβλίνο.
- Και τελικά τι έγινε ρε Μάικλ;;
- Δεν ξέρω, έπεσαν πιστολιές και την έκανα. 

 

Με τον Ρόι Κιν

roy keane

Ποδοσφαιριστής με καρδιά λιονταριού και μυαλό τρομοκράτη, μορφάρα της Manchester United, δε δεχόταν να χάσει με καμία Παναγία. Μασούσε σίδερα, άφηνε νεκρούς και τραυματίες σε κάθε τάκλιν, τρομοκρατούσε συμπαίκτες και αντιπάλους. Διασκέδαση δεν ήξερε τι θα πει, μόνο στις pub έπνιγε τα νεύρα του με ποτά και τσαμπουκάδες.

-Ρόι κάποιοι λένε πως ο Βιεϊρά ήταν καλύτερος μέσος από εσένα

-Ποιος;

-Χαλάρωσε Ροι, μια κουβέντα είπαμε.

-Δε γουστάρω τις κουβέντες. ΠΟΙΟΣ;

-Δε μπορώ να σου πω.

-Να του πεις πως θα τον ψάξω, θα τον κυνηγήσω, θα τον βρω και θα τον σκοτώσω –αυτό να του πεις.

 

Με τον Τζέημς Τζόυς

james joyce

Ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του 20ου αιώνα και ίσως ο πιο επιδραστικός από όλους. Παρά την αυστηρή καθολική καταγωγή του έβαλε φωτιά τόσο στη ζωή του όσο και τη λογοτεχνία με το μεγαλεπήβολο έργο του «Οδυσσέας». Άλλαξε τα μυθιστορήματα μία για πάντα και θα συνιστούσαμε να μην τον κρίνεις από την εμφάνιση: ο άνθρωπος ήτανε τεράστιος μπεκροκανάτας.

-Τζέημς μπορείς σε παρακαλώ να μου πεις γιατί έγραφες τόσο διαβολεμένα δυσανάγνωστα κείμενα;

-Καταρχάς γιατί μπορούσα, δεύτερον γιατί ήθελα και τρίτον γιατί η λογοτεχνία έπρεπε να αλλάξει σελίδα.

-Ναι, αλλά εγώ παραλίγο να κόψω το διάβασμα μετά το «Πορτραίτο του Καλλιτέχνη», μου τσάκισες το νευρικό σύστημα αγαπητέ, Χριστό δεν καταλάβαινα 18 χρονών παιδί ήμουν, δε με λυπήθηκες;

-Δε φταίω εγώ, ο εαυτός σου φταίει που νόμιζες πως θα τον αποφύγεις και όμως πέφτεις συνέχεια πάνω του, διότι κύριε μου το πιο μακρινό ταξίδι είναι ο πιο σύντομος δρόμος για να φτάσεις σε αυτόν τελικά –μην το ξεχνάς. Και ξέρεις κάτι; Όταν ακούω ηλιθιότητες γνωρίζω καλά πως έφτασε η ώρα να παραγγείλω άλλο ένα ποτό, γι'αυτό φύγε από εδώ.

 

Με τον Τζoρτζ Μπεστ

george best

Ποδοσφαιριστής στην ταυτότητα, ποιητής στο χορτάρι, ανυπέρβλητος πότης στο μπαρ, πόθος των γυναικών παντού και πάντα. Γέννημα θρέμμα του Μπέλφαστ, θεός του Μάντσεστερ, o πέμπτος Beattle.

- Ξέρεις, Georgie, εμείς που δεν σε ζήσαμε δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε ότι όντως τα έκανες όλα αυτά;

- Ποια εννοείς, μικρέ;

- Ότι δεν πήγαινες στα ματς γιατί ήσουν σε κάποιο ξενοδοχείο με μια πιτσιρικά, ότι μπορεί να περνούσες τη μισή ομάδα των αντιπάλων, ενώ είχες κατεβάσει τέσσερα μπουκάλια ουίσκι πιο πριν, ότι άργησες να εμφανιστείς στον αγωνιστικό επειδή «κανόνιζες» στα αποδυτήρια ένα μοντέλο, ότι…

- Αυτά είναι αλήθεια. Αυτά και άλλα τόσα, που είτε ο κόσμος τα ξέχασε είτε δεν τα έμαθε ποτέ. Μόνο ένα από τα παραπάνω είναι ψέμα και θα σε παρακαλούσα να το σημειώσεις. Δεν ήταν μία η πιτσιρίκα στο ξενοδοχείο.

