Το πιο μίζερο Πάσχα της ζωής μου ήταν ντυμένο στα χακί

Ένας συντάκτης θυμάται τις 4 ίσως πιο μάταιες ημέρες της ζωής του. 

Η θητεία μου ήταν στην παραμεθόριο. Αν ζούσαμε τον 5ο αιώνα π.Χ. και συζητούσαμε με όρους Πελοποννησιακού πολέμου. Πάχη Μεγάρων, μία ανάσα από τις γραμμές των εχθρών. Το 2010 μ.Χ. η Πάχη ήταν ένα μικρό λιμανάκι, μια ανάσα από το σπίτι, με ένα στρατόπεδο-αεροδρόμιο γεμάτο Huey, Apache και Chinook. Εκεί βρέθηκα να κάνω ατελείωτες σκοπιές μπροστά από μία αποθήκη πυρομαχικών. Εκεί μου κλήρωσε να περάσω το τελευταίο ελληνικό Πάσχα προ μνημονίου (4/4 η Κυριακή του Πάσχα, 23/4 το Καστελόριζο).

Το δικό μου Πάσχα στον Ε.Σ. ξεκίνησε ουσιαστικά Μεγάλη Πέμπτη απόγευμα, όταν μού ανακοινώθηκε ότι θα είμαι στο άγημα που θα συνοδεύσει τον Επιτάφιο της Μητρόπολης των Μεγάρων και θα ολοκληρωνόταν Τρίτη του Πάσχα, όταν και θα έπαιρνα την εορταστική άδεια.

«Ωραία, μια χαρά το άγημα, θα πάρουμε και καμιά τιμητική», σκέφτηκα.

Λίγες ώρες μετά, ο επικεφαλής του αγήματος έκανε ένα διαχωρισμό: ποιοι θα είναι ένοπλοι και ποιοι θα κουβαλήσουν τον Επιτάφιο. Δεν με έχεις δει, δε με ξέρεις, αλλά θα σου πω το εξής: Όταν γυρίζουμε τα βίντεo με τον Δημήτρη Μώρο, προσπαθεί κάθε φορά να με πείσει να με αναλάβει. 65 κιλά και κοντά 1.78 ύψος, εντελώς αγύμναστος. Είμαι η πρόκληση του κάθε personal trainer εκεί έξω, η απόλυτη «πριν και μετά» διαφήμιση για κάθε γυμναστήριο. Ε λοιπόν, εμένα, που το 2010 μπορεί να ήμουν και λιγότερο από 65 κιλά, με θεώρησαν κατάλληλο για να κουβαλήσω τον Επιτάφιο.


Ο Επιτάφιος που πήγε να εξελιχθεί σε φονικό

Απογευματάκι Μεγάλης Παρασκευής φτάνουμε στην Εκκλησία. Ο επίτροπος του Ναού μάς ρωτάει όλο σοβαρότητα ποιοι θα κουβαλήσουν. Εμφανιζόμαστε οι 4 βασικοί (υπήρχαν και 4 αναπληρωματικοί). Μας οδηγεί άρον-άρον στο εσωτερικό του Ναού. Παίρνουμε θέση στις τέσσερις γωνίες και ακούμε την ακολουθία. Ο Ναός κατάμεστος, τα κοριτσάκια αντί να ραίνουν τον επιτάφιο με λουλούδια έραιναν επίτηδες εμάς, επειδή για κάποιο λόγο τους φαινόταν αστείο, και, ακριβώς μπροστά μας, βρισκόταν καθισμένος ο Μητροπολίτης Μεγάρων. Ήταν καθισμένος γιατί ήταν εμφανέστατα καταβεβλημένος και σηκωνόταν με τη βοήθεια τρίτων όταν ήταν πραγματικά απαραίτητο.

epitaf

Ήταν από τις περιπτώσεις όπου η ακριβής περιγραφή είναι αυτή που ακούς στα δελτία ειδήσεων: «Εκπρόσωποι την πολιτικής ηγεσίας, της τοπικής αυτοδιοίκησης και των Ενόπλων Δυνάμεων έδωσαν το '‘παρών’’…». Ναι, εντάξει, δεν είχαμε και τον Πρωθυπουργού, αλλά είχαμε Δήμαρχο, πιθανόν κάποιο Βουλευτή ή πολιτευτή και δύο υψηλόβαθμους αξιωματικούς (με αστέρια και φλόγες) από τα παρακείμενα στρατόπεδα.

