Το μπαρ στη γωνία της γειτονιάς

Το τρίτο διήγημα της στήλης του Ratpack για τις παρέες που γυρίζουν πάντα πίσω από εκεί που ξεκίνησαν.

79 SHARES

Γράφει ο Κώστας Χρήστου



Το μπαρ της γειτονιάς σου δεν το αγαπάς από την πρώτη στιγμή. Δεν το αγαπάς όταν ξεκινάς να πίνεις τους πρώτους απογευματινούς καφέδες, δεν το αγαπάς όταν μαθαίνεις να πίνεις τα πρώτα σου ποτά. Η αλήθεια είναι ότι το σνόμπαρες. Και ακόμη και αν βρέθηκες να πίνεις εκεί μία μπίρα ή ένα ποτό, γκρίνιαξες που η παρέα είχε αυτή την πρόταση και όχι κάποιο μπαρ του Κέντρου. Γιατί; Γιατί η σκέψη που επικρατούσε ήταν η: «Ποιος θέλει να βγαίνει σε μαγαζί πέντε λεπτά από το σπίτι του;».

Υπάρχει μία αιτιολογία πίσω από αυτή την στάση. Ήμασταν πιτσιρικάδες και θέλαμε εμπειρίες. Κυρίως, θέλαμε να ξεφύγουμε από τον μικρόκοσμο της πόλης μας, της γειτονιάς μας, των μαγαζιών γύρω από το σπίτι μας. Θέλαμε να περπατήσουμε μέσα στα μεγάλα μπαρ, να δούμε άλλες φάτσες από εκείνες που είχαμε συνηθίσει, να χαιρετήσουμε αγνώστους και -αν καθόταν η φάση- να γνωρίζαμε κορίτσια που δεν θα τα βλέπαμε την επόμενη μέρα να περπατούν δύο δρόμους πιο πάνω από εμάς. Το μπαρ μακριά από το σπίτι ήταν ουσιαστικά ένα βήμα προς τον έξω κόσμο. Μακριά από την ασφάλεια της γειτονιάς και, όσο παράλογο και αν ακούγεται, μία νέα εμπειρία μακριά από όλα όσα γνωρίζεις πραγματικά διευρύνει τους ορίζοντές σου. Ακόμη και αν αυτοί οι ορίζοντες περιλαμβάνουν να πιείς ένα ποτό σε μπαρ μακριά από το σπίτι.


Όμως κάποια στιγμή όλοι επιστρέφουμε στις ρίζες μας. Έτσι δεν είναι; Ξεκινάμε να ακούμε τραγούδια που κάποτε απλά μας εκνεύριζαν επειδή έπαιζαν μονίμως μέσα στο σπίτι, τρώμε φαγητά που ούτε τα ακουμπούσαμε επειδή μύριζαν συνεχώς μέσα στο σπίτι και σκεφτόμαστε διαφορετικά για βιβλία που κάποτε οι βαρύγδουποι τίτλοι τους δεν ξυπνούσαν αυτό το «κάτι» μέσα μας. Το ίδιο συμβαίνει με το μπαρ της γειτονιάς χωρίς καν να το καταλάβεις. Ξεκινάει ασυναίσθητα. Ύστερα από πρόταση κάποιου φίλου ή δικής σου σκέψης. Ίσως επειδή είσαι πλέον πολύ κουρασμένος από την δουλειά για να επισκεφθείς τα μπαρ που συνήθιζες ή επειδή δεν έδωσες και πολύ σημασία. Είπες «έλα μωρέ, μία μπίρα είναι». Όμως ξαφνικά ένα νέο πλάνο ξεκινάει να δημιουργείται μέσα στο κεφάλι σου. Όλα είναι πιο φιλικά και ζεστά από ότι συνήθιζαν. Τι διάολο, μήπως ήταν πάντα και εσύ δεν το είχες πάρει χαμπάρι. Γιατί ξαφνικά είναι ωραίο που παίζει κάποια ωραία 90s κομμάτια και τα μεγάλα ξύλινα τραπέζια δεν φαίνονται βαρετά ή εκτός μόδας. Είναι και πάλι ωραίες αυτές οι παλιές καρέκλες και τα περίεργα σκαμπό. Οι πίνακες στον τοίχο δεν είναι ξεφτισμένοι και από άλλη εποχή. Όχι. Είναι απλά vintage. Βασικά ήταν πάντα, αλλά το γούστο μας στην τέχνη ήταν χάλια και δεν έπρεπε ποτέ να το κρίνουμε. Όλα γίνονται πιο νοσταλγικά και ειλικρινή. Δεν σ’ αρέσει που δεν σερβίρει 15 διαφορετικά μπουκάλια από gin ή μπίρα, γιατί ούτως ή άλλως προτιμούσες πάντα μία, άντε δύο, μάρκες. Ξαφνικά δεν έχει και τόσο σημασία αν το μπαρ έχει Talisker ή Lagavulin που θέλεις ούτως ή άλλως να τα χρυσοπληρώσεις. Ακόμη και τα blended ουίσκι φαντάζουν ξαφνικά θησαυρός. Και το καλύτερο; Δεν είσαι μακριά από το σπίτι. Μπορείς να πιείς άφοβα. Να μην πάρεις ταξί, να το περπατήσεις, να πέσεις κάτω ενώ επιστρέφεις, να γελάσεις με την τούμπα που έφαγες ή να κάτσεις να κλάψεις για αυτές τις σκέψεις που ήρθαν από το πουθενά. Όλα χάρη στον πάτο ενός ποτηριού που ξαφνικά άδειασε και ένιωθες να αδειάζει μαζί και η ψυχή σου. Αλλά δεν σε νοιάζει πια. Το αποτέλεσμα ούτως ή άλλως είναι πάντα ίδιο και εκείνη την ώρα, το μόνο που σε νοιάζει είναι να ξαπλώσεις σε ένα κρεβάτι που δεν απέχει και πολλά τετράγωνα μακριά από το μαγαζί. Θα προτιμούσες να ξάπλωνες μαζί της αλλά είσαι πολύ μεθυσμένος για να της στείλεις, πολύ αηδιασμένος από τον εαυτό σου και αυτή τη στιγμή χαίρεσαι ότι μπορείς να κατουρήσεις σε μία γωνιά του δρόμου χωρίς να φοβάσαι μήπως περάσει κάποιος.

