Δεν σε πίστεψε ποτέ κανείς όταν είπες «Από Δευτέρα αρχίζω...»

Ενός λεπτού σιγή για το γυμναστήριο, το χόμπι, τη δίαιτα που θα ξεκινούσαμε με σύστημα, αλλά δεν.

Για τη χαμένη μάχη με το γυμναστήριο, γράφει ο Δημήτρης Μανής

Πόσες πόρτες έχει το γυμναστήριο; Μία (λογικά). Ε, την άνοιξα και μπήκα. Και δεν μπήκα όπως-όπως. Μπήκα με τη φορμίτσα μου την ωραία (όχι αυτή τη γκρι που την έχεις μόνο για το σπίτι και όταν πετάγεσαι μέχρι το περίπτερο), τα αθλητικά μου που ήταν του κουτιού και με αυτό το ύφος σιγουριάς και αυτοπεποίθησης που όταν μου έδωσε η κοπέλα στην υποδοχή του κλειδάκι για το ντουλαπάκι μου, της απάντησα μεν ένα ξερό «ευχαριστώ» αλλά στην πραγματικότητα εννοούσα: «Με κοιτάς αδιάφορα τώρα, αλλά σε τρεις μήνες θα θες και εσύ (μαζί με πολλές) άλλες να δεις τους κοιλιακούς μου».

Είχα υπολογίσει τα πάντα: Πόσες μέρες θα πηγαίνω, πόση ώρα θα κάνω προπόνηση κάθε μέρα, ποια ώρα είναι η καλύτερη για να μην βρίσκω πολύ κόσμο, κάθε πότε θα πρέπει να ανεβάζω κιλά, τι θα τρώω πριν και μετά από την προπόνηση, πόσες μέρες μένουν μέχρι το καλοκαίρι, τα πάντα όλα. Αν τα εκτελούσα όλα κατά γράμμα, σε τρεις μήνες θα ήμουν κράμα Γκόσλινγκ-Στέιθαμ σωματικά, ενώ ο Γιάννης Σπαλιάρας ναι μεν θα ήταν πολύ-πολύ μπροστά μου σε αριθμό κατακτήσεων, έτσι όμως όπως θα κοίταζε προς τα κάτω με τα κιάλια θα με έβλεπε να το φωνάζω: Ερχόμαστε.

giphy work 2

Όλα καλά μέχρι εδώ. Αρκεί να μην είχε επαναληφθεί το ίδιο απαράλλαχτο σενάριο άλλες 67 φορές, όσες και οι απόπειρές μου από τα 18 και μετά να αρχίσω γυμναστήριο. Όλες είχαν το ίδιο σύστημα και όλες την ίδια κατάληξη. Ξεκινούσα με φόρα τον πρώτο μήνα, αραίωνα στο δεύτερο και τον τρίτο είχα γίνει ήδη φάντασμα. Το υπόλοιπο της εξαμηνιαίας συνδρομής (θεωρούσα βλακωδώς ότι όσο περισσότερο πλήρωνα, τόσο μεγαλύτερη η δέσμευση) πήγαινε υπέρ πίστεως.  Κάπου στο τετράμηνο, μου τηλεφωνούσαν για να μου πουν ότι έχω ξεχάσει κάτι στα αποδυτήρια.

Πλέον έχω εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια. Ξέρω ότι έχω πάρει οριστικά διαζύγιο με το γυμναστήριο. Ήταν μια μάχη που έχασα. Κέρδισα τουλάχιστον μερικές ωραίες φόρμες για να τις φοράω στο σπίτι, οι οποίες επιτελούν με επιτυχία το νέο τους ρόλο: Μου προσφέρουν άνεση και σταθερή εφαρμογή κάθε φορά που κάθομαι αναπαυτικά στον καναπέ, ανοίγω τη συσκευασία ενός τεράστιου μπέργκερ και βλέπω ποδόσφαιρο.

Το χόμπι μπορεί να τα επιλέγεις εσύ, απλά καμιά φορά εκείνο δεν επιλέγει εσένα, μονολογεί ο Γιώργος Ρομπόλας

Πριν πολλά πολλά χρόνια σε έναν πολύ-πολύ μακρινό γαλαξία ήμουν ένας έφηβος που αποφάσισε να κάνει την επανάστασή του. Μάλιστα, δεν ήμουν πάντα έτσι, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Ως πιτσιρίκι ήμουν καλό, τακτικό και πειθαρχημένο. Επιπροσθέτως ήμουν μαθητής άριστος, δεν αντιμιλούσα ποτέ στους μεγαλύτερους, είχα μαλλάκι χωρίστρα και μετά, ένα ωραίο πρωινό στα 14 μου χρόνια, μου τη βάρεσε, και είπα να τα κάνω όλα… πόπα.

