Ο Πολ Πιρς δεν είναι μπασκετμπολίστας, ο Πολ Πιρς είναι ιδέα.

Ο Μεσσίας των Celtics «λύγισε» στο τελευταίο του παιχνίδι στο Boston Garden.

«Οι φίλαθλοι κρατάνε την ανάσα τους εδώ στη Βοστόνη». Επόμενη σκηνή: Ο Πολ Πιρς πηγαίνει  προς τα αποδυτήρια σε αναπηρικό καροτσάκι με τον σπίκερ να υπερθεματίζει «Σίγουρα αυτό δεν είναι το θέαμα που θέλουν να βλέπουν οι Σέλτικς». Λίγα λεπτά αργότερα θα γυρνούσε ετοιμοπόλεμος. Για την τέταρτη περίοδο του πρώτου τελικού του 2008 ενάντια στους Λέικερς.

«Τώρα αυτό είναι όντως το θέαμα που θέλουν να δουν οι φίλοι της Βοστόνης» θα πει ο σπορκάστερ. Ο Truth θα έμπαινε μέσα, θα «καθάριζε» το ματς και θα οδηγούσε την ομάδα του στην κατάκτηση του πρωταθλήματος, με εκείνον να είναι ο αδιαμφισβήτητος MVP των τελικών.

Στα 19 χρόνια καριέρας του ο Πιρς δεν ήταν ποτέ το πρώτο όνομα της Λίγκας. Επιλέχθηκε στο νούμερο 10 του draft, ποτέ δεν είχε τις εξωπραγματικές επιδόσεις, ούτε καν τις άπειρες ατομικές διακρίσεις, δεν κέρδισε ποτέ τον τίτλο του MVP της κανονικής περιόδου. Ήταν όμως ο ηγέτης της Βοστώνης –παρά την παρουσία των Γκαρνέτ, Άλεν- στους δύο τελευταίους τελικούς της (2008, 2010). Αλλά και πιο πριν στα «πέτρινα χρόνια» κρατούσε τη σημαία ψηλά, χωρίς γκρίνια, χωρίς μουρμούρα, χωρίς απειλές ότι θα την κάνει για άλλα πιο εύφορα λιβάδια.

pierce 2

Αυτό δεν το έκανε γιατί ήταν «καλό παιδάκι», το αντίθετο. Ο Πιρς μεγάλωσε κυριολεκτικά μέσα στην αλητεία. Μάλιστα έχει σημάδια-παράσημα για να το αποδείξει. Το 2000 τον μαχαίρωσαν έντεκα φορές μετά από έναν τσαμπουκά σε ένα club. Παραλίγο να πεθάνει. Αλλά όχι, όπως πάντα, ήταν μαχητής ακόμα και κόντρα στον θάνατο.

«Το όνομα μου είναι Σακίλ Ο’Νίλ και ο Πολ Πιρς είναι η γαμημένη η αλήθεια. Γράψτε τα όπως τα λέω και μην αφήσετε τίποτα έξω. Ήξερα ότι μπορεί να ‘παίξει’, απλά δεν ήξερα πως μπορεί να ‘παίξει’ έτσι. Ο Πολ Πιρς είναι η Αλήθεια» είχε δηλώσει κάποτε ο μεγάλος αντίπαλός του. Μια δήλωση που φόρτωνε κι άλλα παράσημα στο πέτο του παίκτη που αποτέλεσε για δεκαπέντε χρόνια της επιτομή του πνεύματος των «Κελτών» -όπως παλιότερα υπήρξε ο Μπιλ Ράσελ και τη δεκαετία του 80’ ο Λάρι Μπερντ. Ομαδικότητα, «μπασκετικότητα», μανία για την νίκη, κυνικότητα όταν χρειαστεί και πάνω από όλα η ομάδα.

Paul Pierce idea

Όλοι ήθελαν να τελειώσει την καριέρα του εκεί που του άξιζε. Όμως η μοίρα του έπαιξε ένα περίεργο παιχνίδι. Θα τον έδιναν ανταλλαγή στους Νετς το 2012, εξασφαλίζοντας παράλληλα ένα σκασμό draft picks, μεγάλη επένδυση για το μέλλον. Εκείνος αποδέχθηκε την κακή του τύχη, όχι μοιρολατρικά, αλλά με αίσθηση ευθύνης. Με τον δικό του «μπασκετικό» θάνατο έδινε ξανά πνοή στην αναγέννηση των Σέλτικς. Ήταν αυτός που θυσιαζόταν πάνω στον σταυρό του trade. Ένας πραγματικός Μεσσίας που θα χάριζε στην ομάδα του νέο αίμα. Αφήνοντας κατά αυτόν τον τρόπο τη βαριά του κληρονομιά:  οι Celtics πρέπει να πρωταγωνιστούν με  κάθε κόστος, ακόμα και με αυτό το βαρύ κόστος της αυτοθυσίας.

Φέτος είναι η τελευταία του χρονιά και η ιστορία του “The Truth” φθάνει στο τέλος της. Χθες με τη φανέλα των Κλίπερς πια, έδωσε το τελευταίο του παιχνίδι στο Boston Garden, ενάντια στην ομάδα που λάτρεψε. Δεν άντεξε όμως τη συγκίνηση. Λύγισε. Έσκυψε και φίλησε το χαραγμένο στο παρκέ σήμα των Κελτών. Έκλαψε από το ασταμάτητο χειροκρότημα και τις ιαχές σεβασμού των φιλάθλων. Η Αλήθεια, ο Μεσσίας, η Πραγματική Μπασκετική Ψυχή των Κελτών έσπασε. Απέδειξε, για άλλη μία τελευταία φορά, αυτό που ξέραμε όσοι τον αγαπήσαμε: πως είναι ιδέα και όχι απλά άλλος ένας super star του NBA.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies
Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τους Όρους Χρήσης