- Μία εντυπωσιακή ντρίμπλα στον αγωνιστικό χώρο ή μια ωραία γυναίκα γυμνή στο κρεβάτι σου;

- Η αίσθηση του να μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις με την μπάλα στα πόδια είναι ασύγκριτη. Ωστόσο έμενα μου άρεσαν άλλα βαρετά προγράμματα περισσότερο. Ξέρεις, τα γρήγορα αυτοκίνητα, τα ποτά, ο τζόγος και οι γυναίκες. Τώρα που το σκέφτομαι, μάλλον έζησαν μια βαρετή ζωή, δεν νομίζεις;

- Αν είχες την ευκαιρία να ξαναμεθύσεις όπως τότε, τι θα προτιμούσες: Ουϊσκι, σαμπάνια, μπύρες, τζιν τι;

- Από ένα σημείο και μετά, αρκεί να είναι αλκοόλ. Δεν φαντάζεσαι τι μπορεί να κάνει μια καλή κολόνια.

- Είχες τόσο ανάγκη τα λεφτά ώστε να αναγκαστείς να φορέσεις τη φανέλα μεγαθηρίων όπως της Hong Kong Rangers ή της Sea Bee του Hong Kong;

- Έχω παίξει εκεί μπάλα; Δεν θα πρέπει να ήμουν ποτέ νηφάλιος. Έχω όμως να σου πω μια ιστορία για τότε που πήγα στην Nuneaton Borrough. Ούτε που το ήξερα εκείνο το κατσικοχώρι. Είχα γνωρίσει όμως την Maggie που έμενε με τους δικούς της εκεί. Φίλε, δεν μπορείς να φανταστείς τι βυζιά είχε η Maggie.

Με τον Βαν Μόρισον

van morrison afp getty images

Από τους σημαντικότερους ροκ τραγουδοποιούς όλων των εποχών, ο αγαπητός Βορειοιρλανδός “Van the Man” έγραψε μεγάλη ιστορία βάζοντας στο μίξερ όλες του τις καταβολές: blues, soul, rock και τη μουσική της πατρίδας του από τη μια· στίχους γεμάτους από τη μυρωδιά των ψυχεδελικών 60’s και των σπουδαίων αγγλόφωνων ποιητών από την άλλη. Και ένα αξέχαστο hit με τίτλο “Brown Eyed Girl” που όποτε το ακούμε καψουρευόμαστε ξανά σα μικρά παιδιά.

-Γιατί πίνεις ρε Van πάλι;

-Φίλε μεγάλωσα αλλά μυαλό δεν έβαλα, είναι ένα μελαχρινό στην άκρη του μπαρ που μου θυμίζει τα νιάτα μου.

-Σοβαρά;

-Νομίζω δηλαδή, γιατί δε θυμάμαι και τόσα πολλά από τότε. Γιατί, φίλε μου, όποιος θυμάται τα 60s σημαίνει ότι δεν έζησε τα 60s πραγματικά. Καταλαβαίνεις…

 

Θα θέλαμε να μιλήσουμε και με τη μπάντες που βρίσκονται στο μικρό πάλκο αυτής της φανταστικής -από κάθε άποψης- pub αλλά η αλήθεια είναι πως δε θα είχαμε και μεγάλη επιτυχία με αυτά τα ρεμάλια. Όχι φίλε, γιατί αυτά αγαπητά γερόντια (The Dubliners) μαζί με τα φίλους τους τα πανκιά (The Pogues) δε γουστάρουν πολλές πολλές κουβέντες, μονάχα μπύρα, ουίσκια και τραγούδια της μπάρας μέχρι να λιποθυμήσει και ο τελευταίος θαμώνας.

 

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies
Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τους Όρους Χρήσης