In Time | Βήχος Νίκος I Love Γιβραλτάρ

Πρέπει να φάμε πολλά καρβέλια ψωμί ακόμα, για να φτάσουμε έστω και στο μικρό δαχτυλάκι των παικτών του Γιβραλτάρ.

Αν ανοίξεις το λεξικό στη λέξη «τίμιος», κανονικά πρέπει να σου βγάλει μια φωτογραφία παίκτη του Γιβραλτάρ. Απλά, λιτά, ξεκάθαρα: οι τύποι είναι πιο τίμιοι κι από το Τίμιο Ξύλο. Στην κλίμακα τιμιότητας «Τάσος Πάντος», οι παίκτες του Γιβραλτάρ τερματίζουν το τιμιόμετρο τόσο πολύ, που θα έκαναν ακόμα και τον Τάσο να δακρύσει από υπερηφάνεια.

Μας έλαχαν αυτοί για τον τελευταίο αγώνα του ομίλου, ώστε να σφραγίσουμε την πρόκριση στα play-offs. Αφού κοιμήθηκε ο Θεός, συνωμότησε το σύμπαν, ευθυγραμμίστηκαν τα άστρα και γέννησαν ακόμα και τα κοκόρια μας, βρεθήκαμε ξαφνικά να κρατάμε την πρόκριση στα δικά μας πόδια - είχαν φροντίσει οι Βόσνιοι να αυτοκτονήσουν με το αδιάφορο Βέλγιο και οι Σλοβάκοι να γίνουν αυτοί οι χειρότεροι δεύτεροι των ομίλων και να μείνουν εκτός του πάρτυ των play-offs.

Αφού λοιπόν συνέβησαν όλα αυτά τα πράγματα και εμείς πήραμε 12άρι από τους Κύπριους αδελφούς, είχαμε μόνο ένα τελευταίο εμπόδιο να ξεπεράσουμε: το Γιβραλτάρ. Τη χειρότερη ομάδα του ομίλου. Τη χειρότερη ομάδα όλων των ομίλων. Αυτούς που όποτε βάζουν κανένα γκολ (όχι και πολύ συχνά είναι η αλήθεια) ανοίγουν σαμπάνιες κι ανακηρύσσουν τη μέρα σε Εθνική Αργία. Αυτούς που παράλληλα είναι η ομάδα που αγαπώ όσο ελάχιστες.  

Ψαράδες, λογιστές, τελωνειακοί υπάλληλοι, τραπεζικοί, ταχυδρόμοι, εκκενώσεις βόθρων «Ο Αχόρταγος»: αυτές είναι ή θα μπορούσαν να είναι οι κανονικές δουλειές αυτών των υπέροχων τύπων που απαρτίζουν την Εθνική ομάδα του Γιβραλτάρ και τα απογεύματα, όταν τελειώνουν τις δουλειές τους, όταν δεν έχουν άρρωστο το παιδί, όταν δεν τους έχει πει η γυναίκα τους να πάνε σούπερ - μάρκετ ή να πάνε επίσκεψη στη μάνα της, μαζεύονται για να κάνουν καμιά προπόνηση. Και μετά, όποτε υπάρχει αγώνας στο πρόγραμμα, πάνε Βέλγιο, Ελλάδα, Κύπρο ή Εσθονία για ματς, ή υποδέχονται στο Γιβραλτάρ τους αντιπάλους τους, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι έχουν χάσει το παιχνίδι πριν ακουστεί το πρώτο σφύριγμα.

Untitled design 2Photo Credits: In Time | Βήχος Νίκος

 

Αλλά αυτό ουδέποτε τους ένοιαξε. Το μόνο που τους ενδιαφέρει, είναι η χαρά της συμμετοχής, τα ταξίδια σε διάφορα μέρη της Ευρώπης, να αλλάξουν φανέλες με κανέναν παίκτη απ’ αυτούς που χαζεύουν στην τηλεόραση και να κάνουν το κέφι τους. Αν είναι τυχεροί, θα φάνε 4-5 γκολ. Αν είναι άτυχοι, θα μαζέψουν 7 κι 8. Ε, και; Ποιος μετράει; Μόνο κάτι κομπλεξικοί και αριθμολάγνοι που κάθονται και ασχολούνται με νούμερα, αντί να ασχολούνται με το μεγαλείο αυτών των τύπων, που ουδέποτε μάσησαν στις δυσκολίες, ουδέποτε έσκυψαν το κεφάλι και ουδέποτε παρακάλεσαν να τους λυπηθούν και να σταματήσουν να τους φορτώνουν τα δίχτυα με γκολ.