Αλλά αυτοί είναι οι δικοί σου δαίμονες. Και αν πρέπει να να τους αντιμετωπίσεις και αυτό το βράδυ, βολεύει να το κάνεις σε ένα μαγαζί που γνωρίζεις λίγο καλύτερα. Που νόμιζες ότι το ήξερες αλλά που τελικά αυτό σε ξέρει καλύτερα. Σε ήξερε πάντα. Και δεν είναι μόνο αυτά τα συναισθήματα αλλά και κάποια ακόμη που ήρθαν από το πουθενά και που δεν περίμενες ποτέ να αντιμετωπίσεις. Και συμβαίνουν εδώ. Συμβαίνουν τώρα. Είναι τα συναισθήματα που βγάζουν τα γνώριμα πρόσωπα. 

Είστε οι λίγοι και καλοί. Οι πιστοί που τελικά δεν πρόδωσαν, αλλά σαν άσωτοι υιοί επέστρεψαν στην πηγή. Γιατί κουραστήκατε. Και εμείς κουραστήκαμε. Από τα ίδια και τα ίδια, τα πανομοιότυπα, με τις ίδιες φάτσες παντού. Ναι εντάξει, θα ξαναβρεθείς μακριά από το σπίτι πίνοντας ποτά, αλλά πλέον δεν είναι το μπαρ της γειτονιάς. Είναι κάτι πιο προσωπικό. Είναι το ησυχαστήριο. Το άβατο. Το μέρος που έρχονται εκείνοι που μεγάλωσαν μαζί σου, που μοιράστηκαν τις ίδιες γειτονιές, που κλώτσησαν την ίδια μπάλα και τώρα βροντοφωνάζουν όταν μπαίνουν τα γκολ. Είναι το μέρος για τα παιδιά που μεγάλωσαν αλλά μυαλό δεν έβαλαν και για τα κορίτσια που μπορεί να παντρεύτηκαν αλλά δεν ξέχασαν ποτέ ποια είναι. Και αυτά και όλα τα άλλα που αποφάσισαν να ερωτευτούν κάποιον της εποχής τους ξενερωμένες από όλο αυτό το φιάσκο εκεί έξω. Ψάχνουν κάποιο λιμάνι; Μπορεί. Ίσως απλά θέλουν ένα ποτό, στο τέλος της ημέρας δηλαδή, όλοι ένα ποτό θέλουμε. Και αυτό το ξέρει καλύτερα από όλους αυτός ο αθόρυβος και αιώνιος παρατηρητής. Ο μπάρμαν.

