New Press- Springer | Getty Images Όταν ο Ντελ Πιέρο μού έμαθε τι σημαίνει ομορφιά

Τα γενέθλια του είναι αφορμή να θυμηθούμε γιατί αγαπάμε το ποδόσφαιρο.

Όταν ο Ντιέγκο πάτησε στο χορτάρι της Τούμπας για να προσφέρει την πιο θεαματική προθέρμανση που έχουν παρακολουθήσει ποτέ οι Έλληνες οπαδοί, ήμουν μικρός για να τη θυμάμαι. Το κυριότερο δεν ήμουν (ούτε είμαι) ΠΑΟΚ, οπότε αυτό που συνέβαινε στην Τούμπα (βλακωδώς) δεν θα το παρακολουθούσα. Προφανώς δεν τίθεται καν θέμα να είχα αναμνήσεις από Σόκρατες ή Ζήκο ή Φαν Μπάστεν. Ο Ρομάριο ναι μεν είχε όλα τα απαραίτητα για να κλείσει διαρκείας στην παιδική μου φαντασία, αλλά για κάποιο λόγο έφαγε πόρτα. Για να μην τα πολυλογώ, πέρασα ένα μήνα «καψούρας» με τον Γιακινί (όπως και όλοι οι Ολυμπιακοί) και έπειτα έψαχνα για νέο ξένο αγαπημένο παίκτη. Δεν ήταν εύκολο να τον βρεις.

Ίσως να ακούγεται εξωπραγματικό σήμερα, αλλά μιλάμε για εποχές με dial up internet, με ένα μόνο αθλητικό συνδρομητικό, που ήταν στα πρώτα του βήματα, και γενικώς με όχι και παρά πολύ διεθνές ποδόσφαιρο στις οθόνες μας. Τα διεθνή τα διαβάζαμε καθημερινά στις εφημερίδες και μία φορά του μήνα στους «Παγκόσμιους».

Ο Ντελ Πιέρο έπαιζε δυνατά στο τραπέζι για αγαπημένος (πάντα πίσω από τον Μπάτζιο) και κοντραριζόταν στα ίσα με τον Ρονάλντο, που είχε κάνει την αυλή του σχολείου να γεμίσει με τη δεύτερη φανέλα, εκείνη τη γαλάζια, της Μπαρτσελόνα. Μέχρι που ήρθε εκείνος ο τελικός του 1997 κόντρα στην Ντόρτμουντ, την ομάδα που εκείνη την εποχή λάτρευαν στη Βεστφαλία και στα rave party στα Οινόφυτα (οι μεν Γερμανοί για την  μπάλα που έπαιζε, οι δε ravers για τη φωσφορίζουσα φανέλα της). Για την ακρίβεια, ήρθε εκείνο το γκολ στο 61’.

 

 

Δεν χρειάστηκε κάποια εξεζητημένη ντρίμπλα. Δεν χρειάστηκε να κρατήσει την μπάλα στα πόδια του πάνω από δύο δευτερόλεπτα. Χρειάστηκε μία στιγμή, ένα χάδι. Τίποτα περισσότερο.

Τέτοια ενέργεια, σε τέτοιο παιχνίδι από παίκτη που μπαίνει στο γήπεδο σαν άλλος μεσσίας, παρά τον τραυματισμό του, να μαζέψει τα ασυμμάζευτα ισοδυναμεί με κράτηση μόνιμης θέσης στο ποδοσφαιρικό σύμπαν ενός πιτσιρικά.

Σε αντίθεση με το alter ego του στο Καμπιονάτο, τον Τότι, που έπαιζε με το συναίσθημα, ο Ντελ Πιέρο έπαιζε με το μυαλό του. Και ήταν αυτό που τον κράτησε για χρόνια μέσα στο παιχνίδι παρά τους τραυματισμούς του. Τον κράτησε πρωταγωνιστή τόσο με τη Γιουβέντους (με την οποία πανηγύρισε 6 πρωταθλήματα και Κύπελλα Ιταλίας και ένα Champions League, όσο και με την εθνική της χώρας του. Το 2006, στο ΠΚ της Γερμανίας, το γκολ που σημείωσε στον ημιτελικό με τη Γερμανία έμοιαζε να κλείνει έναν κύκλο –σαν αυτούς που έκανε γύρω από τα δύσμοιρα στόπερ στα 23 χρόνια της καριέρας του.


Όντως έκλεισε
, αλλά ήταν διαφορετικός από εκείνον που νόμιζε ο ίδιος. Το ίδιο καλοκαίρι η Γιουβέντους θα υποβιβαζόταν για το σκάνδαλο του calciopolis. Εκείνη τη στιγμή αποφάσισε να λειτουργήσει με την καρδιά του –και όχι το μυαλό- και να κρατήσει τον κύκλο ανοιχτό: παρέμεινε στην ομάδα, προσφέροντας ένα έμπρακτο παράδειγμα του τι σημαίνει αρχηγός και ηγέτης. Πέρσασε το ζόρι της Serie B, ήταν εκείθ στην επιστροφή της Γιουνέντους στην Ευρώπη και τους εγχώριους τίτλους και απόλαυσε επί ισπανικού εδάφους, στο Μπερναμπέου το 2008, ένα standing ovation που ταιρίαζει μόνο στους αληθινά μεγάλους. Όταν έφτασε το 2012 και τον βρήκε να πανηγυρίζει το πρωτάθλημα με τη Γιουβέντους, πάλι ένας άλλος κύκλος έμοιαζε να κλείνει: Δεν θα συνέχιζε στη «Μεγάλη Κυρία» και η διοίκηση τοΎ πρότεινε να αποσυρθεί η φανέλα με το 10. Εκείνος αρνήθηκε ώστε η παρακαταθήκη του να περάσει στους επόμενους, όπως ο ίδιος πήρε εκείνη του Μπάτζιο.

Η ιστορία των ομάδων προφανώς κάνει κύκλους. Η καριέρα των παικτών των ίδιο. Αυτό που δεν κλείνει ή ολοκληρώνεται ποτέ είναι η επιρροή τους στο παιχνίδι και στην ψυχή μας.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies
Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τους Όρους Χρήσης