Ακόμη και το Voice φωνάζει πως το ροκ αργοπεθαίνει

Ο Χρήστος Μπαρούνης βγάζει το καπέλο στις δύο ροκ φωνές του γνωστού talent show

Όποιος επιλέγει τον δρόμο του ροκ σε αυτή τη χώρα είναι νομοτελειακά τελειωμένος. Και καταδικασμένος να παίζει με την μπαντούλα του σε κάνα μαγαζάκι στο κέντρο της Αθήνας για την καύλα του. Άντε και για το μεροκάματο. Καριέρα δεν θα κάνει ποτέ των ποτών. Εκτός αν του χρωστάει ο Θεός. 

Στην Ελλάδα, για να κάνεις καριέρα στη μουσική, για να σταθείς στη σκηνή και να φανεί στο χειροκρότημα, στα λουλούδια και στις selfie, θα πρέπει να επιλέξεις τον δρόμο του σκυλαϊκού ή εκείνον του εντεχνολαϊκού που κι αυτό όμως έχει αρχίσει να ξεφουσκώνει, καθώς η κάνουλα μοιάζει να κλείνει επικίνδυνα.

Υπάρχει βέβαια και η άλλη όψη του νομίσματος, που λέει ότι με μία απλή λαϊκή φωνή δεν μπορείς να διακριθείς. Και φαίνεται ότι τα talent show έχουν πάψει να ψάχνουν από τέτοιες φωνές, αφού γέμισε ο τόπος από δαύτες! Εξ ου και ο νικητής, Γιάννης Μαργάρης, που δεν τον κατατάσσεις ούτε στο λαϊκό, ούτε στο ροκ. Απέχει πολύ κι απ’ τα δύο.

Σε αυτόν, όμως, χρώσταγε ο Θεός. Όχι μια καριέρα, αφού οι περισσότεροι νικητές αυτών των διαγωνισμών συνήθως ξεχνιούνται και τα ονόματά τους γίνονται ατάκα λησμονιάς (και όχι… αναπόλησης) στα χείλη των ίδιων που τους ψήφισαν: «Ρε συ, τι έγινε εκείνος ο πώς τον λένε, Γιάννης Μαργαρίτης;». Καριέρα δεν ξέρω αν του χρώσταγε, αλλά του χρώσταγε μια φωνή, πολυδιάστατη και σπάνια για τα ελληνικά δεδομένα.

Κι όταν αυτή η φωνή έχει ένα εύρος που ξεκινάει από Φραγκούλη και φτάνει μέχρι «4 Non Blondes», έχει ένα χάρισμα που μπορεί να τραγουδάει ελληνικά και αγγλόφωνα, αντρικά και γυναικεία με χροιά μαύρης σοπράνο, ε κάπου είναι λογικό να κερδίσει. Να κάνει καριέρα στην Ελλάδα δύσκολα, γιατί αν το καλοσκεφτείς δεν θα έχει πού να τραγουδάει. Στα μπουζούκια δεν έχει καμία δουλειά αυτή η φωνή, σε κλαμπ τι ακριβώς να τραγουδήσει, άντε να εμπλακεί με το θέατρο. Μέχρι εκεί.

Το μεγαλύτερο συμπέρασμα που βγαίνει από έναν ακόμη μουσικό διαγωνισμό είναι ότι το ροκ στην Ελλάδα έχει πεθάνει. Δεν έχουν πεθάνει οι εκπρόσωποί του (πάλι καλά). Η φιλοσοφία του, όμως, και η οντότητά του σε αυτή τη χώρα ξεψυχούν. Δυστυχώς. Αλλά έτσι είναι. Και φάνηκε σε δύο απτά παραδείγματα και σε αυτό talent show. Με δύο μουσικούς που κατάφεραν να κρατήσουν μέχρι τέλους ψηλά, πολύ ψηλά τη σημαία της ροκ μουσικής. Ο Γιάννης Παντελαίος με το «Kashmir», το οποίο και… ξέσκισε με κραυγές που θα θαύμαζε και ο ίδιος ο Robert Plant.

Κι όμως, στα αυτιά του ελληνικού κοινού, όμως, αυτές οι εκπληκτικές ψηλές ήταν ακαταλαβίστικες, κουραστικές και γελοίες. Όπως είχε κάνει και με το «Highway to hell», σε μία συγκλονιστική ερμηνεία.

Και ο Άκης Κακαγής, που τραγούδησε και έπαιξε Lenny Kravitz, με ένα πολύ ροκ προφίλ και περίσσιο κιθαριστικό ταλέντο. Μόνο που στα μάτια του κοινού η κιθάρα είναι διακοσμητικό στοιχείο. Σιγά, μωρέ την κιθάρα; Κι εμείς ξέρουμε guitar hero! Και σιγά το «Superstition» που είχε πει τις προάλλες. 

Αμφότεροι θα μπορούσαν κάλλιστα να νικήσουν, αν την κριτική επιτροπή αποτελούσαν Lenny Kravitz, Robert Plant, Axl Rose και… Stevie Wonder! Αμφότεροι πήγαν σπίτια τους. Και θα συνεχίζουν να παίζουν με τις μπάντες τους ή μόνοι τους σε γειτονικά μαγαζάκια. Για ακόμη μια φορά, αποδείχτηκε ότι η ροκ στην Ελλάδα αποτελεί περασμένο μεγαλείο. Ελληνική και ξένη. Και σε δημιουργία και σε εκτέλεση και σε ακρόαση.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies
Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τους Όρους Χρήσης