Όλα φαίνονταν εύκολα. Περιμέναμε καρτερικά πότε θα μας δώσουν εντολή να μεταφέρουμε τον επιτάφιο στην είσοδο της Εκκλησίας για να περάσει ο κόσμος από κάτω. Η εντολή δόθηκε. Όπως καταλαβαίνεις, δεν είχαμε κάνει πρόβα για το πώς σηκώνουν και κρατούν τον επιτάφιο. Δεν υπήρχε και λόγος εδώ που τα λέμε. Οι δύο που βρίσκονταν στις πίσω γωνίες τον έπιασαν από τα πόδια και οι δύο που βρισκόμασταν μπροστά, από τις λαβές. Το αποτέλεσμα ήταν ο Επιτάφιος να μπατάρει αρκετά προς τα εμπρός.

Ήταν κάτι που μια απλή συνεννόηση θα το έλυνε

Αν ο επιτάφιος δεν ήταν από μασίφ ξύλο και δεν ήταν τόσο βαρύς στα όρια του ασήκωτου. Ο Επιτάφιος μπάταρε επικίνδυνα προς τα εμπρός, ώστε είχαμε σχεδόν χάσει τον έλεγχο του. Μέσα σε μια βροχή από λουλούδια, εκείνα που έριχναν τα κοριτσάκια και τώρα έπεφταν άδοξα στα πόδια μας, οι δύο μπροστινοί λυγίσαμε τα γόνατα και προσπαθήσαμε να τον φρενάρουμε και με τα δύο χέρια, ο διπλανός επιστράτευσε μέχρι και τον ώμο του για να ανακόψει την πορεία του προς το έδαφος.

Όταν ένα μακρόσυρτο «Ιιιιιι» ξεχύθηκε  απ’ άκρη σ’ άκρη σε όλο τον ναό, ήδη στο μυαλό μου εξελισσόταν το μετά: Ο Επιτάφιος θα κατρακυλούσε και θα καταπλάκωνε το μακάριο Μητροπολίτη. Θα επικρατούσε παντού πανικός. Το μισό ελληνικό ίντερνετ θα ξεκινούσε με άρθρα με τίτλους «Τραγωδία στα Μέγαρα». Θα είχα σκοτώσει κατά λάθος έναν άνθρωπο.Θα πήγαινα στρατοδικείο.

Κάπως, με κάποιο τρόπο το σώσαμε. Ο Επιτάφιος δεν έπεσε, μητροπολίτης γλίτωσε και εμείς κατευθυνθήκαμε προς την κύρια είσοδο του Ναού. Ειλικρινά, ακόμα δεν έχω καταλάβει πώς τα καταφέραμε.

0361

Ύστερα από κάτι λιγότερο από δύο ώρες, στη διάρκεια των οποίων οι ένοπλοι του αγήματος ήταν στο «παρουσιάστε» και αφού ορισμένοι από τους πιστούς είχαν περάσει ήδη δύο και τρεις φορές κάτω από τον Επιτάφιο, ενώ άλλοι έρχονταν να μας παρακαλέσουν να τους αφήσουμε να περάσουν από το πλάι για να γλιτώσουν την ουρά, ήρθε η ώρα της περιφοράς.

Πρέπει να κράτησε μία ώρα, μου φάνηκε σαν αιωνιότητα. Πρέπει να κάναμε μία διαδρομή κανονική, ένιωσα σαν να γυρίσαμε 10 φορές όλα τα Μέγαρα περνώντας από κάθε δρόμο και στενό. Το μόνο που θυμάμαι είναι να περπατάμε σκυφτοί, ανίκανοι να κουμαντάρουμε όλο αυτό το βάρος και να φτάνουν στα αφτιά μου η συμπόνια και ο οίκτος όσων βρίσκονταν αριστερά και δεξιά του δρόμου. «Α είναι πολύ βαρύς, κοίτα τα κακόμοιρα τα παιδιά».

Επιστρέψαμε στο στρατόπεδο λίγο πριν τα μεσάνυχτα, με ώμο διαλυμένο και σε τρεις ώρες είχα σκοπιά.

Μεγάλο Σάββατο: Ανάσταση από τις 21:00

Το Μεγάλο Σάββατο δεν είχε άγημα για εμάς. Για την ακρίβεια δεν είχε τίποτα. Έρημο το στρατόπεδο από στελέχη, ελάχιστοι στρατιώτες μέσα σε αυτό, άθλιο ανάλαδο φαγητό. Ιδανικές συνθήκες για να εξασκηθεί κανείς στη διαχείριση της πλήξης και της ανίας.

Μπορεί γενικά η μέρα να ήταν κενή, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι θα μέναμε χωρίς Ανάσταση. Πιθανόν να έχεις ακούσει τις ιστορίες που λένε για τα απομακρυσμένα χωριά που δεν έχουν ιερείς και φωνάζουν έναν από άλλο χωριό και γιορτάζουν την Ανάσταση από τις 10 το βράδυ, ώστε να προλάβει ο άνθρωπος να πάει και στη λειτουργία της δικής του εκκλησίας.