Μη φανταστείτε κανένα σκληρό σκηνικό με παραβατικές συμπεριφόρες, περιπέτειες με τον νόμο και κυνηγητό με τα όργανα της τάξης. Όχι, όχι, πιο απλά πραματάκια. Άφησα μακριά μαλλιά, χάλαγα όλο το χαρτζιλίκι μου σε δίσκους, φόραγα μαύρα ρούχα ακόμα και όταν έπεφτα για ύπνο, έγραφα στα βιβλία μου IRON MAIDEN και MOTORHEAD, σταμάτησα να κάνω το homework, τσίμπησα κάτι ψιλοαποβολές γιατί είχα «μεγάλο στόμα» και άρχισα να βυθίζομαι σε μια πανέμορφη μαυρίλα που πολύ τη γούσταρα.

Τι μου έλειπε; Εκτός από μηχανάκι, που λόγω του ότι δεν ήμουν και  κανάς μεγάλος μόρτης δεν «έπαιζε» να πάρω ποτέ, θα έλεγα πως μου έλειπε μονάχα ένα πράγμα: Mία κιθάρα.

giphy slash

Και, ναι, την αγόρασα και αυτή με έναν ενισχυτή «πεντάρι» που ακουγόταν σαν χαλασμένο ξυπνητήρι. Μάλιστα, θυμάμαι, πως είχαμε ξεκινήσει δυο τρεις φίλοι μαζί τη μουσική μας καριέρα. Οι άλλοι μπήκαν σε διαδικασία να κάνουν «ιδιαίτερα» ή να πάνε σε κάνα Ωδείο να ξεστραβωθούν. Αλλά εγώ όχι! Εγώ δεν ήμουν κανένα «παιδάκι» να ακολουθήσω τον ορθό τον δρόμο, την πεπατημένη. Εγώ θα γινόμουν ένας αυτοδίδακτος κιθαρίστας που θα κατακτούσε τη Γη με τις περιοδείες του.

Φυσικά, τα πράγματα δεν εξελίχτηκαν όπως τα περίμενα αλλά ακριβώς με τον αντίθετο τρόπο. Με το κιθαριστικό παίξιμό μου πρέπει να γέλαγαν και οι πέτρες. Μιλάμε για μεγαλείο ανικανότητας, ανεπίδεκτος οποιασδήποτε μαθήσεως, ένα τρανό παράδειγμα προς αποφυγήν. Ακόμα αναρωτιέμαι γιατί δεν μπήκε τότε μέσα η μάνα μου να με πλακώσει με την κατσαρόλα για να σταματήσει αυτόν τον φριχτό θόρυβο που πρέπει να της τυραννούσε την ψυχή.

Γιατί το πάλευα, δεν ήταν ότι δεν έπαιζα. Τη γρατσούναγα ξανά και ξανά μπας και βγάλει λίγο ψυχή αλλά αυτή τίποτα, δεν, nada. Μάλιστα, γνώρισα εκείνη την εποχή και κάτι άλλους λιλιπούτειους ροκάδες και διευρύνθηκε ο κύκλος των «μουσικών» γειτονιάς. Εκείνοι για κακή μου τύχη, τα κατάφερναν μια χαρά ως αυτοδίδακτοι. Εγώ, όπως είπα, όχι. Πείσμωσα, λοιπόν, και προσπάθησα ακόμα πιο σκληρά. Με θυμάμαι να παίζω χωρίς ενισχυτή και ξενυχτάω στο δωμάτιό μου.

Κάποια στιγμή, τελικά, το κατάλαβα. Δεν είναι δυνατόν να κάνεις κάτι, για δύο ώρες την ημέρα το λιγότερο, επί τουλάχιστον τρεις μήνες και να το κάνεις τόσο χάλια. Αν είσαι τόσο «σκράπας» σε κάτι μάλλον δεν είσαι γεννημένος για αυτό. Και όσο και αν το θες, όσο και αν το έχεις επιλέξει, μπορεί κάποια χόμπι να μην είναι για σένα. Αυτό ήταν, λοιπόν, και το τέλος της μουσικής μου καριέρας και ακόμα και σήμερα όταν βλέπω άλλους να παίζουν κιθάρα το ομολογώ, δεν το κρύβω: Θανάσιμα τους μισώ.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies
Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τους Όρους Χρήσης