Ναι, το σόι πέφτει βαρύ στο στομάχι

Μία μικρή αληθινή ιστορία για ένα χριστουγεννιάτικο δείπνο που κατέληξε στο νοσοκομείο.

Ως παιδί σιχαινόμουν ανέκαθεν τις μαζώξεις με το σόι. Πολλή φασαρία για το τίποτα. Αφορμή για να κουτσομπολέψουν οι παρόντες τους απόντες, να φάνε τον περίδρομο οι άντρες και να ξενερώσουν τα παιδιά. Αν ήσουν λίγο τυχερός μπορεί και να γλίτωνες κάποιες από αυτές -επειδή οι δικοί σου είχαν άλλες υποχρεώσεις και δεν μπορούσαν να παραευρεθούν- το μόνο σίγουρο ωστόσο είναι πως δεν θα γλίτωνες τα εορταστικά δείπνα. Όχι. Με τίποτα. Γιατί η ελληνική παραδοσιακή οικογένεια τρώει κάθε Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά μαζί. Ακόμη και αν ο ένας σιχαίνεται τα συκώτια του άλλου.

maxresdefault

Όμως από όλα αυτά τα χριστουγεννιάτικα δείπνα, δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ εκείνο του 1995. Ήταν ένα ξεμπρόστιασμα, η αποκάλυψη της απάτης όπου όλοι πρέπει να είναι χαρούμενοι και μονιασμένοι υποχρεωτικά. Πολύ περισσότερο, μου δίδαξε πράγματα που πρέπει να αποφεύγονται σε τέτοιες περιπτώσεις, ώστε να μην καταλήξει εκείνη η βραδιά όπως κατέληξε η δική μου.

Αρχικά το «δείπνο» σαν μορφή είναι μία κατηγορία μόνο του. Σταματάς να είσαι αναψοκοκκινισμένος, κάθεσαι στη καρέκλα –το πιθανότερο είναι να βρεθείς ανάμεσα στους γονείς- και καλείσαι να κάνεις ησυχία για να μπορέσουν όλοι να ξεκινήσουν τις ανούσιες συζητήσεις τους. Μου ήταν αφάνταστα δύσκολο να προσπαθώ να κάτσω σε μία καρέκλα χωρίς να βγάζω άχνα. Αβάσταχτο. Δεν κανόνιζαν καν, να καθόμαστε όλα τα ξαδέρφια μαζί ώστε τουλάχιστον η μαγαλύτερη δυσκολία που θα είχαμε να αντιμετωπίσουμε θα ήταν εκείνος ο μακρινός θείος που θα έλεγε «Εγώ θα κάτσω εδώ με τη νεολαία», κι ας είχε 2-3 θέσεις στη πλευρά των «μεγάλων».  

Κάπου εκεί ξεκινάει η υπερβολή της γαστριμαργικής ετοιμασίας. Όπου αντιλαμβάνεσαι πως στο πιάτο σου βρίσκονται ένα σωρό πράγματα που δεν θα ήθελες να δοκιμάσεις. Δηλαδή, δεν υπάρχει απολύτως κανένας σοβαρός λόγος για να αφήσεις την γαλοπούλα ή το κατσικάκι στο φούρνο, για να δοκιμάσεις λαγό στιφάδο, μελιτζανοσαλάτα, μπιφτέκια και μοσχάρι νουά. Για να μην παρεξηγηθώ, τα έτρωγα όλα. Όμως όχι όλα μαζί. Δεν μπορούσα.

Greek Slow Roast Lamb 1

Τα πράγματα βέβαια ζόριζαν όταν ξεκινούσαν οι συγκρίσεις και οι διαφωνίες για τα φαγητά. Όπως όταν εκείνο το βράδυ, η θεία Αλίκη είπε στη μάνα μου να προσέξω με το κατσικάκι γιατί έχει πολύ βούτυρο. Μία άλλη θεία η Γιώτα, που είχε φτιάξει το κατσικάκι, διαμαρτυρήθηκε ότι δεν βάζει βούτυρο αλλά μαργαρίνη και κακώς με τρομοκρατεί.

Εμένα με τρομοκρατούσε κάτι άλλο παρόλα αυτά. Κρατούσα το πιρούνι, πεινούσα και δεν ήξερα αν πρέπει να βάλω την μπουκιά στο στόμα μου ή όχι. Με γλεντούσαν ρε, δεν εξηγείται αλλιώς. Αν θυμάμαι καλά τα πιτάκια δεν τα δοκίμασε κανείς γιατί δεν ήξερε ποιανής το μέρος να πάρει. Μόνο ένας ξάδερφός μου δοκίμασε κρυφά κάνοντας νόημα ότι δεν τρώγονταν.