21:00 η ώρα το βράδυ στο εκκλησάκι του στρατοπέδου ακουγόταν το «Χριστός Ανέστη». Ο Παπάς μας ξεπέταξε μέσα σε ένα 20λεπτο μιλώντας με τέτοια ταχύτητα που τα λόγια του ήταν σχεδόν ακατάληπτα.

anas

Την κανονική ώρα της Ανάστασης ήμουν σκοπιά. Ακούσαμε τις καμπάνες να ηχούν από μακριά και μία να περνάει ξυστά από το κεφάλι μας. Είχαν δεν είχαν περάσει 10 λεπτά από την Ανάσταση, όταν ήρθε η έφοδος. Ήταν συνηθισμένο ο θαλαμοφύλακας να κάνει μια αναπάντητη στο τηλέφωνο της σκοπιάς, μόλις έβλεπε τον εφοδεύοντα να κατευθύνεται προς τα εκεί. Μέσα στην ησυχία της νύχτας το τηλέφωνο ακούστηκε.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή είχα δει εφοδεύοντες νυσταγμένους να υπογράφουν μηχανικά και να φεύγουν. Είχα δει εφοδεύοντες να έρχονται μέσα από τα χόρτα για να σε αιφνιδιάσουν. Είχα δει εφοδεύοντες που είχαν όρεξη για κουβέντα και μπορεί να σε κερνούσαν και κάνα τσιγάρο. Εφοδεύων να έρχεται φουριασμένος ουρλιάζοντας «Μολόγα ποιος ήταν στο τηλέφωνο;», δεν είχα ξαναδεί. Φάγαμε περίπου 10 λεπτά για να τον πείσουμε ότι δεν γνωρίζαμε, να υπογράψει και να φύγει.


Κυριακή του Πάσχα: το απόλυτο τίποτα

Όλη η θλίψη, η μιζέρια και το παράπονο «γιατί εγώ» συμπυκνωμένο σε μια μέρα. Όλοι οι φίλοι σου είναι έξω και περνάνε καλά. Η οικογένειά σου είναι έξω και περνάει καλά. Οι δικοί μου πέρασαν μια βόλτα να μου ευχηθούν και να φέρουν φαγώσιμο, αλλά ειλικρινά ήταν τόσο καταθλιπτική η ατμόσφαιρα που με το δίκιο τους δεν την πάλεψαν πάνω από μισάωρο. Άσε που είχαν να πάνε και αλλού να γλεντήσουν κανονικά.

Το μεσημεριανό είχε αρνί στη σούβλα για τα στελέχη (και τις οικογένειές τους και τους φίλους τους και τους φίλους των φίλων τους) και αρνί στο φούρνο για εμάς. Αρνί κοκκινιστό για εμάς. Η πιο ντροπιαστική συνταγή για το Πάσχα ήταν η επιλογή που είχα. Στα έξτρα της ημέρας ήταν το γλυκό για επιδόρπιο και κρασί ή μπύρα.

Ευτυχώς είχαμε λάβει 4 ολόκληρα Ευρώ ως δώρο του Πάσχα, οπότε θα μπορούσα να αγοράσω κάτι από τον πωλητή. Ο οποίος ήταν άδειος γιατί μέσα σε τέσσερις μέρες νηστείας είχαν εξαφανιστεί τα πάντα. Την έβγαλα με ένα Mars για πρώτο και Bounty για κυρίως. Ειλικρινά δεν έχω να πω πολλά.

σούβλα

Κυριακή του Πάσχα σε εστιατόριο Στρατοπέδου. Αν το έχεις ζήσει, ξέρεις. Είναι χειρότερο και από τα να βλέπεις στην τηλεόραση τις κονσέρβες εορταστικά προγράμματα το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου από  περσινά και προπέρσινα σχήματα. Είναι χειρότερο και από το πιο πετυχημένο αστείο του Σεφερλή. Αν έπρεπε η ματαιότητα να έχει σκηνικό θα ήταν αυτό.

Για τη Δευτέρα μη ρωτήσεις. Δεν θυμάμαι. Πόσο παράξενο να έχεις κενό μνήμης χωρίς να έχεις πιει. Μάλλον δεν θυμάμαι γιατί δεν υπήρξε απολύτως ΤΙ-ΠΟ-ΤΑ για να θυμάμαι. Μόνο βαριεστημένοι στρατιώτες και κακοκαρδισμένοι αξιωματικοί που είχαν υπηρεσία τέτοια μέρα. Συνδυασμός ανίκητος. 

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies
Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τους Όρους Χρήσης