«Να φοβάσαι ρε π0$στη»

O Κώστας Βαϊμάκης απλώνει μερικές σκέψεις με αφορμή την νέα επίθεση στον Άρη Ασβεστά.

Να φοβάσαι, ώστε να προσέχεις τι λες και πώς το λες «για την Ομαδάρα». Να φοβάσαι, ώστε να σκέφτεσαι δυο και τρεις φορές πριν γράψεις κάτι. Να φοβάσαι όταν βγαίνεις από το σπίτι σου, όταν φεύγεις από τη δουλειά σου, όταν περπατάς σε δρόμο που δεν έχει πολλά φώτα. Αλλά να φοβάσαι και σε πολυσύχναστο δρόμο, καλά φωτισμένο, διότι δεν μασάμε: εμείς μπορούμε να σε βρούμε παντού. Να σε κοπανήσουμε μπροστά σε ένα σωρό μάτια. Σάμπως θα μας ψάξει κανείς; Σάμπως θα μας βρει ποτέ κανείς; Με τα «καταδικάζω» και «ανοχή τέλος» και «πρέπει να βρεθούν οι φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί» δεν γάμησε κανείς.

Να φοβάσαι για τη γυναίκα και τα παιδιά σου – σήμερα κοπανήσαμε εσένα κι αν δεν βάλεις μυαλό, αύριο θα περάσουμε μια βόλτα από το σχολείο του γιου σου. Να φοβάσαι για τα απειλητικά τηλεφωνήματα μέσα στην άγρια νύχτα στο σπίτι – τι, επειδή έκανες το σταθερό σου απόρρητο, νόμιζες ότι δεν θα το βρούμε; Να φοβάσαι για τα μηνύματα από ψεύτικα προφίλ που σε απειλούν ευθέως, βρίζουν τη μάνα σου, την αδελφή σου, το σπίτι σου, τα Θεία. «Κι όσο κι αν τα μπλοκάρεις, εμείς θα κάνουμε συνέχεια νέους λογαριασμούς και θα σου λέμε αυτά που θέλουμε να σου πούμε». Να φοβάσαι τόσο πολύ, που όταν βγαίνεις από το σπίτι ή τη δουλειά, να κοιτάς πρώτα 5-6 φορές δεξιά – αριστερά, πριν καβαλήσεις τη μηχανή ή μπεις στο αυτοκίνητο. Να αλλάζεις συνέχεια διαδρομή, για να μην είσαι προβλέψιμος, να περνάς μερικές φορές μπροστά από το σπίτι σου για να τσεκάρεις αν υπάρχει κανένα «ύποπτο» αυτοκίνητο παρκαρισμένο απ’ έξω, τίποτα περίεργες σκιές μέσα στο μισοσκόταδο, μια λάμπα που δεν ανάβει. Κάηκε; Έσπασε; Κάποιος την ξεβίδωσε;

Να φοβάσαι μην έχεις την τύχη του Ασβεστά ή του συγχωρεμένου του Συρίγου. Του Νικολακόπουλου ή του Στέλλα. Ή κάποιου άλλου – είναι τόσοι πολλοί από το χώρο της αθλητικής δημοσιογραφίας, για να μην πιάσουμε τη δημοσιογραφία γενικώς. Να φοβάσαι διότι ο φόβος φυλάει τα έρημα. Κι είσαι έρημος. Μόνος. Απροστάτευτος. Ούτε μπράβοι, ούτε συνοδεία, ούτε άδεια οπλοφορίας. Μόνο πέντε άνθρωποι που σε νοιάζονται, αλλά τι να κάνουν; Να κάνουν το σωματοφύλακά σου; Να είναι μέρα – νύχτα μαζί σου; Να φοβάσαι κι εσύ και οι δικοί σου. «Τρελάθηκες; Έχεις παιδί! Έχεις γυναίκα! Εμείς τι σου φταίμε; Πρέπει να σταματήσεις, τι νομίζεις ότι κάνεις, ότι θα σώσεις τον κόσμο;» Να φοβάσαι, διότι καμία ΕΣΗΕΑ, κανένας ΠΣΑΤ, κανένας αρμόδιος Υπουργός ή Υφυπουργός, κανένα όργανο ή φορέας δεν θα νοιαστεί για σένα. Θα «καταδικάσει» κι αυτός ή αυτή, θα «απαιτήσει» να βρεθούν οι ένοχοι», θα πει καναδυό τσιτάτα για να βγάλει την υποχρέωση κι όξω από την πόρτα. Τι θες να γίνει δηλαδή; Απεργία; Στάση εργασίας; Να κλείσουν τα μικρόφωνα και να τουμπάρουν τα πληκτρολόγια; Σώπα αδελφέ… Η ενημέρωση και η ψυχαγωγία του κόσμου πάνω απ’ όλα.