Είναι το παιδί που έπιασε δουλειά μόλις τελείωσε το σχολείο και δεν έφυγε ποτέ από κει. Ίσως ένιωσε το ίδιο. Ποιος ξέρει; Ίσως είπε «νισάφι με αυτούς τους τύπους από το Λύκειο που πρέπει να μου θυμίζουν ποιος είμαι και τι πέρασα» και να παρακαλούσε να ανοίξει γη να μας καταπιεί. Και έτσι έγινε. Χαθήκαμε μία μέρα και ήταν λιγοστοί όσοι έκαναν το πέρασμα για ένα καφέ ή ένα ποτό σαν τα φαντάσματα. Λογικά κάποιους, ούτε που θα ασχολήθηκε να τους χαιρετήσει. Μήπως όμως επιστρέφει και εκείνος σε μία άλλη νοοτροπία; Γιατί αυτή τη φορά χαμογελάει, κερνάει και μία γύρα μπίρες και δείχνει ικανοποιημένος. Ίσως του θυμίσαμε κάτι που είχε ξεχάσει, κάτι από το μακρινό παρελθόν που φώλιασε τόσο βαθιά μέσα του που κρύφτηκε και ξεχάστηκε. Ίσως στα πρόσωπα μας είδε τα παιδικά βλέμματα στις αλάνες και στις πενθήμερες εκδρομές, τα φλερτ, τα τραγούδια και τις φωνές. Μπορεί να θυμήθηκε την μπάντα που είχε με τα παιδιά που καθόντουσαν στο βάθος και τα γράμματα που έγραφε στον εαυτό του για την παντρεμένη κοπέλα που κάθεται στη γωνία του μπαρ – γιατί ποτέ δεν είχε τα κότσια να της τα δώσει. Μπορεί να θέλει να της τα δώσει ακόμη και τώρα, ποιος ξέρει. Πάντως το κάδρο του είναι γεμάτο από εμάς. Ίδιοι άνθρωποι μα τόσο διαφορετικοί. Γύρισαν στο μοναδικό μέρος που γνώριζαν γιατί το νιώθουν πλέον σαν σπίτι τους.

Κάπως έτσι γυρίσαμε όλοι εκεί. Κάποιοι με το ουίσκι και το ρούμι, άλλοι με τις μπίρες, τα gin και τα σφηνάκια. Και στο μπαρ της γειτονιάς, γίνονται πολλές φορές και πράγματα που δεν συμβαίνουν αλλού. Ξεκινούν πολλές φορές με κάποιον που πηγαίνει μπίρες σε μια παρέα που ήταν κάποτε στην ίδια τάξη. Και μετά κάποιος, την επόμενη φορά, βγάζει ένα άλμπουμ με παλιές φωτογραφίες και μαζεύονται σιγά-σιγά και οι υπόλοιποι. Παιδιά που ίσως να μην είχαν μιλήσει ποτέ μεταξύ τους αλλά τώρα το κάνουν. Και μία κοπέλα δείχνει την βέρα της και μετά το παλικάρι που έπαιζε μπάσκετ στην ομάδα του σχολείου. Είναι μετά αυτός ο τύπος που έλεγε ανέκδοτα στο διάλειμμα και με ένα πλατύ χαμόγελο λέει σε όλους «τέρμα τ’ αστεία» και δείχνει στο κινητό την φωτογραφία του νεογέννητου γιου του. Και κάποιοι τότε το καταλαβαίνουν. Όχι, μάλλον όλοι το καταλαβαίνουν. Δεν είμαστε οι ίδιοι που ήμασταν κάποτε επειδή απλά δεν μπορούμε πια. Είναι ένα άλλο καράβι αυτό που προσάραξε γεμάτο ρούμι και μπίρες, με τους εαυτούς που κάποτε φανταζόμασταν ότι θα είμαστε. Αλλά τουλάχιστον είμαστε όλοι εδώ. Αν όχι όλοι οι περισσότεροι. Σηκώνει κάποιος το ποτήρι και οι άλλοι ακολουθούν. Και τα τσουγκρίσματα πέφτουν βροχή και γεμίζουν μουσική, αναμνήσεις και κουβέντες ξεχασμένες από μία άλλη εποχή που μόνο οι ίδιοι τις καταλαβαίνουν. Είναι μία στιγμή αιωνιότητας αυτή που δεν τελειώνει ποτέ γιατί μας ανήκει και θα τελειώσει μόνο όταν κουραστούμε να αδειάσουμε τα ποτήρια για να τα γεμίσουμε μία άλλη μέρα. Όχι αλλού, εδώ.

Είναι αυτοί οι τύποι που φεύγουν τελευταίοι. Οι πιο ρομαντικοί που κλείνουν μαζί με τον μπάρμαν το μαγαζί. Ρίχνουν την τελευταία στάχτη στο τασάκι σαν φόρο τιμής στο ποτό που έκανε την δουλειά τους, χάνονται σε μία σωρεία σκέψεων για όσα έγιναν και σήμερα, αλλά χαίρονται που είδαν τα πρόσωπα αυτά. Χαίρονται που ξενύχτησαν μαζί τους. Σε αυτή εδώ την γωνιά του δρόμου που ο χρόνος σταμάτησε για πάντα όταν σηκώθηκαν τα ποτήρια και τα πρόσωπα τριγύρω έγιναν γνώριμα. Είναι αυτοί οι τύποι που χαμογελάνε τελευταίοι και βάζουν το παλτό τελευταίοι αφήνοντας πάντα φιλοδώρημα και λένε ήρεμα:

«Τα λέμε πάλι αύριο»


79 SHARES