Καμία 24χρονη δεν έδωσε ποτέ και κανένα δικαίωμα για να πέσει θύμα βιασμού

Για ακόμα μια φορά μια υπόθεση βιασμού μας απασχολεί για τους ίδιους λάθος λόγους.  

Στις πρώτες σκηνές του Leaving Las Vegas βλέπουμε μια από τις πιο σκληρές σκηνές της ταινίας. Η Sera είναι μια από τις εκατοντάδες σεξεργάτριες της πόλης η οποία πέφτει θύμα ομαδικού βιασμού από μια παρέα νεαρών. Η σκληρότητα της σκηνής δεν έχει να κάνει μόνο τον βιασμό ως πράξη βίας, αλλά και με το πώς αυτός (δεν) εκλαμβάνεται από τους δράστες ως μια κακή πράξη. Υπάρχουν μερικές γυναίκες που τους αξίζει να πάθουν ό,τι είναι να πάθουν επειδή έκαναν μια σειρά από «λανθασμένες» επιλογές. 

Ανατρέχοντας στη σκηνή αυτή θυμόμαστε ότι τα πρόσωπα των βιαστών δεν έχουν τη στερεοτυπική εικόνα του «δράκου», είναι χαμογελαστοί, περιποιημένοι και σε λίγα χρόνια θα είναι ευηπόληπτοι στυλοβάτες του American Dream με εφόδιο το πολύτιμο college degree. Δεν έχουν συναίσθηση της πράξης τους και είναι πολύ πιθανό στο άκουσμα της είδησης ενός αποτρόπαιου εγκλήματος αρπαγής και βιασμού μιας τυχαίας γυναίκας στον δρόμο, να σοκαριστούν όσο και ένας οποιοσδήποτε άλλος άνθρωπος.  Αυτή είναι η περίφημη κουλτούρα του βιασμού που θέλει να σχετικοποιεί τα πάντα από μία θέση ισχύος και να βάζει πάντα στο ζύγι τόσο τον θύτη, όσο και το θύμα.      

Ξεκινάει από τη λογική της κλειδαρότρυπας, καμουφλαρισμένη με τον μανδύα του «ρεπορτάζ», της «ανθρώπινης περιέργειας» και του «ενδιαφέροντος». Ίσως έτσι μάθαμε από την κίτρινη δημοσιογραφία που αναλάμβανε να καλύψει αυτού του είδους τα εγκλήματα σε αντίθεση πχ με τις υποθέσεις τρομοκρατίας ή μια ληστεία με φόνο. Σαν να αποφάσισε κάποιος πριν από πολλά χρόνια ότι μια υπόθεση βιασμού έχει κάποιου είδους συνάφεια με το το ειδύλλιο που «συγκλονίζει» τον χώρο της show business ή με το τι φόρεσαν κάποιοι άλλοι διάσημοι (;) σε μια πρεμιέρα και οι ίδιοι άνθρωποι πρέπει να το σχολιάσουν με την ίδια λογική. 

 

 

Σαν να βγάζουμε το σεξ από το σεξουαλικό έγκλημα και το διερευνούμε ως ένα επιμέρους κομμάτι της υπόθεσης γιατί αυτό γαργαλάει τα κατώτερα ένστικτα της κοινωνίας και τελικά την αποκτηνώνει, δηλαδή το ακριβώς αντίθετο από ότι θα έπρεπε να υπηρετεί το δημοσιογραφικό λειτούργημα. Όλα αυτά τα χρόνια τηλεοπτικού και έντυπου κουτσομπολιού ήταν αναπόφευκτο να αυτονομηθεί και να αναπτυχθεί στον δημόσιο λόγο των social media. 

