Ωδή στον άντρα που πίνει μόνος του στην μπάρα

Ένας συντάκτης του Ratpack θυμάται το βράδυ που πήρε τη θέση του πρωταγωνιστή στον πίνακα του Hopper.

Την 21η Ιανουαρίου του 1942, ενώ ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος κατέκαιγε όλη την οικουμένη, ο σπουδαίος Aμερικανός ζωγράφος Edward Hopper ολοκλήρωνε τον πίνακά του με τίτλο “Nighthawks”. Σε όλη του τη ζωή, μέχρι της 15 Μαΐου του 1967 που θα έφευγε από τον μάταιο τούτο κόσμο, το συγκεκριμένο έργο θα ήταν το πλέον διάσημο δημιούργημά του. Θα έμενε στην ιστορία ως έμβλημα τόσο για την τέχνη του όσο και για κάτι άλλο: για την εικόνα του άντρα που πίνει μόνος του στο μπαρ. 

Προσωπικά δεν είμαι από εκείνους που τα καταφέρνουν να τρίβουν τους αγκώνες τους στην μπάρα χωρίς παρέα. Νιώθω κάπως άβολα. Πιστεύω ότι ίσως δίνω στόχο για σχόλια του τύπου «τώρα αυτός τι κάνει μόνος του εδώ;». Ζορίζομαι όταν οι άλλοι γελάνε με τις παρέες τους, πιάνουν το κορίτσι τους αγκαζέ και πίνουν στην υγειά του, εγώ να είμαι σαν την καλαμιά στον κάμπο. Και ζηλεύω φριχτά όσους μπορούν να το κάνουν (συχνά).

Να είναι ελεύθεροι στην μοναξιά τους.

Υπήρξε όμως μία φορά που το έκανα. Και δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Γιατί δεν πάνε πάντοτε «όλα δεξιά» στη ζωή σου. Υπάρχουν και οι «στραβές». Και καμιά φορά είναι τόσο δυνατές που μπορούν να σε γονατίσουν.

Πριν αρκετά χρόνια, μία καθημερινή γύρω στις δέκα το βράδυ, μετά από ένα απόγευμα που πίστευα ότι τα έχω χάσει όλα, βρέθηκα μόνος στο αυτοκίνητό μου. Τόσο μόνος όσο ποτέ ξανά δεν είχα νιώσει στη ζωή μου. Καμία μάνα, κανένας πατέρας ή αδερφός, κανένας κολλητός δεν πίστευα εκείνη την ώρα ότι ήταν εκεί για μένα. Το τηλέφωνο δεν χτυπούσε και εγώ δε μπορούσα να το σηκώσω για να καλέσω κανέναν. Πνιγόμουνα.

Μπήκα σε ένα μπαρ στα Βριλήσσια που δεν υπάρχει πια. Σύχναζα εκεί, ήξερα και τον μπάρμαν, απλά ποτέ δε με είχε δει μόνο μου. Κάθισα στην άκρη της μπάρας λες και βρισκόμουν στην άκρη κάποιου γκρεμού έτοιμος να πέσω. Παρήγγειλα. Κάπνιζα το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, λες και μπορούσε η νικοτίνη να ρουφήξει το σκάσιμό μου. Το ποτήρι με το ουίσκι έτρεμε στα χέρια μου, και εγώ προσπαθούσα να πάρω κουράγιο γιατί δε με βαστάγανε τα πόδια μου.

«Τι έχεις;» αυτό μου είπε ο άνθρωπος πίσω από την μπάρα. Δεν του είπα ποτέ τι ήταν αυτό που με είχε κάνει να μοιάζω σα φάντασμα. Πιάσαμε όμως κουβέντα για άλλα, όσο εγώ έπινα το δεύτερο ποτό. Μιλάγαμε άνετα, σα να γνωριζόμαστε χρόνια, σα να καταλαβαίνε καλά ο ένας τον άλλο, σα να μίλαγα δυνατά σε μένα. Και όταν πια σηκώθηκα να φύγω, ένιωθα άνθρωπος ξανά.

Γιατί καμιά φορά για να βρεις τον εαυτό σου, πρέπει να αφήσεις τη μοναξιά να σε καταπιεί, να χαθείς στο σκοτάδι, για να θυμηθείς ξανά ποια είναι τα πραγματικά σημαντικά. Και η μπάρα του μπαρ είναι το καταφύγιο που ψάχνεις χωρίς καν να το ξέρεις. Κάτι που ο άνδρας του Ηopper φαίνεται πως γνώριζε πολύ καλά.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies
Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τους Όρους Χρήσης