Ο μεγαλύτερος πονοκέφαλος, ωστόσο, ήταν ο συνδυασμός μουσικής με συζήτηση για πολιτικά. Συζήτησης, ξέρεις, με όρους καφενείου. Με όρους «ποιος την έχει μεγαλύτερη». Μιλάμε τώρα για εποχές που την μουσική, την διάλεγε το εκάστοτε εορταστικό πρόγραμμα που έπαιζε η τηλεόραση. Ρούλα έπαιζε η τηλεόραση; Ακούγαμε ό,τι γούσταρε η Ρούλα. ΕΡΤ έπαιζε; Ό,τι γούσταρε η ΕΡΤ. Απλά επειδή η Ρούλα έσπερνε τότε, έπαιρνε την αποκλειστικότητα με την Γαρμπή, τον Σάκη και κάτι από Αντύπα. Εντάξει, παλευόταν.

Αυτό όμως που δεν παλευόταν με τίποτα, ήταν τα πολιτικά. Από τότε τα έλεγε ο πατέρας μου. «Παιδιά, τα πολιτικά κάνουν κακό στο στομάχι». Χαμπάρι. Ειδικά με τον ξάδερφο της μάνας μου τον Μάκη, που ήταν παλιός συνδικαλιστής στον ΟΤΕ και τόσο ΠΑΣΟΚάρα που όταν έβλεπε τον Αντρέα έβαζε τα κλάματα. Και εκεί γινόταν η φαγωμάρα του αιώνα.

6c667efe0303ada95a749436eef9a824 1fe5bfa4d51487513e64deabe06767a7

Ήταν  η πάσα που περίμενε ο θείος ο Ντίνος, παλιό στέλεχος του ΚΚΕ, για να κράξει τον Τρίτο Δρόμο του σοσιαλισμού και κάτι άλλα περίεργα που τότε δεν τα καταλάβαινα. Ο πιο ξεκαρδιστικός, ήταν μακράν ο θείος Γιάννης, απόστρατος πτέραρχος, που τους έλεγε ότι αν δεν το βουλώσουν θα τους έστελνε στη Λέρο.

Κάτι «Εεε!» από τα αριστέρα, κάτι «Ωπα! Ωπα!» από τα δεξιά, «Γαϊδούρι» ο ένας «Προδότες» ο άλλος, του έβρισε τον πατέρα που ήταν στον ΕΛΑΣ και πλακώθηκαν. Και εκεί ξεκινάει η βαριά μαγκιά κλανιά του Έλληνα. Ότι δηλαδή είναι τυχερός ο άλλος που είναι οι γυναίκες μπροστά γιατί διαφορετικά θα του έδειχνε. Και να κλαίνε οι γυναίκες και να τρώει μπάτσα ο απίστευτος ξάδερφος ο Μιχάλης, γιατί αυτή τη φορά τον έπιασε η μάνα του να τρώει πιτάκι. Ο πατέρας μου να κρατάει τον θείο Ντίνο και ο πτέραρχος να τραγουδά τον ύμνο της Νέας Δημοκρατίας ενώ πετάει κολοκυθοκεφτέδες στους δύο άντρες.

12719 4

Και παρόλο που οι ψύχραιμες της «παρέας» έβγαζαν σιγά-σιγά τα γλυκά, κανείς δεν είχε προσέξει την γιαγιά την Ευαγγελία που, όση ώρα όλοι πλακώνονταν, είχε φάει το βάρος της Γης σε κατσικάκι και είχε πέσει ανάσκελα προσπαθώντας να πάρει ανάσα. Και όταν ο πατέρας μου τρομαγμένος καλούσε το 166, ήταν η ώρα των δύο θειάδων να πιαστούν από το μαλλί, γι’ αυτό το ταλαίπωρο το κατσικάκι που μόνο εκείνο γνώριζε αν τελικά είχε ή όχι μαργαρίνη.

Το καλύτερο όλης της υπόθεσης,  ενώ οι μισοί πήγαν σπίτι νεύρα και οι άλλοι μισοί στο νοσοκομείο περιμένοντας νέα για την γιαγιά Ευαγγελία -η οποία για το στόρι έζησε άλλα πέντε χρόνια- ήταν η ατάκα της αδιανόητα κουρασμένης, ψυχικά και σωματικά, μάνας μου στον διάδρομο του Ευαγγελισμού.

«Να πάτε να πνιγείτε όλοι. Από του χρόνου ο καθένας σπίτι του».

Αφήστε τα εορταστικά δείπνα για όσους τα αντέχει το στομάχι τους. Όχι τα φαγητά τους συγγενείς. Γιατί η πικρή αλήθεια είναι πως δεν μπορούμε να τα πηγαίνουμε καλά με όλους.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies
Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τους Όρους Χρήσης