Να φοβάσαι, διότι κανένας δεν θα νοιαστεί πραγματικά για σένα, πέρα από τους πολύ δικούς σου ανθρώπους. Καμία Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος δεν θα ασχοληθεί ιδιαίτερα, καμία Αστυνομία δεν θα δώσει προτεραιότητα στη δική σου υπόθεση, δεν θα κινείσει γη και ουρανό για να βρει πλάνα από κάμερες, να ταυτοποιήσει τους υπόπτους, να κάνει προσαγωγές – πού να μπλέκει τώρα και η Αστυνομία; Σε λίγες μέρες η υπόθεση θα μπει άλλωστε στο αρχείο. Και οι καλύτερες συμβουλές που θα ακούσεις από «επίσημα χείλη» είναι «πρόσεχε» και «κοίτα να μην μπλέξεις». Και κάπου σε μια καφετέρια, σε έναν σύνδεσμο, σε ένα σπίτι, κάποιοι καμαρώνουν και κομπάζουν για το κατόρθωμά τους, «νιώθει γαμάτος στην τοποθεσία Τάδε» και μοιράζεται με τους «συντρόφους» του πώς τον ακολούθησε υπομονετικά, περίμενε να μην έχει πολύ κόσμο, να βγάλει το κράνος του ώστε να τον πλακώσει στα μπουκέτα. Μαγκιά. 

Να φοβάσαι περισσότερο απ’ όλα ότι τον πέτυχαν το σκοπό τους. Ότι θα ξεκινήσεις να γράφεις κάτι και κάπου στο τέλος της πρώτης παραγράφου το χέρι σου θα περάσει φευγαλέα πάνω από το σημάδι που σου άφησαν τα ράμματα στο κεφάλι και θα πεις «δε γαμιέται; Άστο..» Και θα κρατήσεις το backspace πατημένο, μέχρι που να μείνει μόνο ο κέρσορας να αναβοσβήνει στην κενή οθόνη. Να φοβάσαι ότι ο φόβος θα σε αναγκάσει να το γυρίσεις στο «ελαφρολαϊκό», σε light θεματάκια, ανώδυνα, που «δεν ενοχλούν κανέναν», που δεν κρύβουν κινδύνους, που δεν θα στην πέσει κανείς. Να φοβάσαι ότι τίποτα δεν θα είναι ίδιο πια, ότι όλα αυτά σε έκαναν να αλλάξεις, να «βάλεις μυαλό», να ιεραρχήσεις αλλιώτικα τα πράγματα, να σε βλέπουν όλοι με συμπάθεια «σαν αυτόν που τον κοπάνησαν» κι όχι με σεβασμό «σαν αυτόν που δεν μάσαγε πουθενά». Να φοβάσαι, ότι ποτέ πια δεν θα είσαι ο ίδιος άνθρωπος, ο ίδιος δημοσιογράφος, ο ίδιος σύζυγος και πατέρας. Να φοβάσαι ρε πούστη.

Άρη, περαστικά. Περαστικά σε όλους μας.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies
Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τους Όρους Χρήσης