Ο Γιάννης Χαρούλης θα γεμίζει στάδια μέχρι να βουλιάξει η Κρήτη

Αν ήθελες να τον δεις την Παρασκευή στην Αθήνα είχες μόνο δύο ώρες καιρό για να προλάβεις εισιτήριο.

Πρέπει να ήταν ο χειμώνας του 2005-06. Ο Γιάννης Χαρούλης έκανε την πρώτη του μαζική συνάντηση με το αθηναϊκό κοινό, όταν εμφανιζόταν στο  «Δίπλα στο ποτάμι». Δέκα και πλέον χρόνια μετά, σχεδόν τίποτα δεν ισχύει από την παραπάνω πρόταση. Εκείνος ο χειμώνας μοιάζει σαν να είχε συμβεί σε άλλη ζωή. Το «δίπλα στο ποτάμι» δεν υπάρχει πλέον. Και αυτό που θεωρούσαμε τότε «μαζικό» σε καμία περίπτωση δεν προμήνυε ότι ο Χαρούλης θα εξελισσόταν στον πιο δημοφιλή Έλληνα καλλιτέχνη με χαώδη διαφορά από το δεύτερο.

Η προσεχής συναυλία του στην Ακτή Πειραιώς (10/3) ήταν μία ακόμα απόδειξη ότι ο Χαρούλης είναι ο μόνος που μπορεί να γεμίζει τόσο άνετα τέτοιους χώρους. Ένα λιτό ποστ στον προσωπικό του λογαριασμό στο facebook αρκούσε ώστε να εξαντληθούν μέσα σε δύο ώρες τα εισιτήρια.

Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο ούτε και η τελευταία. Το «πακέτο» τριών εμφανίσεων σε «Βράχους», «Πέτρες», Τεχνόπολη είναι κανόνας εδώ και χρόνια, και  η ατάκα «να πάμε Χαρούλη, αλλά σιγά μη βρούμε εισιτήριο» είναι πιο χιλιοπαιγμένη και από τον «Χειμωνανθό» στο airplay του Δίεση.

giannis haroulis ab 2

Όχι πως έχει σημασία, αλλά ο Χαρούλης είναι μόνος που θα μπορούσε εύκολα σήμερα. το 2017, να κάνει μόνος του μια νέα Βουλιαγμένη και να έχει μποτιλιάρισμα μέχρι το Φλοίσβο.

Να κάτσεις να εξηγήσεις γιατί συμβαίνει όλο αυτό, να πεις για τη  φωνή του, για την παρουσία του στην σκηνή κτλ, δεν έχει νόημα. Όχι επειδή δεν εξηγούνται, αλλά επειδή τα έχουν ήδη επισημάνει άλλοι, τόσο οι του συναφιού όσο και αυτοί που πηγαίνουν στις συναυλίες με την ίδια ευλάβεια που οι συνταξιούχοι θέλουν να πίνουν τον καφέ τους βλέποντας Αυτιά.

Και στο κάτω-κάτω, κάποια πράγματα συμβαίνουν –έτσι απλά. Δεν υπονοώ ότι έκατσε στον Χαρούλη κάποιο Τζόκερ αγάπης και απήχησης. Είναι ταλαντούχος, η μπάντα του είναι επίσης ταλαντούχα και δεμένη, η δισκογραφία του, αν και αραιή (χωρίς να είναι απαραίτητα δική του ευθύνη αυτό), είναι στιβαρή. Ωστόσο, αυτό που συμβαίνει επί σκηνής είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο και σπουδαιότερο από το άθροισμα όλων των επιμέρους συνιστωσών. Είναι κάτι που έρχεται από μακριά.

Κάπου στα μισά τον συναυλιών του συνηθίζει να λέει «Χάρης Γιαννούλης στο λαούτο, Γιάννης Χαρούλης στη φωνή». Οι συστάσεις κρίνονται απαραίτητες όχι μόνο διότι κυλάει ρακή στις φλέβες σου και δεν είναι το φόρτε σου να συγκρατείς ονόματα, αλλά κυρίως επειδή ο ίδιος ο Χαρούλης σε πιάνει από το χεράκι και σε πηγαίνει στα βασικά της μουσικής. Εκεί όπου φασκιώθηκε, κάτω από σκιές θεόρατων βράχων και δίπλα σε ρυάκια. Και όλα αυτά, δίχως στάλα φολκλόρ (όσο και αν η προηγούμενη πρόταση έκανε ακριβώς αυτό), αλλά με μια ειλικρινή και άσβεστη περιέργεια που είναι ταυτόχρονα οικεία και αναπάντεχη.

Νιώθεις σαν γυρνάς στο παιδικό σου δωμάτιο που το ξέρεις πιθαμή προς πιθαμή, μα όλο και κάτι καινούργιο θα δεις: μια διαφορετική σκιά έτσι όπως στεγνώνει το απογευματινό φως στον τοίχο ή μια μικρή κλίση στο κάδρο του πίνακα. Δεν είναι νοσταλγία. Είναι η πατρίδα σου, εκεί όπου ξεκίνησαν όλα.

Ίσως η πιο κλασική «χορογραφία» του κοινού σε οποιαδήποτε συναυλία, σε οποιοδήποτε μέρος είναι αυτό το τέντωμα του χεριού στον αέρα. Αυτά τα υψωμένα χέρια που αν τα βλέπεις από τη σκηνή, θα μοιάζουν με κύματα που σβήνουν πάνω στη σκηνή. Στις συναυλίες του Χαρούλη, που παίζει να έχει το πιο πιστό κοινό εκεί έξω, ξέρεις ότι όλα αυτά τα χέρια μπορούν μετά από μερικές μέρες να σηκώνονται σε ένα υπόγειο που παίζει μια πανκ σχολική μπάντα μέχρι μια μεγάλη πίστα.

Ο Χαρούλης δεν είναι αρεστός στους πολλούς. Είναι ειλικρινής με τον καθένα που τον ακούει, και χωρίς να το κάνει θέμα «τον κόσμο φέρνει ανάποδα, τη Γη μέσα στο πιάτο».

 

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies
Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τους Όρους Χρήσης