Στο άκουσμα της είδησης μιας υπόθεσης βιασμού, μετά την πρώτη σκανδαλοθηρική αναζήτηση ανατριχιαστικών λεπτομερειών, τη σκυτάλη παίρνει μονοπωλιακά το ποιοι ήταν θύτης και θύμα. Ο καθένας με το δικό το πρίσμα με το οποίο καλείται κάθε φορά να διαβάσει μια είδηση θα ψάξει να δει αν ο θύτης ήταν Έλληνας ή αλλοδαπός, αν ήταν από καλή οικογένεια ή περιθωριακό στοιχείο. Από την άλλη το θύμα τι καπνό φουμάρει, ήταν κορίτσι της καλής κοινωνίας; Πάει σε πάρτι; Τι μήκος είχε η φούστα της; Είχε πιει;

Είναι σαν να ψάχνει κάποιος την καλωδίωση μιας τράπεζας μετά από μια ληστεία για να βρει τα αδύνατα σημεία της εγκατάστασης του συναγερμού. Βλέπετε τα ηλεκτρολογικά διαγράμματα δεν προσφέρονται για κανιβαλισμό και σχολιασμό. Στην υπόθεση της 24χρονης που κατήγγειλε τον ομαδικό βιασμό της σε ξενοδοχείο της Θεσσαλονίκης είχαμε για ακόμα μια φορά το τέλειο κοκτέιλ για να ξεδιπλωθεί ένα ακόμα «δικαστήριο» αυτή τη φορά όχι τηλεοπτικό, αλλά σοσιαλμιντιακό. 

Είναι κοινό μυστικό ότι το ωράριο της πανδημίας έχει φέρει άνθιση των πάρτι σε ξενοδοχεία, σπίτια, μαγαζιά που ανοίγουν από την πίσω πόρτα με συνθηματικό κλπ. Όλη αυτή η speakeasy ατμόσφαιρα ενισχύει την ιδέα της παρανομίας και του απαγορευμένου στην κοινή γνώμη όπως αυτή πλασάρεται μέσα από τους ηθικολογούντες δημοσιολόγους. Ό,τι παρεκκλίνει από την νόρμα βάζει αυτόματα όλους τους παρεκκλίνοντες σε μια τροχιά που χάνουν θεμελιώδη δικαιώματα. Η συμμετοχή σε ένα πάρτι αμφίβολης νομιμότητας και ηθικής διαστρεβλώνει τη μαρτυρία του θύματος και ταυτόχρονα δίνει ελαφρυντικά στον θύτη.

 

 

Αυτό το victim blaming δεν γίνεται πάντα με κακές προθέσεις, αλλά επειδή ακριβώς έχουμε εκπαιδευτεί με αυτό, έχει σημασία να δούμε τη ρίζα του και να προσπαθήσουμε να τη βγάλουμε. Κάποιοι θα φέρουν σαν αντιπαράδειγμα έναν εμφανώς πλούσιο άνδρα να κυκλοφορεί με ένα χρυσό Rolex σε μια κακόφημη περιοχή του κέντρου με υψηλά ποσοστά εγκληματικότητας. Σε αυτή την περίπτωση θα πουν ότι είναι σαν να προκαλεί τη μοίρα του και να φωνάζει «κλέψτε με», όμως είναι έτσι; Σε ένα άλλο υποθετικό σενάριο κυκλοφορεί στον δρόμο ένας φορώντας γάντια του μποξ και τον σπάνε στο ξύλο 10 τύποι με λοστούς, προκαλούσε κι αυτός; 

Είναι εμφανές ότι τα double standards είναι πολύ βαθιά ριζωμένα στην κοινωνία και δυστυχώς το άρθρο αυτό δεν θα καταφέρει να τα ξεριζώσει, ίσως όμως γίνει αφορμή να σκεφτούμε πριν βγάλουμε ένα αυθαίρετο συμπέρασμα. Εκεί που διαχωρίζουμε το σεξ από τη βία σε έναν βιασμό, ας συνεχίσουμε να το κάνουμε αλλάζοντας την εστίασή μας. Η βία και το έγκλημα είναι αυτά που θα έπρεπε να μας αφορούν εξαρχής και ότι αυτό το οποίο το προκάλεσε δεν είναι τίποτα άλλο από τον θύτη. 

Αν πρέπει ντε και καλά να αναζητήσουμε ευθύνες στην κοινωνία για τέτοιου είδους εγκλήματα αυτές θα πρέπει αναζητηθούν σε όσους σχετικοποιούν έναν βιασμό. Όσο θα υπάρχουν αυτοί, τόσο θα δίνουν «άλλοθι» στα παιδιά της «καλής κοινωνίας» να βιάζουν γυναίκες που «πήγαιναν γυρεύοντας». 

 



63 SHARES