Η Εθνική Γιβραλτάρ, είναι η κλασσική περίπτωση του «αν δεν είχα χτυπήσει το πόδι μου μικρός, ξέρεις πού θα έπαιζα; Μέχρι Εθνική ομάδα!». Εκεί, συμβαίνει ακριβώς αυτό: όποιος δεν έχει χτυπήσει το πόδι του μικρός και σκαμπάζει πέντε πράγματα από ποδόσφαιρο, μπορεί να παίξει Εθνική. Ακόμα κι αν έχει χτυπήσει το πόδι του εδώ που τα λέμε ή δεν σκαμπάζει πολλά από μπάλα, θα μπορούσε να έχει γράψει μερικές συμμετοχές στην Εθνική Γιβραλτάρ. Εγώ, εσύ που διαβάζεις, ο γιος σου, ο αδελφός σου, ο μπαμπάς σου, ο θείος σου ο κοιλαράς, ο γείτονας που πίνετε μπύρες τα Σαββατοκύριακα, θα μπορούσαμε να είμαστε βασικοί στην Εθνική.

Κι αν αυτό δεν είναι νίκη της Δημοκρατίας, αν δεν είναι μια περήφανη επιτυχία κατά του κοινωνικού ρατσισμού που λέει ότι για να παίξεις μπάλα πρέπει να είσαι fit, γρήγορος, μπαλωμένος, να σουτάρεις, να μαρκάρεις, να τρέχεις κι όλες αυτές τις βλακείες, τότε τι άλλο μπορεί να είναι;

Ναι, κανονικά σήμερα θα «έπρεπε» να ασχολούμαι με την Εθνική Ελλάδας, που νίκησε το Γιβραλτάρ και πάει στα play-offs. Σόρι, αλλά εγώ αγάπησα το Γιβραλτάρ. Αγάπησα τον τερματοφύλακα που έκανε καθυστερήσεις από το πρώτο δεκάλεπτο. Αγάπησα τους παίκτες που δυσκολεύονταν να αλλάξουν τέσσερις μπαλιές. Που έκαναν σουτ το οποίο έφυγε δυο στρέμματα άουτ κι ένιωσαν περήφανοι. Αγάπησα τον υπάλληλο του σούπερ - μάρκετ που θα τον ρωτάνε σήμερα οι πελάτες «πώς ήταν η Αθήνα;» και «πήγες καμιά βόλτα στην Ακρόπολη;», τον ταχυδρόμο που θα τον ρωτήσει η γυναίκα του τι της έφερε από τα Duty - Free και τον μπακάλη που θα κρεμάσει τη φανέλα του Μήτρογλου πάνω από το ταμείο. Αγάπησα αυτούς που λέγονται «οι παίκτες του Γιβραλτάρ» - πώς να τους πεις δηλαδή, Γιβραλτιανούς; Γιβραλτάριους; Γιβραλταρένιους; Όλοι οι υπόλοιποι, οι «επαγγελματίες», «αυτοί που ονειρεύονται μεγάλη καριέρα και πολλά χρήματα», όσοι παίζουν μπάλα για να γίνουν φίρμες και να πηγαίνουν στο Βέρτη με μοντέλες, μέχρι να αποσυρθούν και να ανοίξουν καμιά καφετέρια, να είναι πάντα καλά και να πετύχουν όσα λαχταρά η καρδιά τους.

Αλλά ευτυχισμένοι άνθρωποι, είναι οι Γιβραλτάριοι της καρδιάς μας. 

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies
Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τους Όρους Χρήσης